Δεν ξημέρωσε ποτέ.

story_SleepingWoman_Lg

«Ο Γιώργος είναι νεκρός», της είπαν καθώς το τηλέφωνο βρισκόταν ήδη λίγα εκατοστά πριν προσκρούσει στο έδαφος. Το τηλέφωνο χτύπησε καθώς ήταν έτοιμη να πιει την πρώτη ρουφιά τσάι. Σφυρίζοντας έναν ευχάριστο σκοπό ετοίμασε την τσαγιέρα για να συνοδεύσει το πρωινό της. Μόλις βγήκε απ’ το μπάνιο σκέφτηκε να φτιάξει ένα τσάι περιμένοντας λίγο ωσότου εκείνος ξυπνήσει και του τηλεφωνήσει για να του πει τα ευχάριστα.

Το προηγούμενο βράδυ ο σύζυγός της μάζεψε όσα ρούχα μπορούσε κι έφυγε βαρώντας πίσω του την πόρτα. Του εξήγησε πόσο μόνη ένιωθε όταν εκείνος έλειπε τους τελευταίους έξι μήνες σε επαγγελματικά ταξίδια. Του αποκάλυψε πως ο Γιώργος, ο καλύτερός του φίλος, της κρατούσε συντροφιά το τελευταίο πεντάμηνο, ήταν εκείνος που συμπλήρωνε τα κενά της, ήταν αυτός που την γέμιζε κάνοντας έρωτα μαζί του. Εκείνος έμαθε πως ήταν ο καλύτερός του φίλος. Του είπε πως θέλει να μιλήσουν και πως η κατάσταση δεν μπορούσε να προχωρήσει άλλο έτσι. Η κατάλληλη στιγμή ήρθε το βράδυ που ο σύζυγός της γύρισε απ’ τη δουλειά κουρασμένος.

Περίπου μια ώρα στριφογύριζε στο κρεβάτι όταν σκέφτηκε να σηκωθεί και να φτιάξει ένα αρωματικό, ζεστό τσάι. Ξύπνησε με τις πρώτες αχτίδες φωτός σχηματίζοντας με τα χείλη της ένα χαζό χαμόγελο, άνοιξε τα μάτια της κι αισθάνθηκε πως για πρώτη φορά ήταν ευτυχισμένη.

Σάντα Μαρία.

Lutwyche.StA.old

Ήταν έλεγε σαν όλα τα άλλα πρωινά του κόσμου. Ξεκλείδωσε, όπως ξεκλείδωνε κάθε μέρα τα τελευταία οχτώ χρόνια. Εισήλθε και περπάτησε την μεγάλη αίθουσα, όπως έλεγε, μόνος του. Τι ευτυχία. Άφησε το παλτό του στο πρώτο στασίδι. Πάντα ήταν μόνος του. Έδειχνε πάντα σκυφτός, μελαγχολικός, άρρηκτα όμως συνδεδεμένη η ψυχή του με αυτό το χώρο. Κάθισε μπροστά στο εκκλησιαστικό όργανο της Σάντα Μαρία. Έσπρωξε το σκαμπό να πλησιάσει τα κλαβιέ και τα ποδόπληκτρα, η ησυχία βεβηλώθηκε. Ιερόσυλη η συνήθειά του με ευλάβεια προς τα Θεία. Ησυχία πάλι. Ξεκίνησε. Έπαιξε κάτι από Μπαχ.

«Σάντα Μαρία!»

Σταμάτησε. Κοίταξε γύρω του. Κοίταξε την μεγαλεπήβολη είσοδο, γύρισε το σώμα του πίσω και κοίταξε στα ενδότερα του πάστορα της εκκλησίας, κοίταξε ξανά την είσοδο. Θα ήταν ιδέα του. Ησυχία. Ο Μπαχ μίλησε ξανά, οι νότες ξόρκιζαν κι όλο ξόρκιζαν. Ο άνδρας άφηνε τα πλήκτρα και με τα μάτια του κοίταζε εκεί στην πόρτα, μόνο εκεί. Καμιά νότα δεν ξέφευγε.

«Σάντα Μαρία, σε παρακαλώ!»

Σταμάτησε πάλι. Κοκάλωσε. Κάρφωσε τα μάτια του σ’ εκείνη την αναθεματισμένη την πόρτα. Το ανάθεμα εισάκουσε το φόβο του. Βήματα στο δρόμο στρωμένος με ψιλό χαλίκι. Βήματα από μακριά. Βήματα πιο κοντά. Τρία σκαλοπάτια κι ύστερα βήματα. Η πόρτα άνοιξε με δύναμη και τώρα η ιερή αίθουσα αριθμούσε τέσσερα άτομα. Οι άλλοι τρεις ήταν ο πάστορας, μία κοπέλα κι ένας μεσήλικας. Η απόσταση δεν τον βοήθησε να καταλάβει ποιοι ήταν. Κοιτάχτηκαν και για τρία δευτερόλεπτα έκαναν μόνο αυτό. Ο πάστορας πήρε την κοπέλα και την οδήγησε αμέσως στο εξομολογητήριο. Λίγο αργότερα πέρασαν μπροστά, του έκαναν νόημα προς τα ιδιαίτερα του πάστορα χωρίς λόγια, μόνο το χαλίκι αντηχούσε καρφωμένο καθώς ήταν στις αρβύλες τους. Ότο Μπρέχερ ο οργανοπαίχτης, ο πάστορας και ο Βέρνερ Φορστ. Αυτούς τους δύο αναγνώρισε λίγο αργότερα, δεν κατάλαβε τι συνέβη με την κοπέλα. Κι έμοιαζε πράγματι εκείνο το πρωινό με όλα τα άλλα πρωινά του κόσμου.

– Ότο για πες μου.. Ποια είναι η γνώμη σου για το Θεό; Πιστεύεις στον Κύριό μας;

Ο Ότο σάστισε. Ο Ότο με καμπουριασμένη τη μισή πλάτη, ο Ότο με τα ιερά δάχτυλα του Θεού δεχόταν μια τέτοια αντίστροφη ερώτηση. Έπρεπε να γνώριζε το σύμπαν για να απαντήσει σε κάτι τέτοιο.

– Πάτερ, πιστεύω το ξέρεις δηλαδή.. Αγαπάω τους συγχωριανούς μου, εσάς, τη Σάντα Μαρία μα ακόμα κι αυτοί που μ’ έχουν πειράξει, το λέει ο Κύριος Ιησούς Χριστός, ο Σωτήρας μας Πάτερ μου, έτσι θέλω να πιστεύω δηλαδή, ότι..

