Ο καρπός.

Τα φώτα σβήνουν
ο ουρανός με τ’ άστρα
φωτίζει πάλι.

Το σώμα υγρό
πάνω τα φύλλα πέφτουν
μεμιάς κολλάνε.

Τα μάτια κλειστά
τα τέσσερα βλέφαρα
που αγαπιούνται.

Ένας βάτραχος
πλατσουρίζει στο νερό
και μόνος φεύγει.

Τ’ αστέρια πέφτουν
τα φύλλα ξεραίνονται
μπροστά στα μάτια.

Η ώρα ήρθε
που το κρύο του χιονιά
θα τους ενώσει.

Ανησύχησε
μπροστά στο αεράκι
που τον ξύπνησε.

Αναζήτησε
την άγουρη κερασιά
που της χάρισε.

Χιόνι έστρωσε
τρεις νύχτες θα πέρασαν
όταν την βρήκε.

Σαν οπτασία
που ήταν ριζωμένη
στο ζεστό χώμα.

Μαύρο και άσπρο
αντίκρισε μπροστά του
χωρίς το δέρμα.

Την αγκάλιασε
και σκούπισε το χιόνι
απ’ το πρόσωπο.

Γλυκά κοιμόταν
με τον άγουρο καρπό
μέσα στο στόμα.

Τώρα στα κλαδιά
τη σκιά αναζητούν
τα πουλιά της γης.

Advertisements

Περασμένα χρόνια.

15050007

Χρόνιασε ο χρόνος για να δω τα περασμένα; Φτάνουνε τα δάχτυλα για να μετρήσω τα χαμένα;

Άραγες πίσω να κοιτάξω τη σπορά μου μήπως δω ή μπροστά να περπατήσω, τον εαυτό μου για να πείσω πως όλα χάθηκαν και δεν αξίζει πια γι’ αυτά να ζω;

Θε να κάνω μία σβούρα στα κλεφτά να θυμηθώ ή το βράδυ στο σκοτάδι να τ’ αγγίξω  – κι ας μην βλέπω – τη χαμένη την ψυχή μου μην πληγώσω και χαθώ;

Έσβησε η λαμπάδα της σποράς της περασμένης; Έρχεται η νέα; Περιμένει;

Πώς θα ξέρω πού πατάω αν το χθες δεν το μετράω, τις ανάσες σπαταλάω και μπροστά μου τη ζωή μου να ρουφήξω δεν βαστώ;

Πώς θα ξέρω ποια είναι η λήξη – άραγε το χθες θα σβήσει; Ή το μέλλον μου θα ορίσω και τον εαυτό θα πείσω πως ο χρόνος μου είναι η Πίστη, το καθαγιασμένο φως;

Να κοιτάξω πίσω τώρα, έφθασε αυτή η ώρα που η Πίστη θα με μάθει την αλήθεια μου να δω;

Να κοιτάξω τώρα μπρος μου, να βαδίσω μοναχός μου μέχρι ο χρόνος να χρονιάσει, τα μετά να γίνουν πράξη, θύμηση να γίνει η λήθη, όνειρο ο χρόνος που περνά μοναδικό;

 

 

Ο βωμός του εαυτού μας.

«Στο βωμό μιας εορτής εκπορνεύουμε τις απραγματοποίητες ζωές σας. Δημιουργούμε ήχους με τις φωνές μας, φτιάχνουμε αριθμούς με τους ανεξίτηλούς μας και κουρδίζουμε τα κενά των γραναζιών σας. Δημιουργούμε στιγμές για να θυμάστε και σας σφίγγουμε το χέρι με μια αόρατη ευχή για συντροφιά. Συνωμοτούμε και ταξιδεύουμε αντάμα στο παράλληλο, το επιθυμητό, το κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωση των ονείρων σας. Σας έχουμε ανάγκη.»

«Στο βωμό μιας εορτής σας παραδίδουμε τις ηδονές μας με το αντίτιμο που όρισε ο ανεξίτηλός σας. Θέλουμε να μας μιλάτε για να μην συλλογιζόμαστε, να μας αγαπάτε για να ικανοποιείται το απραγματοποίητό μας. Σας εμπιστευόμαστε τις στιγμές που παρελαύνουν στρατευμένες και νοθεύουν ζεστασιά τα σώματά μας. Αγοράζουμε χρώματα για να αναπνεύσουμε και λέμε τραγούδια για να μην μιλάμε στον παράλληλο εαυτό του ταξιδιού μας. Μας κάνετε επιθυμητούς καθώς βουλιάζουμε στον πάτο του ρεαλισμού μας. Η ανάγκη μάς έχει.»

