No more!

12118975_434448020096155_1103575244703358151_n

Πολιτική; Ποια πολιτική; Δεν είναι θέμα πολιτικής οι ζωές των ανθρώπων. Δεν χρειάζεται να γνωρίζεις οικονομικά, να είσαι γνώστης των διεθνών σχέσεων, να σου έχουν διδάξει φιλοσοφία για να αντιληφθείς την κοσμοθεωρία. Δεν χρειάζεται να επικαλεστείς το συναίσθημα και τα θλιβερά ψηφιακά εικονίδια για να εκφράσεις τον πόνο σου. Δεν είναι αρκετό να λες ‘μην’ ή να φωνάζεις συνθήματα ενάντια στο αόρατο, το άυλο, σ’ αυτό που δεν έχει μορφή για να το κοιτάξεις στα μάτια και στο τέλος να το συνθλίψεις. Δεν είναι αρκετό να πιάσεις μια πέτρα και να την πετάξεις σε μια ατσάλινη μάζα που μπορεί να αντέξει εκατομμύρια τέτοιες πέτρες. Δεν είναι εμφανές πια; Δεν κουράστηκες τον αντίλογο, το ‘αντι-’ σε οτιδήποτε προσβάλλει την ύπαρξή σου; Δεν κουράστηκες από τις συναινέσεις, τα πεδία δράσης, τις συμβολικές εφορμήσεις; Η πολιτική δεν διαμορφώνεται από τις κινήσεις των πράξεων αλλά από τα αποτελέσματα και την επίδρασή τους. Δεν κουραστήκαμε όλοι να προτάσσουμε το στήθος μας με όπλο την ειρήνη όταν εκείνοι έχουν πόλεμο μαζί μας; Είμαι πεπεισμένος πως ειρήνη δεν έρχεται με ειρήνη δυστυχώς. Θες να δουλεύεις, να κυκλοφορείς στο δρόμο όποτε θέλεις, να συναναστρέφεσαι με ανθρώπους και να συζητάς μαζί τους πώς θα αλλάξετε τον κόσμο; Κάντο. Δικαίωμα σου, δικαίωμά σας. Σε πολλούς όμως δεν φτάνει αυτό. Η πέτρα δεν φτάνει εκεί που πρέπει. Η πέτρα δεν φτάνει. Η πέτρα. Πέτα την κάτω. Ας βρούμε κάτι άλλο. Πιο δυνατό.

Σήμερα 10.10.2015 στην Άγκυρα. Άνθρωποι που διαδήλωναν ειρηνικά. Και όχι, δεν θα πω ΄΄Προσοχή ακολουθούν σκληρές εικόνες΄΄. Αυτή είναι η πραγματικότητα. Θα μπορούσα να ήσουν εσύ εκεί. Εσύ κι εγώ.

Εντυπώσεις ενός αλλοδαπού.

Ταξιδεύοντας ανακάλυψα την προπατορική αξία των συναισθημάτων. Ως αρχάριος αφέθηκα στις σκέψεις και τις αντιδράσεις που μου προκάλεσαν, οδηγώντας με σε εσωτερικές αυτόανοσες συγκρούσεις οι οποίες τελικά απεδείχθησαν σωτήριες και καταλυτικές σε έναν κόσμο περισσότερο προσωπικό και ανηφορικό για ένα εύλογο χρονικό διάστημα.Το αποτέλεσμα με βρίσκει εδώ ξανά μπροστά από κάτι απρόσωπο εξαρχής, αλλά απόλυτα συνδεδεμένο και ανοιχτό για τον κάθε φίλο και ενδιαφερόμενο.