– Ότο σταμάτα, σταμάτα. Αναρωτιέμαι ποιος σου έμαθε να μιλάς τόσο πολύ. Δεν ελέγχεσαι καθόλου μου φαίνεται.

– Πάτερ μου, με συγχωρείς, συμβαίνει κάτι; Εσύ ποτέ δεν έρχεσαι εδώ τόσο νωρίς κι αυτή η κοπέλα..

– Αυτή η κοπέλα είναι η κόρη σου Ότο.

Για πέντε δευτερόλεπτα η ησυχία επικράτησε θριαμβευτικά.

– Η κόρη μου; Γιατί την φέρατε εδώ, πάτερ, τι έγινε, με ανησυχείς, δηλαδή…

– Ότο ξέρεις ποιος είναι αυτός ο κύριος;

– Βέβαια ξέρω, πώς δεν ξέρω, ο κύριος Βέρνερ Φόρστ είναι πάτερ μου, σπουδαίος άνθρωπος του χωριού μας..

– Χμ.. μάλιστα.. Έλα μαζί μου. Έλα, έλα, μην ανησυχείς, μην φοβάσαι. Η κόρη σου είναι αδύνατο να άκουσε τη συζήτησή μας.

Τον οδήγησε στο εξομολογητήριο. Μπήκαν σχεδόν αθόρυβα. Στην άλλη πλευρά ήταν η κόρη του Ότο.

– Άννα μ’ ακούς;

Πέντε δευτερόλεπτα πέρασαν.

– Άννα;

– Ναι πάτερ.. Εδώ είμαι…

– Τι κάνεις Άννα;

Σιωπή.

– Άννα…

Σιωπή πάλι. Η Άννα δεν απαντά.

– Άννα πες μου σε παρακαλώ πιστεύει ο πατέρας σου στο Θεό;

– Ναι πιστεύει πάτερ.. Πιστεύει.. Αν και μ’ αυτά που έχουν δει τα μάτια του θα ‘πρεπε να Τον βγάλει από μέσα του.. Ο πόλεμος τον σκότωσε κι η αγάπη του έκανε κακό Πάτερ, κακό, μόνο κακό..

Η Άννα με ψιθυριστούς λυγμούς προκαλεί στον Ότο δάκρυα.

– Και για πες μου Άννα τι είναι ο Θεός για σένα, μιλάς μαζί Του, ακολουθείς όσα λέμε στη λειτουργία μας κάθε Κυριακή;

Η Άννα ξεσπάει.

– Αμάρτησα συγχωρήστε με σας παρακαλώ, αμάρτησα κι η ψυχή μου δεν ξεπλένεται με μετάνοιες και νηστείες, ποτίστηκε το σώμα μου Κόλαση πάτερ κι ο πιο διακαής πόθος της ανθρώπινης φύσης με κατέκλυσε..

– Μάλιστα.. Τα υπόλοιπα θα τα συζητήσω με τον πατέρα σου Άννα.. Να περιμένεις εδώ. Κι είθε ο Θεός να σε λυπηθεί.

Βγήκαν από το εξομολογητήριο κι έσπευσαν να μιλήσουν με τον κύριο Φορστ. Ο κύριος Φορστ… Ψιλόλιγνος, χλωμός, με τρεις στρώσεις μουστάκι στα χείλη του.

– Ότο ο κύριος Φροστ απ’ όσο θα γνωρίζεις είναι ο πατέρας του Καρλ. Ο Καρλ εδώ και μερικούς μήνες έχει αναλάβει την επιχείρηση του πατέρα του ως δικηγόρος, σπουδαίος επαγγελματίας, άνθρωπος με κύρος ο γιος του κύριου Φορστ όμως… Όμως ο Καρλ, αγαπητέ Ότο εθεάθη εχθές στη λίμνη με την κόρη σας.. Φοιτά ως δασκάλα νομίζω; Ο Ότο γνέφει καταφατικά. Ήταν κι οι δυο τους γυμνοί. Δεν θα προχωρήσω σε λεπτομέρειες, σέβομαι το ιερό χώρο που βρισκόμαστε. Σύντομα η κόρη σας θα διαπαιδαγωγεί τα παιδιά όλης της κοινότητας, κάθε πιστού που –πιστέψτε με σας λέω- δεν επιθυμεί με τίποτα να ξυπνήσει το κακό στα παιδιά του όταν εμείς εδώ προσπαθούμε να μεταδώσουμε την αγνή αγάπη της Σάντα Μαρία, την αγάπη του Ιησού, του Ενός και Μοναδικού θεανθρώπου…

– Κύριε Ότο, μίλησα με τον γιο μου και δηλώνει μετανοιωμένος. Μπορούμε να φτάσουμε σε κάποια συμφωνία για να θεωρηθεί το επεισόδιο λήξαν, εκτιμώ δηλαδή πως δεν είμαστε σε θέση την παρούσα στιγμή να μπαίνουμε σε περιπέτειες.. Θα ήθελα ο κριτής και δικαστής μας να είναι μόναχα ο Θεός. Ειδάλλως..

– ..ειδάλλως Ότο.. Με συγχωρείς αλλά δεν μπορεί να υπάρξει χώρος για σένα στην μικρή μας κοινότητα, δεν επιτρέπεται να χρησιμοποιείς αυτό το θεόσταλτο μουσικό όργανο όταν δεν έχεις οδηγήσει την κόρη σου στη μετάνοια και στο δρόμο του Θεού…

– ..κι αυτό είναι το σημαντικό κύριε Ότο..

– ..να οδηγήσεις το παιδί σου…

– … μα και τον Καρλ, το δικό μου παιδί …

– …στον ίσιο δρόμο Ότο…

– …στο ίσιο δρόμο κύριε Ότο..

