Ο βωμός του εαυτού μας.

«Στο βωμό μιας εορτής εκπορνεύουμε τις απραγματοποίητες ζωές σας. Δημιουργούμε ήχους με τις φωνές μας, φτιάχνουμε αριθμούς με τους ανεξίτηλούς μας και κουρδίζουμε τα κενά των γραναζιών σας. Δημιουργούμε στιγμές για να θυμάστε και σας σφίγγουμε το χέρι με μια αόρατη ευχή για συντροφιά. Συνωμοτούμε και ταξιδεύουμε αντάμα στο παράλληλο, το επιθυμητό, το κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωση των ονείρων σας. Σας έχουμε ανάγκη.»
«Στο βωμό μιας εορτής σας παραδίδουμε τις ηδονές μας με το αντίτιμο που όρισε ο ανεξίτηλός σας. Θέλουμε να μας μιλάτε για να μην συλλογιζόμαστε, να μας αγαπάτε για να ικανοποιείται το απραγματοποίητό μας. Σας εμπιστευόμαστε τις στιγμές που παρελαύνουν στρατευμένες και νοθεύουν ζεστασιά τα σώματά μας. Αγοράζουμε χρώματα για να αναπνεύσουμε και λέμε τραγούδια για να μην μιλάμε στον παράλληλο εαυτό του ταξιδιού μας. Μας κάνετε επιθυμητούς καθώς βουλιάζουμε στον πάτο του ρεαλισμού μας. Η ανάγκη μάς έχει.»

Ένας αριθμός.

«Το 73 να έρθει μπροστά σ’ εμένα».
«Καλημέρα, καλημέρα σας.»
……
«Τη σύνταξη να σηκώσω θέλω, σήμερα είπε η τηλεόραση πως μπήκε, για κοιτάξτε.»
«Ταυτότητα και βιβλιάριο δώστε μου.»
«Ορίστε, έτοιμα τα είχα για να μην καθυστερούμε και τον κόσμο.»
…….
«Το πρόβλημά σας κύριε ξέρετε ποιο είναι;»
«Ποιο.»»
«Δεν ζείτε κύριε. Δεν ζείτε. Δεν σας βλέπω εγώ; Έχετε χλωμιάσει. Δεν μπορώ να σας εξυπηρετήσω, λυπάμαι. Ο επόμενος…»
«Κύριε κάποιος λάθος έχετε κάνει, είμαι μια χαρά, να, δείτε η σφραγίδα στη βεβαίωση που μου δώσανε για τα φάρμακα είναι χθεσινή, σχεδόν σημερινή…»
«Μα σας παρακαλώ κύριε, κουβέντα θα κάνουμε τώρα; Δεν ζείτε, τι δεν καταλαβαίνετε δηλαδή. Είναι οφθαλμοφανές. Κι αν δεν με πιστεύετε κοιταχτείτε σε ένα καθρέφτη. Εγώ θα σας τα λέω;»
«Μάλλον που με κοροϊδεύετε. Τι να σας πω τώρα δηλαδή, να πάω να κοιταχτώ; Ναι.. Περιμένετε, έρχομαι αμέσως, κρατείστε τη θέση μου κι αν είναι έτσι όπως τα λέτε θα φύγω, μισό λεπτό δώστε μου.»
«…την τράπεζά μου μέσα γαμώ…»