Του σεβντά τα χνώτα.

avdazv
Στις λιθόχτιστες αυλές
 οι μανάδες και οι νιές
 τα προυκιά τσ’ αγάπης βλέπουν
 και τον έρωτά τους πλέκουν.
Μπρος στο μετερίζι οι νιοι
 στων θαμώνων το σκαμνί
 κάθονται κι αναθιβάλλουν
 νοσταλγούν κι αναστενάζουν:
Της αγάπης τη βροχή
 και της στάλας την πληγή
 να’ βρουν στέγη να σκεπάσουν
 και στη χούφτα τους ν’ αδράξουν.
Να κρατήσουν τη δροσιά
 στου ονείρου την ψευτιά
 κι ύστερα να τραγουδήσουν
 τον νταλκά τους ν’ αφορίσουν.
Στα κορμιά των γυναικών
 να ξορκίσουν το κακό
 πάνω στ’ ακροδάχτυλά τους
 να ηχήσει η λαλιά τους.
Στου κορμιού τους την πλεξιά
 να υφάνουνε προικιά
 στου γυμνού χαλκά το φως
 να μοιράσουνε το βιος.
Στο συρτό της μουσικής
 στο ολόγιομο της γης
 να χορέψουν για το θάμα
 στης ανηφοριάς το διάβα.
Με το χάραμα της γης
 στης κεράς τους την αυλή
 τα πεσκέσια τους να πέψουν
 κι όλους τους χορούς να στέσουν.
Να κουρδίσουν τα βιολιά
 να μελώσει η καρδιά
 μπρος στου δάσους το αγάλι
 στων αγίων το στεφάνι.
Των γερόντων η τριχιά
 μες στο δέρμα να ριγά
 τις ουλές ν’ αναστατώσει
 και τις ζάρες να μελώσει.
Κι η δακρύβρεχτη φωτιά
 να μην σβήσει το σεβντά
 «Άστηνε να σιγοσβήνει
 Ο καπνός της δε σε πνίγει.»

Το στιγμιαίο πλάνο μιας ζωής.

Ένα πλάνο διαρκείας τον ακολουθούσε. Εκείνος ένιωθε πως το διέσχιζε, το προσπερνούσε ανάλαφρα και γνώριζε σχεδόν με ακρίβεια αυτή την απόσταση. Είχε μάθει τα βήματά του πάντα στο χρόνο του ρολογιού. Ένα τικ κι ένα τακ σηματοδοτούσε την εναρμόνιση του σώματός του με το ρυθμό που αντηχούσε στο περιβάλλον του. Κάτι διαφορετικό είχε συμβεί όμως αυτή τη φορά όταν ο άνεμος που του φύσηξε στο πρόσωπο ήταν το έναυσμα για να κάνει το όνειρό του πραγματικότητα. Ήταν το πλάνο που ονειρευόταν. Φαντάστηκε να κινηματογραφεί τον εαυτό του και να τον ακολουθεί σε χρόνο δέκα φορές πιο γρήγορο από εκείνο που είχε συνηθίσει να αντηχεί στο ρολόι του.

Ο αέρας χτυπούσε το πρόσωπό του πιο φυσικά από ποτέ, πιο γρήγορα από ποτέ. Ήταν η πρώτη φορά που η κόντρα για ένα αεράκι ή για ένα δυνατό άνεμο είχε τον πρωταρχικό ρόλο στις σκέψεις του ουρανού του. Ο ουρανός απηχούσε στις σκέψεις του μέσω κοινών συναισθημάτων. Ένας καθαρός ουρανός ήταν γι’ αυτόν ένα κάψιμο στα μάτια. Ένας βροχερός ουρανός ήταν δροσιά για το στόμα. Ένας συννεφιασμένος ουρανός ήταν η ισορροπία ανάμεσα στη χαρά και στη λύπη, στη γνώση των προβλημάτων και στη σοφία της ύπαρξής τους. Έτσι ένιωθε τη ζωή, έτσι η ζωή τον διαμόρφωσε.

Το πλάνο κατέληξε κι η ευεξία που του προσέφερε η φύση δεν μπορούσε να ξεπληρωθεί με ουράνια άσπρα, μπλε και γκρι χρώματα. Είχε ξεπεράσει το ρυθμό του χρόνου μέσα στη σκοτεινή μοναξιά του. Το πλάνο ολοκληρώθηκε. Ο τυφλός γέρος με το ποδήλατο κατέβηκε να ξαποστάσει. Υπερνίκησε το χρόνο του τικ τακ για πρώτη φορά στη ζωή του κι αυτό συνέχισε ακόμα κι όταν το σώμα του ήταν όρθιο, ακίνητο, στάσιμο. Οι χτύποι της καρδιάς του ανεβοκατέβαζαν τις τιμές τους με το χρόνο να βρίσκεται ακόμα κάπου στα μέσα της διαδρομής του πλάνου. Όλες του οι αισθήσεις είχαν διεγερθεί. Ναι, όλες. Διότι την όραση την ξεπέρασε όταν ξεπέρασε ο ίδιος τον εαυτό του. Όταν καβάλησε αυτό το ποδήλατο, όταν αφέθηκε σε μια ευθεία, όταν υπερνίκησε το χρόνο κι όταν οι αισθήσεις του προσέθεσαν την αίσθηση της στιγμιαίας αξίας στο είναι του.

Το συμβόλαιο της ζωής.

