Ο μουσικός αποχωρισμός του Σούμπερτ.

Ανάκατες οι σκέψεις όταν το μυαλό σου μεταφέρεται παράλληλα σε δύο χρονικές στιγμές στα βάθη του χρόνου, πίσω, πολύ πίσω και λίγο μετά οι συγκυρίες της στιγμής σε οδηγούν κάπου, λίγο πιο κοντά που και πάλι χρειάζεται να συστρατεύσεις όλη σου τη φαντασία και να την προσγειώσεις ομαλά στη γη σε μια πραγματικότητα που η κατάρα του χρόνου θα την ερμηνεύει πάντα ως καθαρά υποθετική.

Κι είναι τόσο μεγάλη η απόσταση! Κι είναι τόσο πικρή η απουσία της απτής τους παρουσίας στον κόσμο που κι εσύ γεννήθηκες μα η καταραμένη η φύση σε έφτυσε στο τώρα κι όχι στο πριν που σαν κατάρα μας γοητεύει και γελά.

Μα δεν είναι το μυαλό, ούτε η επιφανειακή πραγματικότητα που φέρνουν τα συναισθήματα σε μια προσομοίωση που μοιάζει τόσο μα τόσο με την πραγματικότητα! Τι ευτυχία! 

Στοιχείο κοινό είναι η μοναξιά, η μελαγχολία, η ένταση στο συναίσθημα, ο αποχωρισμός τους..

Schubert's_Brille

«Κανένας δεν καταλαβαίνει τη θλίψη ενός άλλου, κανένας δεν καταλαβαίνει τη χαρά ενός άλλου· η μουσική μου είναι το προϊόν του ταλέντου μου και του μαρτυρίου μου. Και αυτά που έχω γράψει μέσα στο μεγαλύτερο πόνο μου είναι αυτά που φαίνεται ότι ο κόσμος προτιμάει.»

Έτσι είχε πει ο Φράντς Σούμπερτ, αυτή η μουσική ιδιοφυία με τα μυωπικά γυαλιά που έζησε στην ίδια πόλη, τη Βιέννη, με τον Μπετόβεν και ποτέ δεν αισθάνθηκε πίκρα και δεν έπαυσε να εκφράζει τον θαυμασμό, την αγάπη του και τον σεβασμό προς Εκείνον, ακόμα και μετά τον ερχομό του αιώνιου ύπνου.

Κι ήταν άτυχος μια μέρα του 1820, μια μέρα σαν όλες τις άλλες που επισκέφτηκε σύγκορμος την οικία -άκουσον- του Μπετόβεν και ζήτησε να τον δει, να του δώσει ένα ληντ (ρομαντικό τραγούδι) που του είχε αφιερώσει, να του το δώσει ο ίδιος. Μα εκεί θα μπορούσε να νικήσει τη θλίψη του! Σε ποιον εκτός του Μπετόβεν! Μα εκείνος έλειπε, δεν ήταν λέει εκεί, έλειπε, είχε βγει έξω, η αφιέρωσή του απέμεινε στα χέρια μιας υπηρέτριας, μα πίκρα δεν είχε μέσα του, ποτέ γι’ αυτόν.

Αρχές του 1827…. Ο Σούμπερτ κλονίζεται ψυχικά από τη βαριά κατάσταση της υγείας του Μπετόβεν… Θα προσπαθήσει να τον επισκεφτεί στο κρεβάτι του πόνου, μα δεν θα τα καταφέρει. Τις τελευταίες μέρες της ζωής του ο Μπετόβεν θα διαβάσει τις παρτιτούρες τραγουδιών του Σούμπερτ κι είναι μια κουβέντα του που θα αποτελέσει την ύψιστη αναγνώριση: ”στον Σούμπερτ υπάρχει πραγματικά η Θεία σπίθα”. Έτσι θα πει…