……

«Λοιπόν;»
«Τι λοιπόν;»»
«Με δουλεύετε κύριε; Έχουμε όρεξη για παιχνίδια νομίζετε; Είδατε το πρόσωπό σας στον καθρέφτη ή όχι;»
«Τι να σας πω.. Εξεπλάγην κι ο ίδιος. Δεν με είδα πουθενά! Έψαξα αλλά δεν με είδα πουθενά.. Μόνο κάτι πλακάκια πίσω μου, και την όρθια τη λεκάνη. Εμένα τίποτα. Κοίτα βρε παιδί μου μια δουλειά.. Στενοχωρήθηκα τώρα, μα την παναγία..»
«Κύριε μου θέλετε κάτι άλλο;»
….
«Ε, κύριε σας μιλάω. Που έμπλεξα το στανιό μου.. Ε! Ναι σε εσάς μιλάω. Θέλετε κάτι άλλο;»
«Σας ευχαριστώ.. Δηλαδή όχι. Δηλαδή.. Τα λεφτά μου;»
«Τα λεφτά σας κύριε δεν μπορείτε να τα σηκώσετε, θα παραμείνουν στο λογαριασμό σας μέχρι να μεταβιβαστούν στα παιδιά σας. Η υπογραφή σας δεν ισχύει πια. Δεν προλάβατε, τι να κάνουμε δυο η ώρα, σε λίγο σχολάω..»
«Μάλιστα, μάλιστα..»
…..
«Αν είχαμε άλλους δυο σαν και σένα καληνύχτα μας..»
«Άντε βρε παιδί μου αν είναι δυνατόν..»
«Ταμίας! Τελειώνετε;»
«Το 74 ποιος το χει; Ελάτε κυρία μου, τόσος κόσμος περιμένει, άιντε να δούμε σήμερα… »

No more!

12118975_434448020096155_1103575244703358151_n

Πολιτική; Ποια πολιτική; Δεν είναι θέμα πολιτικής οι ζωές των ανθρώπων. Δεν χρειάζεται να γνωρίζεις οικονομικά, να είσαι γνώστης των διεθνών σχέσεων, να σου έχουν διδάξει φιλοσοφία για να αντιληφθείς την κοσμοθεωρία. Δεν χρειάζεται να επικαλεστείς το συναίσθημα και τα θλιβερά ψηφιακά εικονίδια για να εκφράσεις τον πόνο σου. Δεν είναι αρκετό να λες ‘μην’ ή να φωνάζεις συνθήματα ενάντια στο αόρατο, το άυλο, σ’ αυτό που δεν έχει μορφή για να το κοιτάξεις στα μάτια και στο τέλος να το συνθλίψεις. Δεν είναι αρκετό να πιάσεις μια πέτρα και να την πετάξεις σε μια ατσάλινη μάζα που μπορεί να αντέξει εκατομμύρια τέτοιες πέτρες. Δεν είναι εμφανές πια; Δεν κουράστηκες τον αντίλογο, το ‘αντι-’ σε οτιδήποτε προσβάλλει την ύπαρξή σου; Δεν κουράστηκες από τις συναινέσεις, τα πεδία δράσης, τις συμβολικές εφορμήσεις; Η πολιτική δεν διαμορφώνεται από τις κινήσεις των πράξεων αλλά από τα αποτελέσματα και την επίδρασή τους. Δεν κουραστήκαμε όλοι να προτάσσουμε το στήθος μας με όπλο την ειρήνη όταν εκείνοι έχουν πόλεμο μαζί μας; Είμαι πεπεισμένος πως ειρήνη δεν έρχεται με ειρήνη δυστυχώς. Θες να δουλεύεις, να κυκλοφορείς στο δρόμο όποτε θέλεις, να συναναστρέφεσαι με ανθρώπους και να συζητάς μαζί τους πώς θα αλλάξετε τον κόσμο; Κάντο. Δικαίωμα σου, δικαίωμά σας. Σε πολλούς όμως δεν φτάνει αυτό. Η πέτρα δεν φτάνει εκεί που πρέπει. Η πέτρα δεν φτάνει. Η πέτρα. Πέτα την κάτω. Ας βρούμε κάτι άλλο. Πιο δυνατό.

Σήμερα 10.10.2015 στην Άγκυρα. Άνθρωποι που διαδήλωναν ειρηνικά. Και όχι, δεν θα πω ΄΄Προσοχή ακολουθούν σκληρές εικόνες΄΄. Αυτή είναι η πραγματικότητα. Θα μπορούσα να ήσουν εσύ εκεί. Εσύ κι εγώ.