Untitled_painting_by_Zdzislaw_Beksinski_1984

Δεν κατάφερα να εισέλθω στον κόσμο της πραγματικότητας ποτέ. Αναγκάστηκα να αντιλαμβάνομαι το πραγματικό, αυτό δηλαδή που κρίνει τον άνθρωπο ως αντικείμενο εκδιδόμενο στις επιταγές αυτής της πραγματικότητας με όρους συμβολαίου. Τι κι αν δεν είχε την υπογραφή μου; Υπήρξε η εποχή που δεν γνώριζα ακόμα πως υπάρχουν γράμματα, λέξεις, μορφασμοί, νεύματα, σύμφωνες και αντίθετες ρητορικές που αλληλεπιδρούσαν μεταξύ τους. Γεννήθηκα ως μέλος μιας ομάδας, της ομάδας που με δημιούργησε. Οι δεσμοί αίματος αποτελούσαν αυταπόδεικτα στοιχεία της κτήσης. Μοναδικό μέσο για να αντιλαμβάνομαι τα πράγματα και τις συνθήκες που με αφορούσαν ή που είχαν κάποια επιρροή πάνω μου ήταν οι πέντε μου αισθήσεις. Έμαθα αργότερα από διανοούμενους δίχως ονοματεπώνυμο και από πνευματικούς της θεωρητικής σχολής, πως η διάνοια είναι κάτι πολύ σημαντικό σε αυτή την πραγματικότητα, είναι το όπλο που θα μας δημιουργήσει κίνητρα για να σταθούμε αντάξιοι στο λεγόμενο πραγματικό περιβάλλον. Ξαφνικά αυτή η διάνοια, δίχως τις κατάλληλες έννοιες ακόμα να έχουν εισχωρήσει στο συνειδητό και το ασυνείδητό μου, με έκαναν να αναρωτηθώ το λόγο που μπορεί να χρωστάω σε αυτούς τους πραγματικούς τη διάνοιά μου και γιατί άραγε να πρέπει να αποδείξω πως έχω την απαιτούμενη διάνοια για να τους ευχαριστήσω. Κι έφτασε κάποια στιγμή ο χρόνος σε ένα τέλμα διότι αυτή η ρεαλιστική απεικόνιση των πραγμάτων έφερε στην επιφάνεια το –κατά τα λεγόμενα- φαντασιακό μέρος της οντότητάς μου, εκείνο το κομμάτι που αντιλήφθηκε πως για εκείνο ακριβώς προοριζόταν. Δίχως λοιπόν να έχω γνωρίσει ακόμα καλά τις πραγματικές τους εμπειρίες, τα πρωτόκολλα που σε καθιστούν διάνοια ή απλά έξυπνο, αποφάσισα να γνωστοποιήσω το φαντασιακό – κατά τα λεγόμενα – μέρος του εαυτού μου και να ρωτήσω τι συμβαίνει σε αυτή την περίπτωση. Η απάντηση ήταν πως η ομάδα μου, η ομάδα που με δημιούργησε, μου είπε πως είμαστε ένα σύνολο που απαρτίζεται από μια χούφτα ανθρώπους και γι’ αυτό το λόγο πρέπει να θεωρούμε τους εαυτούς μας τυχερούς που ανήκουμε σε μια τέτοιου είδους φατρία. Η αυθεντικότητα των δεσμών αίματος μας έκανε μοναδικούς, αυτό υπονοούσαν με λέξεις απλουστευμένες. Κι ύστερα έρχονται οι άλλες ομάδες στις οποίες πρέπει να προσχωρήσουμε, να αλληλεπιδράσουμε και κατά συνέπεια να ενσωματωθούμε. Αυτή είναι η πραγματικότητα, μου είπαν. Οι σκέψεις μου επηρεάστηκαν, εμπιστεύτηκα το σύνολο και αποφάσισα να ακολουθήσω το γενεαλογικό μου συμφωνητικό. Και το επίκτητο συμβόλαιο της πραγματικότητάς τους. Διότι αναλογιζόμενος της συνέπειες στην περίπτωση υιοθέτησης μιας –κατά τα λεγόμενά τους- φαντασιόπληκτης ψευδαίσθησης, της ενδεχόμενης δηλαδή στήριξης της δικής μου ομάδας, θα κατέληγα να ήμουν ένα άτομο. Ένα άτομο μιας και όλοι ανήκαν σε ομάδες οπότε θα ήμουν τελικά μόνος μου, μακριά από το ρεαλιστικό μοντέλο μιας επιτυχημένης ζωής. Μόνο που δεν γνώριζα πως στο επόμενο χρονικό τέλμα αυτές οι οντότητες που ήθελαν να βιώσουν και να χτίσουν τη ζωή τους με βάση την διάνοια που δεν διδάχτηκαν ποτέ, ήταν πάντα μονάδες αυτόβουλες, διακριτές και σύμφωνα με το καταστατικό, περιθωριοποιημένες που δεν άξιζαν ίσης μεταχείρισης. Διασκορπισμένοι στα μήκη και τα πλάτη της γης φαίνεται πως αποτελούσαν μειοψηφία μα το αντίθετο φάνηκε πως συνέβαινε. Από τις ελεύθερες γαίες που χρησιμοποιούσε ο άνθρωπος για την επιβίωσή του ξάφνου η επιβίωση έγινε πολυτέλεια και κατά συνέπεια οριοθετήθηκε η αυτόβουλη εξέλιξη στο όνομα της καθολικής εξέλιξης των πάντων. Κι έτσι όλοι αυτοί οι αυτόβουλοι άνθρωποι μετατράπηκαν σε μονάδες στο όνομα της πολιτικοποίησης των ανθρώπινων αξιών. Κι αν τα κατά μέσο όρο ογδόντα χρόνια ζωής ενός ανθρώπου διέπονται από κανόνες από τη στιγμή της γέννησής του, τα σαράντα πρώτα είτε παλεύει μέσα στις ομάδες για να επιβιώσει αυτοβούλως με αποτυχία, είτε αγωνίζεται για να προσεγγίσει τις μονάδες. Κι αν ποτέ οι ομάδες λειτουργούσαν ως μονάδες αυτοβούλως στο όνομα της ανθρωπότητας, τότε η ανθρώπινη ζωή θα επιτελούσε το σκοπό για τον οποίο ήρθε στη γη και πάνω απ’ όλα θα είχε μια ζωή στην οποία το φανταστικό θα ήταν πραγματικό και οι πραγματικότητα των όρων και των κανόνων μια φθηνή απομίμηση του νοήματος της ζωής.