Ο Ότο δίχως να απαντήσει γνώριζε πως ο δρόμος δεν ήταν στρωμένος με το ψιλό χαλίκι της Σάντα Μαρία που διευκόλυνε το βάδισμα, ούτε ανηφορικός για να μπορέσει να τον ανταγωνιστεί. Θυμήθηκε μερικά χρόνια πριν, όταν η Άννα ήταν δέκα χρονών που έφτασαν σε κείνο το χωριό. Η φυγή από τις δυνάμεις του Άξονα και τη δίνη του πολέμου τον οδήγησε σε ασφάλεια κι η ασφάλεια τον οδηγεί όπως φαίνεται πάλι σε φυγή. Δεν έβγαλε άχνα. Κατέβασε το κεφάλι και βγήκε έξω από τα ιδιαίτερα του πάστορα. Σήκωσε το κεφάλι για να κοιτάξει το εκκλησιαστικό όργανο. Σήκωσε το κεφάλι. Φεύγοντας πέρασε από το εξομολογητήριο και μετέφερε την κόρη του έξω. Η αχτίδες φωτός έπεσαν πάνω στο πρόσωπό της. Την κοίταξε στα μάτια. Τον κοίταξε κι αυτή αλλά ήταν χαμένη, με βλέμμα θολό. Βλέμμα χαμένο πάλι, οχτώ χρόνια πριν. Της είπε να περιμένει. Επέστρεψε μέσα. Τα σκληρά λόγια του θύμισαν την εποχή της Απελευθέρωσης. Οι δυο τους συζητούσαν, ετοίμαζαν ένα τσάι. Τον είδαν. Σάστισαν. Κοιτάχτηκαν. Τον κοίταξαν πάλι.

– Οχτώ χρόνια πριν.. Οχτώ χρόνια πριν ήρθα εδώ και έδωσα όρκο να προστατέψω την οικογένειά μου, να σας ανοίξω το σπίτι μου, να σας προσφέρω τις υπηρεσίες μου για ένα κομμάτι ψωμί. Κάθε πρωί ανοίγω τη Σάντα Μαρία, της υποκλίνομαι και της χαρίζω όλες τις μουσικές του Κυρίου μας. Σας λέω λοιπόν πως ποτέ δεν το περίμενα αυτό.

Ο Ότο κλαίει.

– …ποτέ δεν περίμενα πως θα ερχόταν η στιγμή που θα χρειαζόταν πάλι να φύγω. Οχτώ χρόνια πριν κατάφερα με ότι δυνάμεις έχω να προστατέψω αυτό το αγγελούδι από τους Συμμάχους. Κατάφερα και κράτησα το σώμα της ανέγγιχτο τη στιγμή που δυο χέρια την είχαν αγκαλιάσει κι ήταν έτοιμα να την λερώσουν. Κι έλεγα πως έφταιγαν μόνο οι δικοί μας.. Κι ήρθε η φυγή κύριοι. Η φυγή. Πήρα τη γυναίκα μου και το παιδί μου και αναρωτιόμουν τότε, έχουν μείνει άραγε δικοί μας άνθρωποι που να είναι άοπλοι στα χέρια τους και την ψυχή τους; Κι ήρθαμε εδώ. Κι η κόρη μου αποφάσισε σ’ ένα δειλό όπως ο Καρλ να δώσει το σώμα της και την ψυχή της. Και σεις μου μιλάτε για αγάπη.. Για αγάπη.. Ποιαν αγάπη; Ποιος Θεός; Ποια Σάντα Μαρία μου λέτε; Δεν Τον αναγνωρίζω, δεν Την αναγνωρίζω, δεν αναγνωρίζω εσάς τους ίδιους όταν Εκείνη αποφασίζει πως πρέπει πάλι να φύγω. Ζήστε όπως θέλετε κύριοι, εγώ είμαι ένας φτωχός, που μόνο αγάπη έχω μέσα μου, μόνο αγάπη μ’ ακούτε; Σάντα Μαρία μ’ ακούς; Μόνο αγάπη έχω μέσα μου!

Ησυχία. Δυο βήματα έφτασαν γοργά στην είσοδο της εκκλησίας. Τέσσερα πόδια διέσχισαν το ψιλό χαλίκι που τους οδήγησε στο γρασίδι που τους οδήγησε στο χώμα. Το ίδιο βράδυ αντίστροφα. Έξι πόδια διέσχισαν το χώμα, το γρασίδι, το ψιλό χαλίκι με μερικά βάρη στα χέρια και τις πλάτες. Πέρασαν την εκκλησία, πάτησαν σε γρασίδι κι ύστερα πάλι σε χώμα. Κι ύστερα σε μια πρασινάδα. Κι ύστερα έκοψαν από συνήθεια στο δρόμο ένα λουλούδι. Λίγο αργότερα έκοψαν ξύλα. Μετά έσκαψαν και φύτεψαν. Και τα χρόνια πέρασαν και σ’ αυτό χώμα έμειναν, έζησαν κι εκεί διασκορπίστηκαν. Κι οι τρεις έγιναν δύο, αργότερα τέσσερις και λίγο μετά τρεις, όπως και πριν. Αυτά τα πόδια δεν πάτησαν ποτέ ξανά σε ψιλό χαλίκι.

Το θρανίο των βουβών.

green-room-1997

«Γρήγορα!», τα διαβολικά πνεύματα της σκέψης του φώναζαν στο αυτί καθώς προσπαθούσε να τελειώσει το γραπτό στην ώρα του. «Πρέπει, πρέπει να γράψεις, να προοδεύσεις! Για να νικήσεις!», ανώφελα έστυβαν το μυαλό του οι ματαιόδοξες πλύσεις του εγκεφάλου. Μια κοιτούσε τον πίνακα, μια τον καθηγητή. Το βλέμμα του παιδαγωγού όπως επίσημα χαρακτηριζόταν, τον πότιζαν οι λέξεις της απαγόρευσης, του κανόνα, της έννομης τάξης και της ορθής συμπεριφοράς. Το  ‘καλό παιδί’ σήμαινε ‘κανονικό παιδί’. ‘Ο καλός μαθητής ήταν ‘ο μαθητής της γνώσης’. Πολλά ‘μην’ και ‘δεν’, αναρίθμητες αναπάντητες ερωτήσεις, απλουστευμένοι προβληματισμοί που όμως δεν εκκολάφθηκαν καν για να ειπωθούν στην σχολική τάξη. Το βάρος των ανέλπιστων διδαχών μαράζωσαν εκείνο το μέρος του εγκεφάλου που θα καλούσε τον πομπό και τον δέκτη σε επικοινωνία. Το καταστατικό των ενδοσχολικών κανόνων στεκόταν μπροστά του, υπενθυμίζοντας τι πρέπει και τι απαγορεύεται. Αυτό που τον προβλημάτιζε ήταν το τι θα’ πρεπε. Η ευχετική επίκληση στο χτίσιμο και τη συγκρότηση του πνεύματος απείχε από τη σφαίρα της κανονιστικής θεώρησης των γραμμάτων. Μέσα σε όλα αυτά, ένα χέρι απλώθηκε και του πήρε το γραπτό, ο χρόνος είχε τελειώσει. Έτριψε λίγο τα χέρια του μήπως και στάξει το άγχος του στο θρανίο των βουβών και αποχώρησε.