Του σεβντά τα χνώτα.

avdazv
Στις λιθόχτιστες αυλές
 οι μανάδες και οι νιές
 τα προυκιά τσ’ αγάπης βλέπουν
 και τον έρωτά τους πλέκουν.
Μπρος στο μετερίζι οι νιοι
 στων θαμώνων το σκαμνί
 κάθονται κι αναθιβάλλουν
 νοσταλγούν κι αναστενάζουν:
Της αγάπης τη βροχή
 και της στάλας την πληγή
 να’ βρουν στέγη να σκεπάσουν
 και στη χούφτα τους ν’ αδράξουν.
Να κρατήσουν τη δροσιά
 στου ονείρου την ψευτιά
 κι ύστερα να τραγουδήσουν
 τον νταλκά τους ν’ αφορίσουν.
Στα κορμιά των γυναικών
 να ξορκίσουν το κακό
 πάνω στ’ ακροδάχτυλά τους
 να ηχήσει η λαλιά τους.
Στου κορμιού τους την πλεξιά
 να υφάνουνε προικιά
 στου γυμνού χαλκά το φως
 να μοιράσουνε το βιος.
Στο συρτό της μουσικής
 στο ολόγιομο της γης
 να χορέψουν για το θάμα
 στης ανηφοριάς το διάβα.
Με το χάραμα της γης
 στης κεράς τους την αυλή
 τα πεσκέσια τους να πέψουν
 κι όλους τους χορούς να στέσουν.
Να κουρδίσουν τα βιολιά
 να μελώσει η καρδιά
 μπρος στου δάσους το αγάλι
 στων αγίων το στεφάνι.
Των γερόντων η τριχιά
 μες στο δέρμα να ριγά
 τις ουλές ν’ αναστατώσει
 και τις ζάρες να μελώσει.
Κι η δακρύβρεχτη φωτιά
 να μην σβήσει το σεβντά
 «Άστηνε να σιγοσβήνει
 Ο καπνός της δε σε πνίγει.»

Στο μεϊντάνι.

taxingvisions3
«Σκεφτείτε πως είμαι ένα ζώο. Οποιοδήποτε ζώο. Το πρωί όταν ξυπνήσω θέλω μερικές σταγόνες να ξεπλύνουν το στόμα μου. Ήμουν αφυδατωμένο το προηγούμενο βράδυ. Ύστερα μαζί με την αγέλη μου θα τριφτούμε, θα καθαρίσουμε τα χόρτα και τα ζωύφια που μας ταλαιπώρησαν. Μαζί θα σηκωθούμε, θα τεντωθούμε και θα ξεκινήσουμε για νέα μονοπάτια, πιο εύφορα. Όταν βρούμε έδαφος χλωρό, πλούσιο σε σπόρους κι απαλό για να απλώσουμε τα σώματά μας, θα κοιταχτούμε στα μάτια. «Ναι.. Κι αυτή τη μέρα θα ζήσουμε..» Το βράδυ θα κοιμηθούμε κοντά το ένα με το άλλο γιατί η ζεστασιά μας βοηθάει να μην νιώθουμε μοναξιά. Θα ξυπνήσουμε. Μόλις ανοίξω τα μάτια μου θα δω όλη την αγέλη μου δίπλα μου. Όλοι θα είναι εκεί. Θα πιω νερό. Θα δροσιστώ. «Μα τι ωραία ανακούφιση». Θα καθαριστούμε. Κι ύστερα θα κοιταχτούμε στα μάτια. Θα πούμε: «Μα τι ωραία που είναι εδώ. Τι δροσερό που ήταν το νερό. Με πόση φροντίδα με καθάρισαν και σήμερα. Είμαστε πλήρεις; Είμαστε όλα εδώ; Ωραία. Ξεκινάμε. Ανυπομονώ να δω ξανά το ηλιοβασίλεμα σήμερα. Δεν με νοιάζει πού θα είμαστε. Σε κάθε τοπίο το ηλιοβασίλεμα δείχνει αλλιώς. Η παρέα μου δείχνει αλλιώς. Και μάλλον που απόψε θα κοιμηθώ πλάι της. Θα ήθελα εγώ να την καθαρίσω αύριο.»
Έτσι είπε ο Ναζίμ. Μα έκανε λάθος.