Δεν ξημέρωσε ποτέ.

story_SleepingWoman_Lg

«Ο Γιώργος είναι νεκρός», της είπαν καθώς το τηλέφωνο βρισκόταν ήδη λίγα εκατοστά πριν προσκρούσει στο έδαφος. Το τηλέφωνο χτύπησε καθώς ήταν έτοιμη να πιει την πρώτη ρουφιά τσάι. Σφυρίζοντας έναν ευχάριστο σκοπό ετοίμασε την τσαγιέρα για να συνοδεύσει το πρωινό της. Μόλις βγήκε απ’ το μπάνιο σκέφτηκε να φτιάξει ένα τσάι περιμένοντας λίγο ωσότου εκείνος ξυπνήσει και του τηλεφωνήσει για να του πει τα ευχάριστα.

Το προηγούμενο βράδυ ο σύζυγός της μάζεψε όσα ρούχα μπορούσε κι έφυγε βαρώντας πίσω του την πόρτα. Του εξήγησε πόσο μόνη ένιωθε όταν εκείνος έλειπε τους τελευταίους έξι μήνες σε επαγγελματικά ταξίδια. Του αποκάλυψε πως ο Γιώργος, ο καλύτερός του φίλος, της κρατούσε συντροφιά το τελευταίο πεντάμηνο, ήταν εκείνος που συμπλήρωνε τα κενά της, ήταν αυτός που την γέμιζε κάνοντας έρωτα μαζί του. Εκείνος έμαθε πως ήταν ο καλύτερός του φίλος. Του είπε πως θέλει να μιλήσουν και πως η κατάσταση δεν μπορούσε να προχωρήσει άλλο έτσι. Η κατάλληλη στιγμή ήρθε το βράδυ που ο σύζυγός της γύρισε απ’ τη δουλειά κουρασμένος.

Περίπου μια ώρα στριφογύριζε στο κρεβάτι όταν σκέφτηκε να σηκωθεί και να φτιάξει ένα αρωματικό, ζεστό τσάι. Ξύπνησε με τις πρώτες αχτίδες φωτός σχηματίζοντας με τα χείλη της ένα χαζό χαμόγελο, άνοιξε τα μάτια της κι αισθάνθηκε πως για πρώτη φορά ήταν ευτυχισμένη.

Σάντα Μαρία.

Lutwyche.StA.old

Ήταν έλεγε σαν όλα τα άλλα πρωινά του κόσμου. Ξεκλείδωσε, όπως ξεκλείδωνε κάθε μέρα τα τελευταία οχτώ χρόνια. Εισήλθε και περπάτησε την μεγάλη αίθουσα, όπως έλεγε, μόνος του. Τι ευτυχία. Άφησε το παλτό του στο πρώτο στασίδι. Πάντα ήταν μόνος του. Έδειχνε πάντα σκυφτός, μελαγχολικός, άρρηκτα όμως συνδεδεμένη η ψυχή του με αυτό το χώρο. Κάθισε μπροστά στο εκκλησιαστικό όργανο της Σάντα Μαρία. Έσπρωξε το σκαμπό να πλησιάσει τα κλαβιέ και τα ποδόπληκτρα, η ησυχία βεβηλώθηκε. Ιερόσυλη η συνήθειά του με ευλάβεια προς τα Θεία. Ησυχία πάλι. Ξεκίνησε. Έπαιξε κάτι από Μπαχ.

«Σάντα Μαρία!»

Σταμάτησε. Κοίταξε γύρω του. Κοίταξε την μεγαλεπήβολη είσοδο, γύρισε το σώμα του πίσω και κοίταξε στα ενδότερα του πάστορα της εκκλησίας, κοίταξε ξανά την είσοδο. Θα ήταν ιδέα του. Ησυχία. Ο Μπαχ μίλησε ξανά, οι νότες ξόρκιζαν κι όλο ξόρκιζαν. Ο άνδρας άφηνε τα πλήκτρα και με τα μάτια του κοίταζε εκεί στην πόρτα, μόνο εκεί. Καμιά νότα δεν ξέφευγε.

«Σάντα Μαρία, σε παρακαλώ!»

