Ο καρπός.

Τα φώτα σβήνουν
ο ουρανός με τ’ άστρα
φωτίζει πάλι.

Το σώμα υγρό
πάνω τα φύλλα πέφτουν
μεμιάς κολλάνε.

Τα μάτια κλειστά
τα τέσσερα βλέφαρα
που αγαπιούνται.

Ένας βάτραχος
πλατσουρίζει στο νερό
και μόνος φεύγει.

Τ’ αστέρια πέφτουν
τα φύλλα ξεραίνονται
μπροστά στα μάτια.

Η ώρα ήρθε
που το κρύο του χιονιά
θα τους ενώσει.

Ανησύχησε
μπροστά στο αεράκι
που τον ξύπνησε.

Αναζήτησε
την άγουρη κερασιά
που της χάρισε.

Χιόνι έστρωσε
τρεις νύχτες θα πέρασαν
όταν την βρήκε.

Σαν οπτασία
που ήταν ριζωμένη
στο ζεστό χώμα.

Μαύρο και άσπρο
αντίκρισε μπροστά του
χωρίς το δέρμα.

Την αγκάλιασε
και σκούπισε το χιόνι
απ’ το πρόσωπο.

Γλυκά κοιμόταν
με τον άγουρο καρπό
μέσα στο στόμα.

Τώρα στα κλαδιά
τη σκιά αναζητούν
τα πουλιά της γης.

Περασμένα χρόνια.

15050007

Χρόνιασε ο χρόνος για να δω τα περασμένα; Φτάνουνε τα δάχτυλα για να μετρήσω τα χαμένα;

Άραγες πίσω να κοιτάξω τη σπορά μου μήπως δω ή μπροστά να περπατήσω, τον εαυτό μου για να πείσω πως όλα χάθηκαν και δεν αξίζει πια γι’ αυτά να ζω;

Θε να κάνω μία σβούρα στα κλεφτά να θυμηθώ ή το βράδυ στο σκοτάδι να τ’ αγγίξω  – κι ας μην βλέπω – τη χαμένη την ψυχή μου μην πληγώσω και χαθώ;

Έσβησε η λαμπάδα της σποράς της περασμένης; Έρχεται η νέα; Περιμένει;

Πώς θα ξέρω πού πατάω αν το χθες δεν το μετράω, τις ανάσες σπαταλάω και μπροστά μου τη ζωή μου να ρουφήξω δεν βαστώ;

Πώς θα ξέρω ποια είναι η λήξη – άραγε το χθες θα σβήσει; Ή το μέλλον μου θα ορίσω και τον εαυτό θα πείσω πως ο χρόνος μου είναι η Πίστη, το καθαγιασμένο φως;

Να κοιτάξω πίσω τώρα, έφθασε αυτή η ώρα που η Πίστη θα με μάθει την αλήθεια μου να δω;

Να κοιτάξω τώρα μπρος μου, να βαδίσω μοναχός μου μέχρι ο χρόνος να χρονιάσει, τα μετά να γίνουν πράξη, θύμηση να γίνει η λήθη, όνειρο ο χρόνος που περνά μοναδικό;

 

 

Ο βωμός του εαυτού μας.

«Στο βωμό μιας εορτής εκπορνεύουμε τις απραγματοποίητες ζωές σας. Δημιουργούμε ήχους με τις φωνές μας, φτιάχνουμε αριθμούς με τους ανεξίτηλούς μας και κουρδίζουμε τα κενά των γραναζιών σας. Δημιουργούμε στιγμές για να θυμάστε και σας σφίγγουμε το χέρι με μια αόρατη ευχή για συντροφιά. Συνωμοτούμε και ταξιδεύουμε αντάμα στο παράλληλο, το επιθυμητό, το κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωση των ονείρων σας. Σας έχουμε ανάγκη.»

