Η χιονοστιβάδα του θεάματος.

546102_301331339940537_650693800_n

Και να, που μέρες εορτάζουσες και μέρες λαμπρές με φώτα ζεστά στεκόμαστε στη σειρά για να αφαιρέσουμε τις πέτρες που εμποδίζουν την κατολίσθηση της ύλης, το ντόμινο μιας σειράς προγραματισμένων χιονοστιβάδων. Κι όλα αυτά έρχονται σε συνοδεία, κι οι μέρες οι ασθενικές μαζί, που τίποτα δεν τις μεταβάλλει ακόμα κι αν το χιόνι τις καλύψει.

Στις μέρες τις ασθενικές ”οι ασθενικοί” στέκονται γυμνοί με τα πόδια βουτηγμένα στο χιόνι σ’ ένα πυκνό σκοτάδι μπροστά στις διαφημιστικές θερμαινόμενες λάμπες της χριστουγεννιάτικης ανάστασης. Κι όλοι εμείς που αφαιρέσαμε τα πετρώματα που εμπόδιζαν την όψη της κανονιστικής πραγματικότητας, σταθήκαμε στην άκρη του βουνού με τις φωτογραφικές μηχανές περιμένοντας για την απαθανάτιση της στιγμής που θα κάλυπτε το α και το β του εαυτού μέσα στο χρόνο, αναπολώντας το, αδημονώντας το, δοξάζοντάς το. 

Κι ενώ βλέπαμε με το χέρι στο κουμπί το χιόνι πώς πέφτει, πόσο ορμητικά σαρώνει και σκεπάζει την πραγματικότητα, εμείς επιμένουμε να το εξυψώνουμε μετρώντας αντίστροφα 3, 2, 1. Κι είναι αυτούς που άλλοτε θα φτύναμε που μας συρρικνώνουν, που μας αδικούν, μας αφυδατώνουν, είναι όμως μέρος του γ έως το ω του εαυτού μας, είναι άλλης δικαιοδοσίας,  ήτοι ο χρόνος οριοθετείται σύμφωνα με το εθιμικό δίκαιο Εσωστρέφειας και Υποκρισίας.

——————————————

Το κουδούνι πράγματι χτύπησε. Κι ήρθε και του μίλησε για τότε που έμενε από πάνω του. Μα δεν ήρθε για κανέναν. Ήρθε γι’ αυτήν. Και την αξιοπρέπειά της. Φεύγοντας της έδωσε μια τσάντα πατάτες. Ευχαρίστησε βουρκωμένη, νιώθοντας ο ένας καλά κι ο άλλος καλύτερα. Στην τσάντα είχε βάλει κι ένα εικοσάρικο, για να μη θίξει όσα ζητήθηκαν αλλά δεν λέχθηκαν. Μέρες γιορτών. Μέρες χαράς. Μέρες θαυμάσιες, παράξενες μέρες…

Advertisements