Σταμάτησε πάλι. Κοκάλωσε. Κάρφωσε τα μάτια του σ’ εκείνη την αναθεματισμένη την πόρτα. Το ανάθεμα εισάκουσε το φόβο του. Βήματα στο δρόμο στρωμένος με ψιλό χαλίκι. Βήματα από μακριά. Βήματα πιο κοντά. Τρία σκαλοπάτια κι ύστερα βήματα. Η πόρτα άνοιξε με δύναμη και τώρα η ιερή αίθουσα αριθμούσε τέσσερα άτομα. Οι άλλοι τρεις ήταν ο πάστορας, μία κοπέλα κι ένας μεσήλικας. Η απόσταση δεν τον βοήθησε να καταλάβει ποιοι ήταν. Κοιτάχτηκαν και για τρία δευτερόλεπτα έκαναν μόνο αυτό. Ο πάστορας πήρε την κοπέλα και την οδήγησε αμέσως στο εξομολογητήριο. Λίγο αργότερα πέρασαν μπροστά, του έκαναν νόημα προς τα ιδιαίτερα του πάστορα χωρίς λόγια, μόνο το χαλίκι αντηχούσε καρφωμένο καθώς ήταν στις αρβύλες τους. Ότο Μπρέχερ ο οργανοπαίχτης, ο πάστορας και ο Βέρνερ Φορστ. Αυτούς τους δύο αναγνώρισε λίγο αργότερα, δεν κατάλαβε τι συνέβη με την κοπέλα. Κι έμοιαζε πράγματι εκείνο το πρωινό με όλα τα άλλα πρωινά του κόσμου.

– Ότο για πες μου.. Ποια είναι η γνώμη σου για το Θεό; Πιστεύεις στον Κύριό μας;

Ο Ότο σάστισε. Ο Ότο με καμπουριασμένη τη μισή πλάτη, ο Ότο με τα ιερά δάχτυλα του Θεού δεχόταν μια τέτοια αντίστροφη ερώτηση. Έπρεπε να γνώριζε το σύμπαν για να απαντήσει σε κάτι τέτοιο.

– Πάτερ, πιστεύω το ξέρεις δηλαδή.. Αγαπάω τους συγχωριανούς μου, εσάς, τη Σάντα Μαρία μα ακόμα κι αυτοί που μ’ έχουν πειράξει, το λέει ο Κύριος Ιησούς Χριστός, ο Σωτήρας μας Πάτερ μου, έτσι θέλω να πιστεύω δηλαδή, ότι..

– Ότο σταμάτα, σταμάτα. Αναρωτιέμαι ποιος σου έμαθε να μιλάς τόσο πολύ. Δεν ελέγχεσαι καθόλου μου φαίνεται.

– Πάτερ μου, με συγχωρείς, συμβαίνει κάτι; Εσύ ποτέ δεν έρχεσαι εδώ τόσο νωρίς κι αυτή η κοπέλα..

– Αυτή η κοπέλα είναι η κόρη σου Ότο.

Για πέντε δευτερόλεπτα η ησυχία επικράτησε θριαμβευτικά.

– Η κόρη μου; Γιατί την φέρατε εδώ, πάτερ, τι έγινε, με ανησυχείς, δηλαδή…

– Ότο ξέρεις ποιος είναι αυτός ο κύριος;

– Βέβαια ξέρω, πώς δεν ξέρω, ο κύριος Βέρνερ Φόρστ είναι πάτερ μου, σπουδαίος άνθρωπος του χωριού μας..

– Χμ.. μάλιστα.. Έλα μαζί μου. Έλα, έλα, μην ανησυχείς, μην φοβάσαι. Η κόρη σου είναι αδύνατο να άκουσε τη συζήτησή μας.

Τον οδήγησε στο εξομολογητήριο. Μπήκαν σχεδόν αθόρυβα. Στην άλλη πλευρά ήταν η κόρη του Ότο.

– Άννα μ’ ακούς;

Πέντε δευτερόλεπτα πέρασαν.

– Άννα;

– Ναι πάτερ.. Εδώ είμαι…

– Τι κάνεις Άννα;

Σιωπή.

– Άννα…

Σιωπή πάλι. Η Άννα δεν απαντά.

– Άννα πες μου σε παρακαλώ πιστεύει ο πατέρας σου στο Θεό;

– Ναι πιστεύει πάτερ.. Πιστεύει.. Αν και μ’ αυτά που έχουν δει τα μάτια του θα ‘πρεπε να Τον βγάλει από μέσα του.. Ο πόλεμος τον σκότωσε κι η αγάπη του έκανε κακό Πάτερ, κακό, μόνο κακό..

Η Άννα με ψιθυριστούς λυγμούς προκαλεί στον Ότο δάκρυα.

– Και για πες μου Άννα τι είναι ο Θεός για σένα, μιλάς μαζί Του, ακολουθείς όσα λέμε στη λειτουργία μας κάθε Κυριακή;

Η Άννα ξεσπάει.

– Αμάρτησα συγχωρήστε με σας παρακαλώ, αμάρτησα κι η ψυχή μου δεν ξεπλένεται με μετάνοιες και νηστείες, ποτίστηκε το σώμα μου Κόλαση πάτερ κι ο πιο διακαής πόθος της ανθρώπινης φύσης με κατέκλυσε..