Στο δρόμο θαύμασε ένα ωραίο γκράφιτι πάνω σε ένα άγαλμα, τιμή στα πεσμένα σώματα του παρελθόντος, φυγή για το παρόν που χτίστηκε πάνω του. Κοίταξε ψηλά στον ουρανό ψάχνοντας τον ήλιο που δεν άφηναν πλέον τα κτίρια να επιβληθεί, μόνο σε μεγάλες, πολύχρωμες γραμματοσειρές διάβαζε για την αξία του όπως την ιστορία στα βιβλία. Γύρισε σπίτι, έβγαλε τα παπούτσια του, έπλυνε τα πόδια του, φόρεσε τις παντόφλες του και γύρισε στο δωμάτιό του. Έπιασε ένα σχολικό βιβλίο, ένα εξωσχολικό βοήθημα κι ένα μπλε τετράδιο και τα τοποθέτησε στο ράφι. Έβγαλε ένα άλλο σχολικό βιβλίο, ένα άλλο εξωσχολικό βοήθημα και ένα άλλο μπλε τετράδιο και τα τοποθέτησε πάνω στο γραφείο. Άπλωσε τα πόδια του πάνω σ’ αυτό το γραφείο πάτησε κλικ στον υπολογιστή κι έβαλε ήχο και εικόνα. Ήχους των κυμάτων που παφλάζουν και σκάνε πάνω σε κάποιο βράχο και εικόνα από ένα νησί του Αιγαίου. Έκλεισε τα μάτια, μύρισε με την ψυχή του το ολόγραμμα της φύσης. Το τοίχος της πραγματικότητας είχε πέσει κι η ελευθερία φάνταζε επανάσταση.

Το ένα της σελίδας έντεκα.

man_alone_in_the_world

Η αίθουσα για την παρουσίαση του βιβλίου ήταν κατάμεστη. Ο Αλέξανδρος Καραμάσης είχε γράψει την πρώτη του ποιητική συλλογή και η ανταπόκριση είχε ξεπεράσει κάθε προσδοκία. Τρεις ψυχρές λάμπες φώτιζαν την αίθουσα του πανεπιστημίου. Άγνωστοι μεταξύ αγνώστων, φιλάρεσκες παρουσίες και φιλάρεσκα χαμόγελα έντυναν το πολιτιστικό πρωτόκολλο της βραδιάς. Μετά από ορισμένες επαναλαμβανόμενες εισηγήσεις, ακολούθησε ο σχολιασμός των ποιημάτων από μια καθηγήτρια φιλολογίας. Κάποια στιγμή γύρισε το βιβλίο στη σελίδα 11.

«…Ήσουν εσύ όταν εγώ δεν ήμουν,
ήσουνα κάτι όταν εγώ δεν ήμουν τίποτα,
ήσουν τα πάντα όταν εγώ έγινα κάτι.

Τη ρίζα του δέντρου σου πότιζες κι αγκάθι φοβόσουν μήπως γίνει.
Μα όταν φύλλο δροσερό αντίκρισες, στο φως σου το ‘βαλες και τ’ οξυγόνο του ένιωσες.
Κι ανέπνευσες. Κι ανέπνευσα.
Και οι αχτίδες το ‘στρωσαν σ’ ολόγιομη την πλάση,
έτσι για σένα έδειχναν του ήλιου οι νιφάδες.

Μάνα σε έλεγαν και γιο με είπαν.
Κι ήταν το γάλα που έδινες για να ζούσες το τώρα, κι ήταν η τροφή σου για να ζήσω το αύριο….»

Λίγο μετά ακολούθησαν οι ευχαριστίες από το νέο ποιητή ενώ λίγο αργότερα το κοινό σχολίασε ή έκανε ερωτήσεις.

Ένας ασπρομάλλης κύριος στα δεξιά με γυαλιά κρεμασμένα στο στήθος του σχολίασε κι αυτός με τη σειρά του. «Γιάννης λέγομαι.. Μπράβο σας, εξαιρετική η προσπάθειά σας, συγχαρητήρια.» Μόλις ο λόγος δόθηκε σε μια κοπελίτσα στο πίσω μέρος, ο κύριος Γιάννης  σηκώθηκε, βγήκε έξω και πήγε μέχρι την τουαλέτα. Στήριξε με τα χέρια το σώμα του στο νιπτήρα, κοιτάχτηκε για λίγα δευτερόλεπτα στον καθρέφτη κι ύστερα σωριάστηκε κάτω. Άρχισε να κλαίει σε εμβρυακή στάση, τα χέρια του κρατούσαν τα γόνατά του και απ’ τα αναφιλητά κουνούσε σα να βρισκόταν μέσα σε βάρκα που χτυπιόταν ρυθμικά από ελαφρά κύματα. Μετά από πέντε λεπτά σηκώθηκε και σκούπισε τα δάκρυά του. Εξόρκισε προοδευτικά τους λυγμούς του ώσπου επικράτησε στο στέρνο του ησυχία. Μπαίνοντας πάλι στην αίθουσα ο κόσμος χειροκροτούσε το νέο ποιητή, το ίδιο έκανε κι ο κύριος Γιάννης. Χτύπησε ασυνάρτητα τα υγρά του χέρια και χαμογέλασε όπως ακριβώς όλοι οι άλλοι.

Ο κύριος Γιάννης επέστρεψε σπίτι του. Έβαλε λίγο γάλα να πιει κι άνοιξε το βιβλίο στη σελίδα 11 διαβάζοντας την τελευταία στροφή από το ποίημα ‘Η πρώτη μου μάνα.’

«Έστησες τη ζωή μου σε μέρος απάνεμο,έχτισες βράχο από κόκκους της άμμου
Κι όλα ξεκίνησαν στο ένα κι όλα συνέχιζαν στο τρία και όλα τέλειωναν στο πέντε.
Ο διάλογος ήταν μονόλογος, τα δύο χάδια ένα.
Έτσι μ’ έμαθες, έτσι μ’ έζησες.
Μα ‘γω πάντα κοιμόμουν με δύο και ξυπνούσα με ένα.»