♦ Μια ιδέα από το διήγημα που ετοιμάζω. Το συγκεκριμένο απόσπασμα δεν θα συμπεριλαμβάνεται. Απλά σκέφτηκα πως θα μπορούσε κι αυτό να ειπωθεί! Καλό τριήμερο να έχετε από καρδιάς.

Ρουχ.

Δεν ήμουν ποτέ άνθρωπος της λεπτομέρειας. Κάθε μέρα ακολουθούσα το ίδιο δρομολόγιο με ορισμένες παραλλαγές, πάντα όμως ως σημείο στίξης είχα το σπίτι μου. Εκείνη τη μέρα κατέβηκα στην πόλη αφήνοντας πίσω δύο τζάμια σπασμένα, τον νιπτήρα ραγισμένο, τις πόρτες βυθισμένες. Μετά από όλα αυτά έφτασα στο κέντρο. Περίμενα την αύρα της πόλης να μου μιλήσει, τι να της έλεγα εγώ, δεν είχα ιδέα. Η σχέση μου με το αστικό κέντρο ήταν γραφική. Τα τρία καφενέ του στα οποία άφηνα τον εαυτό μου ελεύθερο τα βράδια, οι βιτρίνες των καταστημάτων την ημέρα, η τράπεζα, το παγκάκι για τσιγάρο και μπίρα χαμηλά, δίπλα στη θάλασσα. Ωραία. Εντόπισα κάτι. «Θα είναι μπροστά σου, πελώριος θα στέκει μα θα τον δεις μόνο όταν εσύ το θελήσεις». Δίπλα από τον εκθεσιακό χώρο είδα έναν πέτρινο κορμό, ήταν μισός, σπασμένος. Ναι, αυτός είναι. Ο μιναρές. Το τζαμί. Το παλιό που άντεχε ακόμα. Λίγο παρακάτω προσπάθησα να εντοπίσω ένα γυάλινο πάτωμα ανάμεσα στις τσιμεντένιες πλάκες του πεζόδρομου. «Οι άνθρωποι συνηθίζουν να βλέπουν αυτό που θέλουν. Εσύ θα δεις πραγματικά τι υπάρχει γύρω σου όταν θα σταματήσεις να βλέπεις αυτό που θέλουν οι άλλοι». Έψαχνα, δεν κατάφερνα να το βρω. Ρώτησα ένα περιστατικό μα γέλασε μαζί μου. Στεκόμουν ακριβώς δίπλα του. Δεν το πίστευα. Κοίταξα μέσα στο χάος του παρελθόντος. Ένας λαβύρινθος βρισκόταν εκεί κάτω. Φαίνεται πως είχαν φροντίσει να κρύψουν για τα καλά το παρελθόν, το άφησαν να κείτεται στο σκοτάδι. Προσπάθησα να θυμηθώ όλα όσα μου είχε πει. Τα τρία γράμματα.. Μα ναι, παραλίγο να το ξεχάσω. Έπιασα τον κατηφορικό πεζόδρομο που οδηγούσε στη θάλασσα. Κοίταξα το ρολόι μου ήταν κοντά τρεις. Κοιτούσα γύρω μου, έστρεψα το κεφάλι μου σε κάθε κρυφό σημείο ψάχνοντας το μισοφέγγαρο. «Το καλοκαιράκι όταν πιάσει πολύ ζέστη να πας να βρεις το μισοφέγγαρο εκεί. Ο ήλιος κι ένας θερμοσίφωνας μιας ταράτσας θα σου κάνουν παιχνίδια. Μα τότε θα βρεις τα τρία γράμματα..» Άρχισα να αισθάνομαι πως ήταν μεγάλη ανάγκη να τα βρω. Αγχώθηκα, ίδρωσα. Μα είπα να ηρεμήσω, έτσι δεν έβγαζα άκρη. Πήρα μια βαθιά ανάσα και προσπάθησα να γίνω λίγο πιο παρατηρητικός. Δεξιά τίποτα. Αριστερά οι σκιές εναλλάσσονταν. Ώσπου.. ξάφνου στον πέτρινο τοίχο της εθνικής τράπεζας σχηματίστηκε ένας ίσκιος σφαιρικός. Λίγο αργότερα πήρε το σχήμα που επιθυμούσα. «Το μισοφέγγαρο», ψέλλισα. Είχα βρει τον τόπο, μου έλειπε το σημείο. Έστριψα αριστερά στη γωνία της τράπεζας, βρήκα το χαλασμένο φρεάτιο, το μπαλωμένο πλακάκι με ξύλο. Έβγαλα το ξύλο, το τράβηξα με όση δύναμη μπορούσα. «روح» Αναζητώ τη μετάφραση στο διαδίκτυο, το μεταφράζω. «Ψυχή.» Έκλαψα. Στο κέντρο της πόλης που περπάτησα, που μέθυσα, που δεν έδινα λογαριασμό για τίποτα, να τώρα, ήμουν εδώ μπροστά από μια τράπεζα, από ένα φρεάτιο και έκλαιγα. Έκλαψα για τα «άσε με τώρα» στον πατέρα μου, τα «άλλη φορά», τα «πάλι για τα αρχαία μιλάς;» Μα εκείνος επέμενε να τα ανακαλύψω μαζί του. Δεν το έκανα ποτέ, δεν πρόλαβα. Μα ήταν το τελευταίο του ταξίδι που κατάφερε να με μυήσει στο πρώτο μου.