– Μάλιστα.. Τα υπόλοιπα θα τα συζητήσω με τον πατέρα σου Άννα.. Να περιμένεις εδώ. Κι είθε ο Θεός να σε λυπηθεί.

Βγήκαν από το εξομολογητήριο κι έσπευσαν να μιλήσουν με τον κύριο Φορστ. Ο κύριος Φορστ… Ψιλόλιγνος, χλωμός, με τρεις στρώσεις μουστάκι στα χείλη του.

– Ότο ο κύριος Φροστ απ’ όσο θα γνωρίζεις είναι ο πατέρας του Καρλ. Ο Καρλ εδώ και μερικούς μήνες έχει αναλάβει την επιχείρηση του πατέρα του ως δικηγόρος, σπουδαίος επαγγελματίας, άνθρωπος με κύρος ο γιος του κύριου Φορστ όμως… Όμως ο Καρλ, αγαπητέ Ότο εθεάθη εχθές στη λίμνη με την κόρη σας.. Φοιτά ως δασκάλα νομίζω; Ο Ότο γνέφει καταφατικά. Ήταν κι οι δυο τους γυμνοί. Δεν θα προχωρήσω σε λεπτομέρειες, σέβομαι το ιερό χώρο που βρισκόμαστε. Σύντομα η κόρη σας θα διαπαιδαγωγεί τα παιδιά όλης της κοινότητας, κάθε πιστού που –πιστέψτε με σας λέω- δεν επιθυμεί με τίποτα να ξυπνήσει το κακό στα παιδιά του όταν εμείς εδώ προσπαθούμε να μεταδώσουμε την αγνή αγάπη της Σάντα Μαρία, την αγάπη του Ιησού, του Ενός και Μοναδικού θεανθρώπου…

– Κύριε Ότο, μίλησα με τον γιο μου και δηλώνει μετανοιωμένος. Μπορούμε να φτάσουμε σε κάποια συμφωνία για να θεωρηθεί το επεισόδιο λήξαν, εκτιμώ δηλαδή πως δεν είμαστε σε θέση την παρούσα στιγμή να μπαίνουμε σε περιπέτειες.. Θα ήθελα ο κριτής και δικαστής μας να είναι μόναχα ο Θεός. Ειδάλλως..

– ..ειδάλλως Ότο.. Με συγχωρείς αλλά δεν μπορεί να υπάρξει χώρος για σένα στην μικρή μας κοινότητα, δεν επιτρέπεται να χρησιμοποιείς αυτό το θεόσταλτο μουσικό όργανο όταν δεν έχεις οδηγήσει την κόρη σου στη μετάνοια και στο δρόμο του Θεού…

– ..κι αυτό είναι το σημαντικό κύριε Ότο..

– ..να οδηγήσεις το παιδί σου…

– … μα και τον Καρλ, το δικό μου παιδί …

– …στον ίσιο δρόμο Ότο…

– …στο ίσιο δρόμο κύριε Ότο..

Ο Ότο δίχως να απαντήσει γνώριζε πως ο δρόμος δεν ήταν στρωμένος με το ψιλό χαλίκι της Σάντα Μαρία που διευκόλυνε το βάδισμα, ούτε ανηφορικός για να μπορέσει να τον ανταγωνιστεί. Θυμήθηκε μερικά χρόνια πριν, όταν η Άννα ήταν δέκα χρονών που έφτασαν σε κείνο το χωριό. Η φυγή από τις δυνάμεις του Άξονα και τη δίνη του πολέμου τον οδήγησε σε ασφάλεια κι η ασφάλεια τον οδηγεί όπως φαίνεται πάλι σε φυγή. Δεν έβγαλε άχνα. Κατέβασε το κεφάλι και βγήκε έξω από τα ιδιαίτερα του πάστορα. Σήκωσε το κεφάλι για να κοιτάξει το εκκλησιαστικό όργανο. Σήκωσε το κεφάλι. Φεύγοντας πέρασε από το εξομολογητήριο και μετέφερε την κόρη του έξω. Η αχτίδες φωτός έπεσαν πάνω στο πρόσωπό της. Την κοίταξε στα μάτια. Τον κοίταξε κι αυτή αλλά ήταν χαμένη, με βλέμμα θολό. Βλέμμα χαμένο πάλι, οχτώ χρόνια πριν. Της είπε να περιμένει. Επέστρεψε μέσα. Τα σκληρά λόγια του θύμισαν την εποχή της Απελευθέρωσης. Οι δυο τους συζητούσαν, ετοίμαζαν ένα τσάι. Τον είδαν. Σάστισαν. Κοιτάχτηκαν. Τον κοίταξαν πάλι.

– Οχτώ χρόνια πριν.. Οχτώ χρόνια πριν ήρθα εδώ και έδωσα όρκο να προστατέψω την οικογένειά μου, να σας ανοίξω το σπίτι μου, να σας προσφέρω τις υπηρεσίες μου για ένα κομμάτι ψωμί. Κάθε πρωί ανοίγω τη Σάντα Μαρία, της υποκλίνομαι και της χαρίζω όλες τις μουσικές του Κυρίου μας. Σας λέω λοιπόν πως ποτέ δεν το περίμενα αυτό.