Ο κύριος Γιάννης έκλαψε ξανά. Έβγαλε μια τσακισμένη φωτογραφία απ’ την κωλότσεπη, σχεδόν ασπρόμαυρη. Ήταν ένα παιδί με σορτσάκι γύρω στα 5 που ‘χε σκαρφαλώσει στις πλάτες ενός νέου άντρα. Χάιδεψε το παιδί στη φωτογραφία με στοργή. Με ένα ανατριχιαστικό λυγμό άφησε ελεύθερο τον κόμπο στο λαιμό του δίνοντας χώρο στα δάκρυα να ξεβάψουν κι άλλο τη φωτογραφία.

Χρόνια σου πολλά.

Το τηλέφωνο το είχα αφήσει στο σακάκι. Το είχα κρεμάσει λίγα λεπτά πριν στον καλόγερο. Μέσα στο σακάκι είχα και δυο κάρτες απ’ το εστιατόριο «Αιγαίου θάλασσες» και την ταβέρνα «Μοσχοβολιά.». Καθόμουν στην πολυθρόνα και περίμενα για περίπου πέντε λεπτά, ώσπου ήρθε και συζητήσαμε για κανένα τέταρτο. Όσο βρισκόμουν εκεί ένιωθα πολύ άσχημα γιατί το τηλέφωνο συνεχώς δονούσε. Πάνω που ήθελα να μιλήσω, τη στιγμή που άκουγα με προσοχή, αυτό όλο δονούσε. Σηκώθηκα αλλά ένα βάρος στα γόνατα με οδήγησε πάλι στο κάθισμα της καρέκλας. Βγήκα από το δωμάτιο με τη βοήθειά του κι άρχισα να περπατάω στο διάδρομο σαν παππούς που είχε ξεχάσει στο σπίτι του το πι. Έφτασα στην έξοδο. Η απότομη εισπνοή οξυγόνου με ζάλισε, έπεσα κάτω, κάτι σαν λιποθυμία. Ένα ηλικιωμένο ζευγάρι με είδε κι έσπευσε να με βοηθήσει. Πρώτα ήρθε η γιαγιά, ακολούθησε από πίσω ο παππούς με το πι του στη μέγιστη ταχύτητα των δυνατοτήτων του. Αν και επέμεναν να με δει γιατρός τους έπεισα πως ήταν περισσότερο το σοκ. Άλλωστε με την επάρατο νόσο δεν είχαμε μισή ώρα που γνωριστήκαμε. Έτσι η γιαγιά σε ρόλο σοφέρ είχε την καλοσύνη να με μεταφέρει σπίτι. Στο δρόμο κοίταξα το κινητό. Είχα ένα κατεβατό από ‘χρόνια πολλά Γιώργο, να τα χιλιάσεις, να προσέχεις, πότε θα τα πούμε’, τέτοια. Με γύρισαν σπίτι κι ακόμη φαινόμουν χάλια. Με ανέβασαν πάνω, τους έβαλα στο σπίτι μου, ξάπλωσα ανάσκελα στον καναπέ κι εκείνοι –σαν σε λαβύρινθο- έψαχναν τα ντουλάπια για να μου φτιάξουν ένα αφέψημα.

Μα ήταν στο σπίτι μου κι εγώ ήμουν ξαπλωμένος. Η ντροπή κι η αμηχανία με βοήθησαν να σηκωθώ. Ήπιαμε τις πρώτες γουλιές βλέποντας τηλεόραση. Δεν προέκυψε σχεδόν καμία συζήτηση. Ήταν εδώ. Τους έβλεπα να με κοιτάζουν με κλεφτιές ματιές μην τυχόν συμβεί τίποτα και καταρρεύσω. Τα ταχυδρομικά φακελάκια στο κινητό μου ήταν είκοσι εννιά και οι κλήσεις μία, χθεσινή απ’ το νοσοκομείο. Λίγα λεπτά αργότερα αποφάσισα να σηκωθώ και να πάρω τηλέφωνο στο εστιατόριο. Ακύρωσα την αποψινή κράτηση για δέκα κι έσπευσα στην κουζίνα για να δω αν θα μαγείρευα κάτι ή αν θα παράγγελνα απ’ έξω.

Το καρό πουκάμισο.

Κοίταξα το καρό πουκάμισο που κρεμόταν στο χερούλι της ντουλάπας. Το καρό πουκάμισο που είχα δοκιμάσει αρκετές φορές για να δω αν μου πάει. Το πουκάμισο που κάποτε μου ήτανε μεγάλο, μα τώρα ανοίγω τις πλάτες μου και κοντεύω να το σκίσω. Σαν πανί από μια παλιόμπλουζα που κάποτε μου άρεσε αλλά τώρα καθαρίζει τζάμια. Κρεμόταν στο χερούλι της ντουλάπας και φάνταζε σαν κρεμασμένο αυτόχειρα που είχε ξεψυχήσει εδώ και μέρες με τα χέρια αφημένα στο αιωρούμενο έδαφος και την πλάτη υποβασταζόμενη από τις πίκρες της τελευταίας πράξης. Στο χερούλι της ντουλάπας έβαζα συχνά τα χέρια μου για να την ανοίξω, να πάρω και να βάλω αυτό που επιθυμούσα ανάλογα με την περίσταση. Της ντουλάπας οι μυρωδιές ανάβλυζαν γεννητούρια του ‘80, θρησκευτικά τραπεζώματα, ιερά προσκλητήρια από μακρινούς συγγενείς κι εκκλησιαστικές κατανύξεις το δεκαπενταύγουστο. Κι όμως μονάχα το καρό πουκάμισο μου είχε απομείνει. Δεν είχε περαστεί σε κρεμάστρα και φάνταζε ακόμα ετοιμοφόρετο. Γιατί πάντα το ήθελα κι ας μην ήταν στα μέτρα μου τότε, γιατί πάντα μου άρεσε κι ας μην μου έμπαινε τώρα.

Η πόρτα χτύπησε νωχελικά τρεις φορές. Ήταν η μητέρα μου. «Φεύγουμε, έλα, τον παίρνουμε σιγά-σιγά. Έλα να τον φιλήσεις.» Της έγνεψα καταφατικά, η πόρτα έκλεισε κι εγώ σηκώθηκα θεατρικά σα να ετοίμαζα υπόκλιση. Μύρισα το πουκάμισο κι έτρεξα να τον φιλήσω για να μη νιώσω τη διαφορά.

Ενάμιση λεπτό ήταν αρκετό.

