Ρουχ.

Δεν ήμουν ποτέ άνθρωπος της λεπτομέρειας. Κάθε μέρα ακολουθούσα το ίδιο δρομολόγιο με ορισμένες παραλλαγές, πάντα όμως ως σημείο στίξης είχα το σπίτι μου. Εκείνη τη μέρα κατέβηκα στην πόλη αφήνοντας πίσω δύο τζάμια σπασμένα, τον νιπτήρα ραγισμένο, τις πόρτες βυθισμένες. Μετά από όλα αυτά έφτασα στο κέντρο. Περίμενα την αύρα της πόλης να μου μιλήσει, τι να της έλεγα εγώ, δεν είχα ιδέα. Η σχέση μου με το αστικό κέντρο ήταν γραφική. Τα τρία καφενέ του στα οποία άφηνα τον εαυτό μου ελεύθερο τα βράδια, οι βιτρίνες των καταστημάτων την ημέρα, η τράπεζα, το παγκάκι για τσιγάρο και μπίρα χαμηλά, δίπλα στη θάλασσα. Ωραία. Εντόπισα κάτι. «Θα είναι μπροστά σου, πελώριος θα στέκει μα θα τον δεις μόνο όταν εσύ το θελήσεις». Δίπλα από τον εκθεσιακό χώρο είδα έναν πέτρινο κορμό, ήταν μισός, σπασμένος. Ναι, αυτός είναι. Ο μιναρές. Το τζαμί. Το παλιό που άντεχε ακόμα. Λίγο παρακάτω προσπάθησα να εντοπίσω ένα γυάλινο πάτωμα ανάμεσα στις τσιμεντένιες πλάκες του πεζόδρομου. «Οι άνθρωποι συνηθίζουν να βλέπουν αυτό που θέλουν. Εσύ θα δεις πραγματικά τι υπάρχει γύρω σου όταν θα σταματήσεις να βλέπεις αυτό που θέλουν οι άλλοι». Έψαχνα, δεν κατάφερνα να το βρω. Ρώτησα ένα περιστατικό μα γέλασε μαζί μου. Στεκόμουν ακριβώς δίπλα του. Δεν το πίστευα. Κοίταξα μέσα στο χάος του παρελθόντος. Ένας λαβύρινθος βρισκόταν εκεί κάτω. Φαίνεται πως είχαν φροντίσει να κρύψουν για τα καλά το παρελθόν, το άφησαν να κείτεται στο σκοτάδι. Προσπάθησα να θυμηθώ όλα όσα μου είχε πει. Τα τρία γράμματα.. Μα ναι, παραλίγο να το ξεχάσω. Έπιασα τον κατηφορικό πεζόδρομο που οδηγούσε στη θάλασσα. Κοίταξα το ρολόι μου ήταν κοντά τρεις. Κοιτούσα γύρω μου, έστρεψα το κεφάλι μου σε κάθε κρυφό σημείο ψάχνοντας το μισοφέγγαρο. «Το καλοκαιράκι όταν πιάσει πολύ ζέστη να πας να βρεις το μισοφέγγαρο εκεί. Ο ήλιος κι ένας θερμοσίφωνας μιας ταράτσας θα σου κάνουν παιχνίδια. Μα τότε θα βρεις τα τρία γράμματα..» Άρχισα να αισθάνομαι πως ήταν μεγάλη ανάγκη να τα βρω. Αγχώθηκα, ίδρωσα. Μα είπα να ηρεμήσω, έτσι δεν έβγαζα άκρη. Πήρα μια βαθιά ανάσα και προσπάθησα να γίνω λίγο πιο παρατηρητικός. Δεξιά τίποτα. Αριστερά οι σκιές εναλλάσσονταν. Ώσπου.. ξάφνου στον πέτρινο τοίχο της εθνικής τράπεζας σχηματίστηκε ένας ίσκιος σφαιρικός. Λίγο αργότερα πήρε το σχήμα που επιθυμούσα. «Το μισοφέγγαρο», ψέλλισα. Είχα βρει τον τόπο, μου έλειπε το σημείο. Έστριψα αριστερά στη γωνία της τράπεζας, βρήκα το χαλασμένο φρεάτιο, το μπαλωμένο πλακάκι με ξύλο. Έβγαλα το ξύλο, το τράβηξα με όση δύναμη μπορούσα. «روح» Αναζητώ τη μετάφραση στο διαδίκτυο, το μεταφράζω. «Ψυχή.» Έκλαψα. Στο κέντρο της πόλης που περπάτησα, που μέθυσα, που δεν έδινα λογαριασμό για τίποτα, να τώρα, ήμουν εδώ μπροστά από μια τράπεζα, από ένα φρεάτιο και έκλαιγα. Έκλαψα για τα «άσε με τώρα» στον πατέρα μου, τα «άλλη φορά», τα «πάλι για τα αρχαία μιλάς;» Μα εκείνος επέμενε να τα ανακαλύψω μαζί του. Δεν το έκανα ποτέ, δεν πρόλαβα. Μα ήταν το τελευταίο του ταξίδι που κατάφερε να με μυήσει στο πρώτο μου.