Ο Ότο κλαίει.

– …ποτέ δεν περίμενα πως θα ερχόταν η στιγμή που θα χρειαζόταν πάλι να φύγω. Οχτώ χρόνια πριν κατάφερα με ότι δυνάμεις έχω να προστατέψω αυτό το αγγελούδι από τους Συμμάχους. Κατάφερα και κράτησα το σώμα της ανέγγιχτο τη στιγμή που δυο χέρια την είχαν αγκαλιάσει κι ήταν έτοιμα να την λερώσουν. Κι έλεγα πως έφταιγαν μόνο οι δικοί μας.. Κι ήρθε η φυγή κύριοι. Η φυγή. Πήρα τη γυναίκα μου και το παιδί μου και αναρωτιόμουν τότε, έχουν μείνει άραγε δικοί μας άνθρωποι που να είναι άοπλοι στα χέρια τους και την ψυχή τους; Κι ήρθαμε εδώ. Κι η κόρη μου αποφάσισε σ’ ένα δειλό όπως ο Καρλ να δώσει το σώμα της και την ψυχή της. Και σεις μου μιλάτε για αγάπη.. Για αγάπη.. Ποιαν αγάπη; Ποιος Θεός; Ποια Σάντα Μαρία μου λέτε; Δεν Τον αναγνωρίζω, δεν Την αναγνωρίζω, δεν αναγνωρίζω εσάς τους ίδιους όταν Εκείνη αποφασίζει πως πρέπει πάλι να φύγω. Ζήστε όπως θέλετε κύριοι, εγώ είμαι ένας φτωχός, που μόνο αγάπη έχω μέσα μου, μόνο αγάπη μ’ ακούτε; Σάντα Μαρία μ’ ακούς; Μόνο αγάπη έχω μέσα μου!

Ησυχία. Δυο βήματα έφτασαν γοργά στην είσοδο της εκκλησίας. Τέσσερα πόδια διέσχισαν το ψιλό χαλίκι που τους οδήγησε στο γρασίδι που τους οδήγησε στο χώμα. Το ίδιο βράδυ αντίστροφα. Έξι πόδια διέσχισαν το χώμα, το γρασίδι, το ψιλό χαλίκι με μερικά βάρη στα χέρια και τις πλάτες. Πέρασαν την εκκλησία, πάτησαν σε γρασίδι κι ύστερα πάλι σε χώμα. Κι ύστερα σε μια πρασινάδα. Κι ύστερα έκοψαν από συνήθεια στο δρόμο ένα λουλούδι. Λίγο αργότερα έκοψαν ξύλα. Μετά έσκαψαν και φύτεψαν. Και τα χρόνια πέρασαν και σ’ αυτό χώμα έμειναν, έζησαν κι εκεί διασκορπίστηκαν. Κι οι τρεις έγιναν δύο, αργότερα τέσσερις και λίγο μετά τρεις, όπως και πριν. Αυτά τα πόδια δεν πάτησαν ποτέ ξανά σε ψιλό χαλίκι.

Το θρανίο των βουβών.

green-room-1997

«Γρήγορα!», τα διαβολικά πνεύματα της σκέψης του φώναζαν στο αυτί καθώς προσπαθούσε να τελειώσει το γραπτό στην ώρα του. «Πρέπει, πρέπει να γράψεις, να προοδεύσεις! Για να νικήσεις!», ανώφελα έστυβαν το μυαλό του οι ματαιόδοξες πλύσεις του εγκεφάλου. Μια κοιτούσε τον πίνακα, μια τον καθηγητή. Το βλέμμα του παιδαγωγού όπως επίσημα χαρακτηριζόταν, τον πότιζαν οι λέξεις της απαγόρευσης, του κανόνα, της έννομης τάξης και της ορθής συμπεριφοράς. Το  ‘καλό παιδί’ σήμαινε ‘κανονικό παιδί’. ‘Ο καλός μαθητής ήταν ‘ο μαθητής της γνώσης’. Πολλά ‘μην’ και ‘δεν’, αναρίθμητες αναπάντητες ερωτήσεις, απλουστευμένοι προβληματισμοί που όμως δεν εκκολάφθηκαν καν για να ειπωθούν στην σχολική τάξη. Το βάρος των ανέλπιστων διδαχών μαράζωσαν εκείνο το μέρος του εγκεφάλου που θα καλούσε τον πομπό και τον δέκτη σε επικοινωνία. Το καταστατικό των ενδοσχολικών κανόνων στεκόταν μπροστά του, υπενθυμίζοντας τι πρέπει και τι απαγορεύεται. Αυτό που τον προβλημάτιζε ήταν το τι θα’ πρεπε. Η ευχετική επίκληση στο χτίσιμο και τη συγκρότηση του πνεύματος απείχε από τη σφαίρα της κανονιστικής θεώρησης των γραμμάτων. Μέσα σε όλα αυτά, ένα χέρι απλώθηκε και του πήρε το γραπτό, ο χρόνος είχε τελειώσει. Έτριψε λίγο τα χέρια του μήπως και στάξει το άγχος του στο θρανίο των βουβών και αποχώρησε.