«Στο βωμό μιας εορτής σας παραδίδουμε τις ηδονές μας με το αντίτιμο που όρισε ο ανεξίτηλός σας. Θέλουμε να μας μιλάτε για να μην συλλογιζόμαστε, να μας αγαπάτε για να ικανοποιείται το απραγματοποίητό μας. Σας εμπιστευόμαστε τις στιγμές που παρελαύνουν στρατευμένες και νοθεύουν ζεστασιά τα σώματά μας. Αγοράζουμε χρώματα για να αναπνεύσουμε και λέμε τραγούδια για να μην μιλάμε στον παράλληλο εαυτό του ταξιδιού μας. Μας κάνετε επιθυμητούς καθώς βουλιάζουμε στον πάτο του ρεαλισμού μας. Η ανάγκη μάς έχει.»

Του σεβντά τα χνώτα.

avdazv
Στις λιθόχτιστες αυλές
 οι μανάδες και οι νιές
 τα προυκιά τσ’ αγάπης βλέπουν
 και τον έρωτά τους πλέκουν.
Μπρος στο μετερίζι οι νιοι
 στων θαμώνων το σκαμνί
 κάθονται κι αναθιβάλλουν
 νοσταλγούν κι αναστενάζουν:
Της αγάπης τη βροχή
 και της στάλας την πληγή
 να’ βρουν στέγη να σκεπάσουν
 και στη χούφτα τους ν’ αδράξουν.
Να κρατήσουν τη δροσιά
 στου ονείρου την ψευτιά
 κι ύστερα να τραγουδήσουν
 τον νταλκά τους ν’ αφορίσουν.
Στα κορμιά των γυναικών
 να ξορκίσουν το κακό
 πάνω στ’ ακροδάχτυλά τους
 να ηχήσει η λαλιά τους.
Στου κορμιού τους την πλεξιά
 να υφάνουνε προικιά
 στου γυμνού χαλκά το φως
 να μοιράσουνε το βιος.
Στο συρτό της μουσικής
 στο ολόγιομο της γης
 να χορέψουν για το θάμα
 στης ανηφοριάς το διάβα.
Με το χάραμα της γης
 στης κεράς τους την αυλή
 τα πεσκέσια τους να πέψουν
 κι όλους τους χορούς να στέσουν.
Να κουρδίσουν τα βιολιά
 να μελώσει η καρδιά
 μπρος στου δάσους το αγάλι
 στων αγίων το στεφάνι.
Των γερόντων η τριχιά
 μες στο δέρμα να ριγά
 τις ουλές ν’ αναστατώσει
 και τις ζάρες να μελώσει.
Κι η δακρύβρεχτη φωτιά
 να μην σβήσει το σεβντά
 «Άστηνε να σιγοσβήνει
 Ο καπνός της δε σε πνίγει.»

Αναπολήσεις μιας στιγμής.

Το σκοτάδι απόψε, είναι τόσο πικρό.

Η καρδιά μου θέλει να βαδίσει στα τυφλά,

Να δει πού βγάζει ο απέραντος δρόμος,

Που ξετυλίγεται μπροστά της,

μέσα στο σκοτεινό άπειρο.

Μάταια όμως.

Τίποτα δεν μπορεί να διακρίνει.

Ούτε καν να ανακαλύψει,

το μικρό στενό που οδηγεί στην λύτρωση.

Κι όμως προσπαθεί.

Πάντα προσπαθεί αναπολώντας το παρελθόν.

Προχωρεί τόσο σιγά, με βήματα σημειωτόν.

Ψηλαφίζοντας το χώρο, και αφήνοντας το χρόνο,

να περνά τόσο γρήγορα από δίπλα της.

Το ξέρει είναι δύσκολο, ή και πολύ νωρίς,

για να ζητάει την αναγέννηση,

αλλά πάντα προχωρώντας στα τυφλά,

μαθαίνοντας το χώρο και αφήνοντας το χρόνο,

να τραβάει μπροστά με το δικό του ρυθμό.

Ποθεί να μην κάνει ποτέ πίσω.

Ίσως δεν θα προλάβει να το κάνει αυτό…

Γραμμένο από την Αμαζόνα στις 8.10.2002. Πάρθηκε από  την συλλογή ποιημάτων του Συλλόγου Καρκινοπαθών Μακεδονίας- Θράκης.