Το μάτι γαρίδα. Περίμενε να περάσει εκείνο το αναθεματισμένο ενάμισι λεπτό για να μπορέσει να κλείσει ξανά τα μάτια του. Κάτι λιγότερο από δύο λεπτά ήταν αρκετά για να τσιτώσουν τα νεύρα του. Ένα και είκοσι οχτώ, ένα και είκοσι εννιά, ένα και τριάντα. Η μουσική από το δρόμο άρχισε να σβήνει σταδιακά και ξαφνικά ησυχία. Νεκρική σιωπή και πάλι. Ο χρόνος ήταν ακριβής, καθορισμένος «αλλά ατέλειωτος ρε γαμώτο». Έτσι φάνταζαν στο μυαλό του ενενήντα δευτερόλεπτα από τα ογδόντα έξι χιλιάδες τετρακόσια μιας ημέρας.

Περίπου στις δύο ξεκινούσε. Παρά δέκα, παρά πέντε εμφανιζόταν σαν το τσίρκο Μεντράνο και έδινε παλμό στις γύρω πολυκατοικίες τη λάθος ώρα. Πολλές φορές για να νυστάξει ξανά συμμάζευε το δωμάτιο ή τακτοποιούσε τα ράφια της κουζίνας και τα συρτάρια της ντουλάπας. Ξανά και ξανά. Ευτυχώς έλεγε τα πάντα στην Ελένη την επόμενη μέρα καθώς πήγαιναν μαζί στη δουλειά. Παλιά συμφοιτήτρια, νυν συνάδελφος και πρώην σχέση. Στο κολυμβητήριο έπιανε δουλειά στις οχτώ το πρωί, οπότε σηκωνόταν στις εφτά, αφού βέβαια είχε ξυπνήσει ξανά στις δύο και κοιμόταν πάλι στις τέσσερις. Καμιά φορά μόλις το ρολόι έδειχνε έντεκα, έτρεχε να ξαπλώσει να κοιμηθεί για να προλάβει να συμπληρώσει το εξάωρο.

Το ίδιο συνέβη κι εκείνο το βράδυ. Δύο παρά πέντε τα μάτια του άνοιξαν υπό τη συνοδεία λαϊκών, βαρέων και ανθυγιεινών ασμάτων. Όμως το ενάμισι λεπτό έγινε δύο λεπτά, τρία, πέντε.. Και ξαφνικά η μουσική δεν έσβησε απαλά αλλά απότομα. Κλικ το κουμπί του ραδιοφώνου, γκραγκ το χειρόφρενο, γντουπ η πόρτα του οδηγού και ο διπλός ήχος του ιμομπιλάιζερ. Ανησύχησε. Σηκώθηκε απότομα και κοίταξε έξω από την τζαμαρία. Ένα γυαλισμένο αυτοκίνητο είχε παρκάρει στο φανάρι. Ο φωτεινός σηματοδότης ήταν κόκκινος. Χαζεύει λίγο και σκέφτεται πόσα άραγε να πλήρωσε για να το πάρει. Ενάμιση λεπτό μετά ο σηματοδότης γύρισε στο πράσινο. Ήπιε λίγο νερό και έσπευσε να κοιμηθεί πάλι μήπως κι αλλάξει η τύχη του.

Μάταια όμως. Τα μάτια του γούρλωσαν όταν άκουσε έναν αναστεναγμό από το πάνω διαμέρισμα. Και ξαφνικά οι σούστες του κρεβατιού άρχισαν να ακολουθούν το ρυθμό μιας έντονης βραδιάς, κάτι που προς στιγμή τον εξόργισε. Αλλά λίγο αργότερα ηρέμησε. Ο τύπος με το πολυτελές αυτοκίνητο ήταν από πάνω (της). Τα βογκητά διήρκησαν ενάμιση λεπτό. Από κει κι έπειτα σιωπή. Ούτε πατούσες ακούστηκαν, ούτε ντουζ, ούτε γελάκια ή λίγη μουσικούλα. Εκείνος γέλασε γιατί την ήξερε καλά σε κάτι τέτοια.

Την επόμενη μέρα στις δύο το πρωί δεν άκουσε ξανά την ενοχλητική μουσική του τύπου στο φανάρι του ενάμισι λεπτού. Το περίμενε καθώς πήγαινε την άλλη μέρα στη δουλειά με την Ελένη. Ήταν μουτρωμένη, άκεφη. «Τι έχεις;», τη ρώτησε φτάνοντας στο κολυμβητήριο. «Τίποτα μωρέ.. Εσείς οι άντρες όλο εικόνα ρε παιδί μου.. Τι να τους κάνω τους έρωτες αν..» Εκείνος δεν την προκάλεσε, απλά έγνεψε συγκαταβατικά.

Ήταν βράδυ, η ώρα δύο κι εκείνος καθόταν ήδη στην κουζίνα. Έκανε μια γερή τζούρα τσιγάρου και κοίταξε το ρολόι. Δύο και πέντε. Χαμογέλασε και πήγε για ύπνο. Την πήρε αγκαλιά, όπως παλιά αποδεικνύοντας έμπρακτα πως δεν ήταν όλοι οι άντρες έτσι.

Γράμματα στον Ίνγκμαρ Μπέργκμαν.

8459275800_0969e635c8_o

Το γράμμα αυτό το έγραψε ο Στάνλευ Κιούπρικ για τον Ίνγκμαρ Μπέργκμαν το 1960, ένα γράμμα θαυμασμού και εκθειασμού, σα να ήταν ο Κιούμπρικ ο οποιοσδήποτε, άλλος ένας θαυμαστής που θα επηρέαζε, όπως άλλωστε έχει πει, τις μελλοντικές δουλειές του. Ο ίδιος ήταν μόλις 31 χρονών τότε ενώ ο Μπέργκμαν τον περνούσε μόλις δέκα χρόνια.  H επιθυμία κι η ανυπομονησία του για να βάλει κι ο ίδιος το λιθαράκι του στον παγκόσμια ιστορία του κινηματογράφου είναι διάχυτη. Ακολουθεί το γράμμα του προς τον Μπέργκμαν