Στο δρόμο θαύμασε ένα ωραίο γκράφιτι πάνω σε ένα άγαλμα, τιμή στα πεσμένα σώματα του παρελθόντος, φυγή για το παρόν που χτίστηκε πάνω του. Κοίταξε ψηλά στον ουρανό ψάχνοντας τον ήλιο που δεν άφηναν πλέον τα κτίρια να επιβληθεί, μόνο σε μεγάλες, πολύχρωμες γραμματοσειρές διάβαζε για την αξία του όπως την ιστορία στα βιβλία. Γύρισε σπίτι, έβγαλε τα παπούτσια του, έπλυνε τα πόδια του, φόρεσε τις παντόφλες του και γύρισε στο δωμάτιό του. Έπιασε ένα σχολικό βιβλίο, ένα εξωσχολικό βοήθημα κι ένα μπλε τετράδιο και τα τοποθέτησε στο ράφι. Έβγαλε ένα άλλο σχολικό βιβλίο, ένα άλλο εξωσχολικό βοήθημα και ένα άλλο μπλε τετράδιο και τα τοποθέτησε πάνω στο γραφείο. Άπλωσε τα πόδια του πάνω σ’ αυτό το γραφείο πάτησε κλικ στον υπολογιστή κι έβαλε ήχο και εικόνα. Ήχους των κυμάτων που παφλάζουν και σκάνε πάνω σε κάποιο βράχο και εικόνα από ένα νησί του Αιγαίου. Έκλεισε τα μάτια, μύρισε με την ψυχή του το ολόγραμμα της φύσης. Το τοίχος της πραγματικότητας είχε πέσει κι η ελευθερία φάνταζε επανάσταση.

Χρόνια σου πολλά.

Το τηλέφωνο το είχα αφήσει στο σακάκι. Το είχα κρεμάσει λίγα λεπτά πριν στον καλόγερο. Μέσα στο σακάκι είχα και δυο κάρτες απ’ το εστιατόριο «Αιγαίου θάλασσες» και την ταβέρνα «Μοσχοβολιά.». Καθόμουν στην πολυθρόνα και περίμενα για περίπου πέντε λεπτά, ώσπου ήρθε και συζητήσαμε για κανένα τέταρτο. Όσο βρισκόμουν εκεί ένιωθα πολύ άσχημα γιατί το τηλέφωνο συνεχώς δονούσε. Πάνω που ήθελα να μιλήσω, τη στιγμή που άκουγα με προσοχή, αυτό όλο δονούσε. Σηκώθηκα αλλά ένα βάρος στα γόνατα με οδήγησε πάλι στο κάθισμα της καρέκλας. Βγήκα από το δωμάτιο με τη βοήθειά του κι άρχισα να περπατάω στο διάδρομο σαν παππούς που είχε ξεχάσει στο σπίτι του το πι. Έφτασα στην έξοδο. Η απότομη εισπνοή οξυγόνου με ζάλισε, έπεσα κάτω, κάτι σαν λιποθυμία. Ένα ηλικιωμένο ζευγάρι με είδε κι έσπευσε να με βοηθήσει. Πρώτα ήρθε η γιαγιά, ακολούθησε από πίσω ο παππούς με το πι του στη μέγιστη ταχύτητα των δυνατοτήτων του. Αν και επέμεναν να με δει γιατρός τους έπεισα πως ήταν περισσότερο το σοκ. Άλλωστε με την επάρατο νόσο δεν είχαμε μισή ώρα που γνωριστήκαμε. Έτσι η γιαγιά σε ρόλο σοφέρ είχε την καλοσύνη να με μεταφέρει σπίτι. Στο δρόμο κοίταξα το κινητό. Είχα ένα κατεβατό από ‘χρόνια πολλά Γιώργο, να τα χιλιάσεις, να προσέχεις, πότε θα τα πούμε’, τέτοια. Με γύρισαν σπίτι κι ακόμη φαινόμουν χάλια. Με ανέβασαν πάνω, τους έβαλα στο σπίτι μου, ξάπλωσα ανάσκελα στον καναπέ κι εκείνοι –σαν σε λαβύρινθο- έψαχναν τα ντουλάπια για να μου φτιάξουν ένα αφέψημα.

Μα ήταν στο σπίτι μου κι εγώ ήμουν ξαπλωμένος. Η ντροπή κι η αμηχανία με βοήθησαν να σηκωθώ. Ήπιαμε τις πρώτες γουλιές βλέποντας τηλεόραση. Δεν προέκυψε σχεδόν καμία συζήτηση. Ήταν εδώ. Τους έβλεπα να με κοιτάζουν με κλεφτιές ματιές μην τυχόν συμβεί τίποτα και καταρρεύσω. Τα ταχυδρομικά φακελάκια στο κινητό μου ήταν είκοσι εννιά και οι κλήσεις μία, χθεσινή απ’ το νοσοκομείο. Λίγα λεπτά αργότερα αποφάσισα να σηκωθώ και να πάρω τηλέφωνο στο εστιατόριο. Ακύρωσα την αποψινή κράτηση για δέκα κι έσπευσα στην κουζίνα για να δω αν θα μαγείρευα κάτι ή αν θα παράγγελνα απ’ έξω.