Το στιγμιαίο πλάνο μιας ζωής.

Ένα πλάνο διαρκείας τον ακολουθούσε. Εκείνος ένιωθε πως το διέσχιζε, το προσπερνούσε ανάλαφρα και γνώριζε σχεδόν με ακρίβεια αυτή την απόσταση. Είχε μάθει τα βήματά του πάντα στο χρόνο του ρολογιού. Ένα τικ κι ένα τακ σηματοδοτούσε την εναρμόνιση του σώματός του με το ρυθμό που αντηχούσε στο περιβάλλον του. Κάτι διαφορετικό είχε συμβεί όμως αυτή τη φορά όταν ο άνεμος που του φύσηξε στο πρόσωπο ήταν το έναυσμα για να κάνει το όνειρό του πραγματικότητα. Ήταν το πλάνο που ονειρευόταν. Φαντάστηκε να κινηματογραφεί τον εαυτό του και να τον ακολουθεί σε χρόνο δέκα φορές πιο γρήγορο από εκείνο που είχε συνηθίσει να αντηχεί στο ρολόι του.

Ο αέρας χτυπούσε το πρόσωπό του πιο φυσικά από ποτέ, πιο γρήγορα από ποτέ. Ήταν η πρώτη φορά που η κόντρα για ένα αεράκι ή για ένα δυνατό άνεμο είχε τον πρωταρχικό ρόλο στις σκέψεις του ουρανού του. Ο ουρανός απηχούσε στις σκέψεις του μέσω κοινών συναισθημάτων. Ένας καθαρός ουρανός ήταν γι’ αυτόν ένα κάψιμο στα μάτια. Ένας βροχερός ουρανός ήταν δροσιά για το στόμα. Ένας συννεφιασμένος ουρανός ήταν η ισορροπία ανάμεσα στη χαρά και στη λύπη, στη γνώση των προβλημάτων και στη σοφία της ύπαρξής τους. Έτσι ένιωθε τη ζωή, έτσι η ζωή τον διαμόρφωσε.