9 Φεβρουαρίου 1960,

Αγαπητέ κύριε Μπέργκμαν,

Έχετε σίγουρα λάβει αρκετές αξιώσεις και επιτυχίες σε όλο τον κόσμο για να θεωρήσετε αυτό το σημείωμα εντελώς περιττό. Αλλά ότι και αν αξίζει θα ήθελα να εκθειάσω και να εκφράσω την ευγνωμοσύνη μου ως συνάδελφος για την απόκοσμη συνεισφορά σας στον κόσμο με τις ταινίες σας (δεν έχω βρεθεί ποτέ στη Σουηδία και δεν έχω λάβει συνεπώς την ευχαρίστηση να δω τις θεατρικές σας δουλειές). Το όραμα της ζωής σας με συνεπήρε βαθιά, πιο βαθιά από οποιαδήποτε ταινία. Πιστεύω πως είστε ο μεγαλύτερος κινηματογραφιστής στο χώρο σήμερα. Πέρα από αυτό, επιτρέψτε μου να σας πω πως είστε αξεπέραστος από οποιονδήποτε στη δημιουργία του κλίματος και της ατμόσφαιρας, στη λεπτότητα της ερμηνείας, στην αποφυγή του προφανούς, στην αξιοπιστία και την πληρότητα στην απόδοση των χαρακτήρων. Σε αυτό το σημείο πρέπει να προσθέσω επίσης οτιδήποτε άλλο έχει να κάνει με την δημιουργία μιας ταινίας. Εκτιμώ πως είστε ευλογημένος με υπέροχους ηθοποιούς. Οι Μax Von Sydow και Ingrid Thulin ζουν έντονα στη μνήμη μου και υπάρχουν πολλοί άλλοι των οποίων τα ονόματα μου διαφεύγουν. Εύχομαι σε εσάς και σε όλους αυτούς την καλύτερη τύχη και ανυπομονώ με ζήλο κάθε ταινία σας.

Με εκτίμηση,
Στάνλευ Κιούμπρικ

Αυτό είναι και το πρωτότυπο γράμμα θαυμασμού που έστειλε ο Κιούμπρικ στον Μπέργκμαν.

5912775575_5e1fcf38fe_o

Μερικές δεκαετίες αργότερα ένας άλλος σκηνοθέτης ο Ακίρα Κουροσάβα στέλνει κι αυτός με τη σειρά του ένα γράμμα στον Μπέργκμαν για τα εβδομηκοστά του γενέθλια τον Ιούλιο του 1988. Μέχρι τότε ο Σουηδός σκηνοθέτης είχε λάβει τρία Όσκαρ, δύο βραβεία της Βρετανικής Ακαδημίας Κινηματογράφου, 7 βραβεία στις Κάννες, 6 Χρυσές Σφαίρες και μια σειρά άλλων τιμητικών διακρίσεων.

‘Δεν είναι έτσι!’ Τουλάχιστον έτσι πίστευε ο Κουροσάβα όταν εξέφρασε στον Μπέργκμαν το βαθύ σεβασμό προς το πρόσωπό του… Ακολουθεί το γράμμα του Ιάπωνα σκηνοθέτη.

646b881fb08fb5488ce52bdde542f0fd10_675_489.png

Αγαπητέ κύριε Μπέργκμαν,
επιτρέψτε μου να σας συγχαρώ για τα εβδομηκοστά σας γενέθλια.

Η δουλειά σας αγγίζει βαθιά την καρδιά μου κάθε φορά που την βλέπω και έχω μάθει αρκετά από τις δουλειές σας και έχω παροτρυνθεί από αυτές. Θα ήθελα να παραμείνετε υγιής για να δημιουργήσετε ακόμα πιο όμορφες ταινίες για εμάς.

Στην Ιαπωνία υπήρχε ένας σπουδαίος καλλιτέχνης που ονομαζόταν Τεσάι Τομιόκα και έζησε την Περίοδο Μεϊτζί (τέλη 19ου αιώνα). Αυτός ο καλλιτέχνης ζωγράφισε πολλούς εξαίρετους πίνακες ενώ ήταν ακόμα νέος, και όταν έφτασε στην ηλικία των ογδόντα, άρχισε ξαφνικά να ζωγραφίζει πίνακες οι οποίοι ήταν πολύ ανώτεροι από τους προηγούμενους, σα να βρισκόταν σε μια εκπληκτική άνθιση. Κάθε φορά που βλέπω τους πίνακές του, συνειδητοποιώ πλήρως πως ένας άνθρωπος δεν είναι στην πραγματικότητα ικανός στο να δημιουργήσει πάρα πολύ καλά έργα εάν δεν φτάσει την ηλικία των ογδόντα.

Ο άνθρωπος γεννιέται μωρό, εξελίσσεται σε αγόρι, περνάει στο στάδιο της νεότητας, το αποκορύφωμα της ζωής, και τελικά επιστρέφει για να γίνει πάλι μωρό πριν κλείσει τη ζωή του. Αυτός είναι κατά τη γνώμη μου, ο ιδανικότερος τρόπος ζωής.

Πιστεύω πως θα συμφωνείτε πως ένας άνθρωπος είναι ικανός στο να παράγει καθαρές δουλειές, δίχως περιορισμούς, την περίοδο της δεύτερης νηπιακής ηλικίας.

Είμαι τώρα 77 χρονών και είμαι πεπεισμένος πως η πραγματική μου δουλειά μόλις αρχίζει.

Ας μείνουμε ενωμένοι για το καλό των ταινιών.

Με τις θερμότερες ευχές μου,

Ακίρα Κουροσάβα.

Ακολουθεί το πρωτότυπο γράμμα τα Κουροσάβα προς τον Μπέργκαμν.

tumblr_my2o3zCshV1rmg6igo1_500

Είμαστε μόνοι μας.

Ναι είμαστε μόνοι μας. Διότι εάν εκλογικέψει κανείς τα πάθη τότε μετατρέπεται σε ακόλουθο μιας στρατευμένης θεωρίας. ‘Ήρεμα, να το συζητήσουμε!’, φωνάζει ο τυχόν αδικημένος που μπροστά στο βάρος της ανελέητης σκλαβιάς προσπαθεί να εκλογικέψει την αδικία του. Να της προσθέσει μέλι, κεράσι και λίγο ψωμί που του περισσεύει για να αντέξει το συστηματικό πρωτόκολλο. ‘Αυτό που ήθελα να πω είναι πως..’, και συνεχίζει να αναμοχλεύει και να συγκεντρώνει όσα του έμαθε ο δρόμος, το χώμα και η πέτρα για να ανταπεξέλθει στο ύψος των περιστάσεων. ‘Ανάθεμα την ώρα και τη στιγμή που βρίσκομαι εδώ, ν’ ανάβουν το καντήλι σου και να μην μπορεί να στεριώσει φλόγα απ’ τα δάκρυα της μάνας σου!’, συλλογιέται και ζητά να ακουστεί μα δεν γνωρίζει την υπέρτατη συνείδηση που θα καθόριζε το θάρρος του.