Κάθισα σε μια πόλη διαφορετική, νοσταλγική αλλά ξένη, ήπια λίγο τσάι, έκανα ένα τσιγάρο ενώ ο ιδρώτας έρεε με ρυθμό τέτοιο που υπερέβαλλε, κάθε μου συναίσθημα ανασφάλειας και αγωνίας προδιδόταν από τους ανοιχτούς πόρους που είχαν δώσει την άδεια για σπατάλη. Κοιτούσα τους περαστικούς, τους θαμώνες και σκεφτόμουν εάν με κοιτάνε κατά τον ίδιο τρόπο, εγώ ήμουν τελικά ο ξένος ή εκείνοι ήταν ξένοι για μένα; Έπρεπε να αποφασίσω τον ρόλο που θα έπαιζα. Δεν γνωρίζω εάν υπερέβαλα ή όχι αλλά κανένας δεν μου είχε δώσει διαπιστεύσεις. Η ανοησία μου έφτασε στο σημείο να θεωρεί τα στριφτά μου τσιγάρα αφορμή για σχόλια μαθαίνοντας λίγο πριν πως καπνός στο εμπόριο σαν τον δικό μου δεν υπήρχε. Μία γυναίκα πέρασε από μπροστά μου με μαντίλα συνοδευόμενη από τον σύζυγό της , την ίδια στιγμή έστριψα τα μάτια μου στο δρόμο που είχε γεμίσει νερά από την νοικοκυροσύνη των μαγαζατόρων. Άν και δεν είχα κάνει κάτι κακό ούτε κατά διάνοια, ένοιωσα λίγο φόβο και ηθική υποχρέωση ίσως γι’αυτή μου την κίνηση. Με τη βαλίτσα στη διπλανή μου καρέκλα περίμενα έναν φοιτητή από το πανεπιστήμιο που θα με παραλάμβανε. Ένα αεράκι φύσηξε στεγνώνοντας λίγο το μέτωπό μου, προκαλώντας μου ανατριχίλα. Θυμήθηκα πόσο πρόσφατο γεγονός είναι η Κύπρος, που, πλάκα πλάκα, βρίσκεται μόλις 3 ώρες από ‘δω ή ακόμα πιο φρέσκα στη μνήμη μας τα Ίμια. Δεν ήθελα να ξεκινήσω να σκέφτομαι τους ιστορικούς σταθμούς Ελλάδας και Τουρκίας διότι είτε θα έφταναν στη μνήμη μου οι απόψεις των φίλων και γνωστών (σημειωτέον δεν ήταν καθόλου κολακευτικές), είτε θα δημιουργούσα σενάρια επιστημονικής φαντασίας για την δική τους άποψη περί ημών. Έχοντας λοιπόν όλες αυτές τις συγχυσμένες αντιδράσεις προσπάθησα να ενσωματωθώ στο δικό τους περιβάλλον με βάση τις ιστορικές μου γνώσεις. Τι στο καλό, Έλληνες και Τούρκοι καταφέρναμε πάντα και συμβιώναμε, μοιραζόμασταν, ανταλλάσσαμε, πολύ απλά ζούσαμε. Σαφώς και υπάρχουν εξαιρέσεις αλλά η κοινωνική διάσταση των πραγμάτων έδειχνε το αντίθετο. Κι αυτό δεν το λέω εγώ αλλά η ελληνική γλώσσα, που με  μια γκάμα λέξεων και φράσεων ερχόμενες εξ ανατολής, αποδεικνύει περίτρανα αυτές τις αλληλεπιδράσεις. Ναι αυτά σκεφτόμουν από τη μια στιγμή στην άλλη. Μέχρι που ήρθε η στιγμή να σηκωθώ από την καρέκλα μου και να βαδίσω προς το ξενοδοχείο. Σταμάτησα σε ένα κατάστημα ψιλικών. Με σπαστά τουρκικά του ζήτησα οδοντόκρεμα, οδοντόβουρτσα. Ένας νεαρός γύρω στα 35 σκουντάει τον φίλο του, σινιάλο ίσως πως αυτός είναι από αλλού φερμένος. Αλμάνυα; (Γερμανία), με ρωτάει ο διπλανός. Γιουνάν  Γιουνάν (Έλληνας) του απαντάω εγώ. Για κάποιο λόγο αισθάνθηκα δυσφορία. Κάτι αναπάντεχο συνέβη. Γκιρίτ, Γκιρίτ!, φωνάζει με γουρλωμένα τα μάτια ο άλλος νεαρός. Εγώ έμεινα να τον κοιτάω σαστισμένος. Για κάποιο επίσης λόγο βροντοφώναζε πως είναι Κρητικός. Του απαντάω πως όχι απλά είμαι Έλληνας αλλά και γέννημα θρέμμα Κρητικός. Ε, αυτό ήτανε τα’χασε. Έρχεται προς το μέρος μου μ’αγκαλιάζει, εγώ τα’ χω χάσει, εκείνος έχει σκάσει ένα χαμόγελο ίσα κυριολεκτικά με την Κρήτη. Μου ζήτησε να τον επισκεφτώ ξανά, να πιούμε τσάι, να τα πούμε. Το κωμικό της υπόθεσης ήταν ότι με κοιτούσε μπροστά από το ταμείο μην πιστεύοντας πως στην πόλη του θα εμφανιζόταν κάποιος συμπατριώτης του κι εγώ την ίδια στιγμή περίμενα να λάβω τα προϊόντα για το οποία με παρακίνησαν να εισέλθω στο κατάστημα. Κάπως αμήχανα τον ρωτάω: η οδοντόβουρτσα; Ά ναι ναι, μου απαντάει και εκεί κατάλαβα πως κάθε του αντίδραση ήταν πραγματική και αυθεντική. Τον χαιρέτησα και έφυγα. Περπατώντας για κανένα εικοσάλεπτο συνειδητοποίησα πως ο ιδρώτας είχε εξατμιστεί, τα χέρια μου ήταν στεγνά και η καρδιά μου στη θέση της. Ο πρώτος Τούρκος που συνάντησα με αγκάλιασε. Και η συνέχεια είχε κι άλλες τέτοιες συμπεριφορές ή εκφράσεις. Αυτή τη στιγμή κερδίζω έδαφος. Όχι εγώ δηλαδή. Αλλά ο κλασσικός, αιώνιος και αντιπροσωπευτικός φραπές που τους έμαθα και που κάθε πρωί μερικοί από αυτούς τον καταναλώνουν σε μεγάλες ποσότητες. Α, και το τάβλι φυσικά. Ή τάβλα. Ή όπως να’ ναι. Σημασία έχει το αντικείμενο. Η σημασία του ως έκφραση μιας ιδιοσυγκρασίας κοινής. Σαν έναν άνθρωπο με προτερήματα και ελαττώματα.