Το πλάνο κατέληξε κι η ευεξία που του προσέφερε η φύση δεν μπορούσε να ξεπληρωθεί με ουράνια άσπρα, μπλε και γκρι χρώματα. Είχε ξεπεράσει το ρυθμό του χρόνου μέσα στη σκοτεινή μοναξιά του. Το πλάνο ολοκληρώθηκε. Ο τυφλός γέρος με το ποδήλατο κατέβηκε να ξαποστάσει. Υπερνίκησε το χρόνο του τικ τακ για πρώτη φορά στη ζωή του κι αυτό συνέχισε ακόμα κι όταν το σώμα του ήταν όρθιο, ακίνητο, στάσιμο. Οι χτύποι της καρδιάς του ανεβοκατέβαζαν τις τιμές τους με το χρόνο να βρίσκεται ακόμα κάπου στα μέσα της διαδρομής του πλάνου. Όλες του οι αισθήσεις είχαν διεγερθεί. Ναι, όλες. Διότι την όραση την ξεπέρασε όταν ξεπέρασε ο ίδιος τον εαυτό του. Όταν καβάλησε αυτό το ποδήλατο, όταν αφέθηκε σε μια ευθεία, όταν υπερνίκησε το χρόνο κι όταν οι αισθήσεις του προσέθεσαν την αίσθηση της στιγμιαίας αξίας στο είναι του.

Έτσι απλά.

solidarity-causes-black-and-white-small-47138

«Περίμενε μισό λεπτό, πάω να βάλω ένα ποτηράκι νερό κι έρχομαι».
«Κάτσε, μην σηκώνεσαι πάω να σου βάλω εγώ».

«Δεν έχω αυτοκίνητο, να βρεθούμε κέντρο κατά τις 8;»
«Έχεις αμάξι;»
«Όχι μωρέ σιγά, θα πάρω το λεωφορείο..»
«Δεν το συζητάω. Θα ‘ρθω εγώ να σε πάρω, θα περάσω στις 8..»

«Μπορείς να μου δανείσεις 100 ευρώ; Η ανάγκη βλέπεις, όλα ήρθαν στραβά.. Θα στα επιστρέψω σίγουρα, σύντομα θα..»
«Πάρε τα και θα τα βρούμε, σιγά, ξένοι είμαστε;»

«Γιαγιά θες βοήθεια;»
«Όχι παιδί μου, μόλις έφτασα σπίτι μου, να είσαι καλά..»

«Καθίστε, καθίστε.»
«Όχι δεν πειράζει σε δυο στάσεις κατεβαίνω..»
«Καθίστε, δεν υπάρχει πρόβλημα, ελάτε..»

«Αυτό είναι για σένα.»
«Δεν έπρεπε! Σου έχω πει, δεν θέλω δώρα μου αρκεί που ήρθες!»

«Μπορείς να αλλάξεις σταθμό, μου ‘χει πάρει τα αυτιά..»
«Βάλε ότι θες, δεν με νοιάζει.»

«Μαγείρεψες; Μα αυτό είναι το αγαπημένο μου φαγητό.»
«Ναι, το ξέρω..»

«Το λυπάμαι μωρέ το καημένο. Φέρε την Ίρμα σε μένα, θα στο κρατήσω εγώ όσο λείπεις.»

«Άσε κερνάω εγώ. Άσε σου λέω. Στο χρωστάω.»

«Εντάξει μην ανησυχείς. Θα βρω ένα εφημερεύων, θα στα πάρω εγώ. Ναι, έρχομαι.»

«Έλα ρε μάνα να κάνουμε ένα τσιγάρο. Σήμερα δεν σε είδα καθόλου.»

«Να σου πω κάτι; Σ’ έχω στην καρδιά μου ρε φίλε. Το ένιωσα και στο είπα.»