Μόνος και μόνοι εξακολουθεί και εξακολουθούμε να παραμένουμε. Μόνο ιδρώτας ζέχνει και μεταφέρει τη δροσιά του ανάμεσα στα πελώρια κτίρια κι αυτός διαλέγει πάλι να εκλογικευτεί σηκώνοντας το δάχτυλο δείχνοντας τον ιδρώτα του διπλανού του. ‘Αυτός, όχι αυτός, αυτή, αυτοί’. ‘Όλοι τους!’, φωνάζει, φωνάζουμε και φωνάζουν γιατί απλά είναι το πιο εύκολο πράγμα στον κόσμο. Να σηκωθεί το δάχτυλό σου και να δείξει τα μικρόβια του άλλου. Που μυρίζουν το ίδιο, βρωμάνε ασύστολα και συ προσπαθείς να ξεχωρίσεις το πιο αρωματισμένο. Κι όταν στρέψεις το δάχτυλο ενάντια στον ίδιο σου τον εαυτό τότε αυτό θα συμβεί μόνο όταν είναι εξοπλισμένο. Όταν τα πάθη υπερισχύσουν και συγκρουστούν με τον στρατευμένο λογισμό μας τότε ο εαυτός δικάζεται ανελέητα και στρέφει το εξοπλισμένο δάχτυλο στο ίδιο του το πρόσωπο. Και φεύγει. Μόνος.

Το παράδοξο της κατάπνιξης των παθών είναι η εκ των προτέρων μη εφαρμογή τους. Κι όσα αναδείχθηκαν τυχαία, εκπολιτίστηκαν και γράφτηκαν σε βιβλία. Πρώτη παράγραφος, δεύτερη παράγραφος, παραπομπές στα πάθη του τάδε και του δείνα. Έγιναν βιβλία σε σχολές, σε συγκεντρώσεις και σε πανεπιστήμια. Διδάχτηκαν. Κι αν τα πάθη είχαν ανθρώπινη μορφή θα γελούσαν με ουρλιαχτά. Κι έρχεται η στιγμή που η διδακτέα ύλη θα θελήσει να συγκρουστεί με τους εκπολιτισμένους. ‘Ναι, αυτούς, αυτούς!’ Μέχρι εκεί. Αυτή είναι η εξέλιξη (και όχι η πρόοδος!) των παθών όσο κι αν διαστρεβλώθηκε απ’ τα γεννοφάσκια της.

Ο άνθρωπος είναι μόνος, το ξέρει, το βλέπει μιας και αποδίδεται στα πάθη του το κλάμα, η συγκίνηση, η αλληλεγγύη και η συμπόνια. Μια εξέλιξη των παθών του ανθρώπου για τον άλλο και τον άλλο και τους άλλους, όταν αυτοί οι ίδιοι οι αίτιοι κλαίνε για τα δικά τους, τα ολόδικά τους. Μα μόλις σταθούν, μόλις ο άλλος κι οι άλλοι ακούσουν το στρατευμένο πάθος τους και δώσουν ένα χέρι βοηθείας, τότε ξεκινούν κι οι ίδιοι οι  ‘πληγωμένοι και καταπονημένοι’ να δείχνουν με το δάχτυλο τους άλλους και άλλους..

Ένας φαύλος κύκλος δηλαδή στον οποίο το διακριτό και το πλουραλιστικό διαχέεται με όρους διακριτούς και πλουραλιστικούς.

Δεν είσαι. Ήσουν.

Είναι δύσκολο να σε δω. Είναι δύσκολο. Να σε βλέπω.
Όταν το ψέμα θρέφει την ανάγκη σαν παιδί της,
είναι πολύ δύσκολο να μπορώ να σε δω. Μου είναι σχεδόν αδύνατο.

Φτύσε με για να καταλάβεις πόσο προκλητικά σε αποφεύγω.
Κι όταν αντιληφθείς το μέγεθος του πόνου,
όταν σφίξουν το στέρνο σου μια ντουζίνα σίδερα
τότε θα έρθουμε στα ίσια. Θα είμαι γω. Θα είσαι συ.

Κι εσύ κι εγώ θα στεκόμαστε πάνω στην ίδια ζυγαριά.
Και θ’ αναμετράμε τον πόνο μας.
Κι όσο κι αν βαράς τα πόδια σου, το ξύλο στο πάτωμα δεν σπάει.
Για σένα το ‘κανα. Για σένα τα ‘βαλα.
Για ν’ αντέξει, να μην τραντάζει.

Εγώ λέω πως απροκάλυπτα η ψυχή, αναπροσαρμόζεται κι αναζητάει.

Εσύ τι λες;

Κι είναι τα αν για μια στιγμή που γέρνουν και κουρνιάζουν χαζεύοντας.
Κι είναι τα μην που ανασκευάζονται κι ανακατώνονται μεταξύ τους,
κι είναι μπροστά μας οι αιτίες που αγναντεύουν με τον εαυτό μας.

Θα ‘θελα με το βλέμμα σου να συμφωνήσεις.

Μα αρνούμαι να σε κοιτάω, είναι κάτι το οποίο με ξεπερνά.
Σβήσου, αφέσου στο κενό της μνήμης μου,
βούτα τα χέρια σου στα σπλάχνα μου
και –σε παρακαλώ- να σε πάρεις πίσω.

Γελάς; Το γέλιο σου μου θύμισε σπασμένες χορδές πιάνου.
Παράτα ότι έχεις και πιάσε μου το χέρι, τι περιμένεις;
Το ‘χεις ιδρώσει και δεν λες να το ζεστάνεις.

Έλα πάμε. Πάμε σου λέω.Ακολούθα με.
Να μας πάω πίσω θέλω, να μας πάρω και να μας γυρίσω πίσω.
Μα άρρηκτα συνδεδεμένα τα σώματά μας μυρίζονται και ορνιθοσκαλίζονται.
Γι’ αυτό θα ‘θελα λέει να φυσήξεις στο πρόσωπό μου να μυρίσω το αγκομαχητό σου.

Για στερνή φορά.
Κι ύστερα μια αγκαλιά θέλω να μου δώσεις σαν κείνη του πατέρα μου, μπορείς;

Γιατί είσαι ακόμα κάτι που αγαπάω.
Κάτι, όχι κάποια.

Μόνο τα μάτια μου θα κλείσω και την αναπνοή μου θα κρατήσω, μ’ αφήνεις;
Θέλω να μη σε δω και να μην σε μυρίσω.
Γιατί τελικά μόνο εκείνου θέλω να θυμάμαι.