Γιατί στα μικρά, γινόμαστε μεγάλοι. Κι όταν δεν μας φτάνει αυτό που μπορεί να βλέπουμε καμιά φορά στον καθρέφτη, φροντίζουμε να το βλέπουμε μέσα από τα μάτια των άλλων.

Έκτακτο αστείο.

Μια έκτακτη συμμετοχή απόψε στο καφενείο της Μαβιάς. Είναι γνωστό πως τα θέματα των πανελληνίων φέτος έχουν προκαλέσει ποικίλα σχόλια, προκαλώντας άγχος στους μαθητές όταν το επίπεδο δυσκολίας είναι ιδιαίτερα απαιτητικό.

Δεν μπορώ όμως να μην αναφέρω το πιο αστείο και απολαυστικό βίντεο που είδα τις τελευταίες μέρες που να αφορά τις πανελαδικές εξετάσεις και συγκεκριμένα το μάθημα των αρχαίων ελληνικών στο οποίο καλέστηκαν να εξεταστούν οι μαθητές. Δεν θα πω τίποτε άλλο. Το βίντεο τα λέει όλα. Για πρώτη ίσως φορά αναρτώ κάτι τόσο αυθόρμητα και δεν μπορώ να κάνω αλλιώς παρά να το μοιραστώ μαζί σας!

Το συμβόλαιο της ζωής.

Untitled_painting_by_Zdzislaw_Beksinski_1984

Δεν κατάφερα να εισέλθω στον κόσμο της πραγματικότητας ποτέ. Αναγκάστηκα να αντιλαμβάνομαι το πραγματικό, αυτό δηλαδή που κρίνει τον άνθρωπο ως αντικείμενο εκδιδόμενο στις επιταγές αυτής της πραγματικότητας με όρους συμβολαίου. Τι κι αν δεν είχε την υπογραφή μου; Υπήρξε η εποχή που δεν γνώριζα ακόμα πως υπάρχουν γράμματα, λέξεις, μορφασμοί, νεύματα, σύμφωνες και αντίθετες ρητορικές που αλληλεπιδρούσαν μεταξύ τους. Γεννήθηκα ως μέλος μιας ομάδας, της ομάδας που με δημιούργησε. Οι δεσμοί αίματος αποτελούσαν αυταπόδεικτα στοιχεία της κτήσης. Μοναδικό μέσο για να αντιλαμβάνομαι τα πράγματα και τις συνθήκες που με αφορούσαν ή που είχαν κάποια επιρροή πάνω μου ήταν οι πέντε μου αισθήσεις. Έμαθα αργότερα από διανοούμενους δίχως ονοματεπώνυμο και από πνευματικούς της θεωρητικής σχολής, πως η διάνοια είναι κάτι πολύ σημαντικό σε αυτή την πραγματικότητα, είναι το όπλο που θα μας δημιουργήσει κίνητρα για να σταθούμε αντάξιοι στο λεγόμενο πραγματικό περιβάλλον. Ξαφνικά αυτή η διάνοια, δίχως τις κατάλληλες έννοιες ακόμα να έχουν εισχωρήσει στο συνειδητό και το ασυνείδητό μου, με έκαναν να αναρωτηθώ το λόγο που μπορεί να χρωστάω σε αυτούς τους πραγματικούς τη διάνοιά μου και γιατί άραγε να πρέπει να αποδείξω πως έχω την απαιτούμενη διάνοια για να τους ευχαριστήσω. Κι έφτασε κάποια στιγμή ο χρόνος σε ένα τέλμα διότι αυτή η ρεαλιστική απεικόνιση των πραγμάτων έφερε στην επιφάνεια το –κατά τα λεγόμενα- φαντασιακό μέρος της οντότητάς μου, εκείνο το κομμάτι που αντιλήφθηκε πως για εκείνο ακριβώς προοριζόταν. Δίχως λοιπόν να έχω γνωρίσει ακόμα καλά τις πραγματικές τους εμπειρίες, τα πρωτόκολλα που σε καθιστούν διάνοια ή απλά έξυπνο, αποφάσισα να γνωστοποιήσω το φαντασιακό – κατά τα λεγόμενα – μέρος του εαυτού μου και να ρωτήσω τι συμβαίνει σε αυτή την περίπτωση. Η απάντηση ήταν πως η ομάδα μου, η ομάδα που με δημιούργησε, μου είπε πως είμαστε ένα σύνολο που απαρτίζεται από μια χούφτα ανθρώπους και γι’ αυτό το λόγο πρέπει να θεωρούμε τους εαυτούς μας τυχερούς που ανήκουμε σε μια τέτοιου είδους φατρία. Η αυθεντικότητα των δεσμών αίματος μας έκανε μοναδικούς, αυτό υπονοούσαν με λέξεις απλουστευμένες. Κι ύστερα έρχονται οι άλλες ομάδες στις οποίες πρέπει να προσχωρήσουμε, να αλληλεπιδράσουμε και κατά συνέπεια να ενσωματωθούμε. Αυτή είναι η πραγματικότητα, μου είπαν. Οι σκέψεις μου επηρεάστηκαν, εμπιστεύτηκα το σύνολο και αποφάσισα να ακολουθήσω το γενεαλογικό μου συμφωνητικό. Και το επίκτητο συμβόλαιο της πραγματικότητάς τους. Διότι αναλογιζόμενος της συνέπειες στην περίπτωση υιοθέτησης μιας –κατά τα λεγόμενά τους- φαντασιόπληκτης ψευδαίσθησης, της ενδεχόμενης δηλαδή στήριξης της δικής μου ομάδας, θα κατέληγα να ήμουν ένα άτομο. Ένα άτομο μιας και όλοι ανήκαν σε ομάδες οπότε θα ήμουν τελικά μόνος μου, μακριά από το ρεαλιστικό μοντέλο μιας επιτυχημένης ζωής. Μόνο που δεν γνώριζα πως στο επόμενο χρονικό τέλμα αυτές οι οντότητες που ήθελαν να βιώσουν και να χτίσουν τη ζωή τους με βάση την διάνοια που δεν διδάχτηκαν ποτέ, ήταν πάντα μονάδες αυτόβουλες, διακριτές και σύμφωνα με το καταστατικό, περιθωριοποιημένες που δεν άξιζαν ίσης μεταχείρισης. Διασκορπισμένοι στα μήκη και τα πλάτη της γης φαίνεται πως αποτελούσαν μειοψηφία μα το αντίθετο φάνηκε πως συνέβαινε. Από τις ελεύθερες γαίες που χρησιμοποιούσε ο άνθρωπος για την επιβίωσή του ξάφνου η επιβίωση έγινε πολυτέλεια και κατά συνέπεια οριοθετήθηκε η αυτόβουλη εξέλιξη στο όνομα της καθολικής εξέλιξης των πάντων. Κι έτσι όλοι αυτοί οι αυτόβουλοι άνθρωποι μετατράπηκαν σε μονάδες στο όνομα της πολιτικοποίησης των ανθρώπινων αξιών. Κι αν τα κατά μέσο όρο ογδόντα χρόνια ζωής ενός ανθρώπου διέπονται από κανόνες από τη στιγμή της γέννησής του, τα σαράντα πρώτα είτε παλεύει μέσα στις ομάδες για να επιβιώσει αυτοβούλως με αποτυχία, είτε αγωνίζεται για να προσεγγίσει τις μονάδες. Κι αν ποτέ οι ομάδες λειτουργούσαν ως μονάδες αυτοβούλως στο όνομα της ανθρωπότητας, τότε η ανθρώπινη ζωή θα επιτελούσε το σκοπό για τον οποίο ήρθε στη γη και πάνω απ’ όλα θα είχε μια ζωή στην οποία το φανταστικό θα ήταν πραγματικό και οι πραγματικότητα των όρων και των κανόνων μια φθηνή απομίμηση του νοήματος της ζωής.