Είναι 19 Μαρτίου και τον επισκέπτεται.. Πάλι! Για πρώτη φορά βλέπει το μουσικό θρύλο ύστερα από τόσα χρόνια διαμονής στην ίδια πόλη. Μια κουβέντα όμως να ανταλλάσεται μεταξύ τους, ε αυτό δεν εισακούστηκε ποτέ ως ευχή, ήταν πολύ αργά.. Ο Δάσκαλος του Σούμπερτ βρισκόταν σε κώμα και εφτά μέρες αργότερα θα πεθάνει.  Στην κηδεία του θα κάνει πρόποση κι αυτό που θα πει έμελλε να είναι μια επίκληση προς τον πόνο και το θάνατο: ” σε αυτόν που πρόκειται να ακολουθήσει’‘. Παιχνίδια της ζωής; Κι ήταν αυτός που ακολούθησε λίγο αργότερα από τύφο, στις 19 Νοεμβρίου του 1828, σε ηλικία μόλις 31 ετών..

Symphony_No._8_in_B_minor

*Αυτή είναι μια συμφωνία του Σούμπερτ που δεν τέλειωσε ποτέ. Όπως και η σχέση του με τον Μπετόβεν. Δεν ξεκίνησε, αλλά δεν τέλειωσε και ποτέ.

Ο αδερφός του εκπληρώνει την επιθυμία του Σούμπερτ και τοποθετεί τη σωρό του κοντά στον Μπετόβεν, μόλις τρεις τάφοι χώριζαν τους μεγάλους μουσικούς. Κι όταν μεταφέρονται τα οστά του Μπετόβεν, η πόλη της Βιέννης κάνει απλά το καθήκον της και τοποθετεί τον Σούμπερτ δίπλα ακριβώς απ’ τον αγαπημένο του Μπετόβεν.. 

Από τότε οι δυο τους, που ποτέ δεν βρέθηκαν στη ζωή, κείτονται σ’ ένα κοινό, βαθύ, αιώνιο ύπνο ο ένας δίπλα στον άλλο. Και πόσο ωραίο στην καρδιά ακούγεται διαβάζοντας φωναχτά την φράση που στολίζει το μνήμα του Σούμπερτ!

Die Tonkunst begrub hier einen reichen Besitz,aber noch viel schonere Hoffnungen” – Η Τέχνη της Μουσικής ενταφίασε εδώ ένα πλούσιο απόκτημα,αλλά ακόμη ωραιό­τερες προσδοκίες!

Beethoven_and_Schubert_graves_-_Zentralfriedhof_Vienna

Advertisements

Του Έρωτα και του Θανάτου

Εδώ και καιρό οι στίχοι ενός τραγουδιού, μάλλον του ποιήματος δίχως τη μουσική επένδυση, με κάνει κάθε φορά και ανατριχιάζω γι’ αυτό λοιπόν δεν θα μπορούσα παρά να προσφέρω μια ευχάριστη στιγμή σε όσους το επιθυμούν. Είναι ένα τραγούδι του Θανάση Παπακωσταντίνου με την ονομασία ” Του έρωτα και του θανάτου”. Το ποίημα στάλθηκε στο Θανάση ανώνυμα, προφανώς του έκανε εντύπωση και το μελοποίησε. Έτσι, κάθε φορά που το τραγουδούσε στις συναυλίες του, ζητούσε να βρεθεί ο δημιουργός των στίχων αυτών, ενός ανθρώπου που δεν ενδιαφέρθηκε στο να φανεί ο ίδιος παρά μόνο το έργο του. Ο δημιουργός του τελικά βρέθηκε και ήταν μια γυναίκα από το Ηράκλειο Κρήτης που διαμένει μόνιμα στη Θεσσαλία, η Μαρία Μουτσάκη. Παραθέτω τα ποίημα, γιατί έτσι πρωταρχικά το αντιμετωπίζω μαζί με μια εξαιρετική κριτική που ενδεικτικά αναφέρω παρακάτω, το σύνολο της οποίας μπορείτε να δείτε εδώ.

 

Στης πικροδάφνης τον ανθό και στις ιτιάς το δάκρυ

που στάζει όλο παράπονο στης ποταμιάς την άκρη,

στου κόρφου σου τα βότανα και στην ποδιά σου πάνω

έγειρα να αποκοιμηθώ, τον πυρετό να γιάνω.

 

Έκλεισα τα ματάκια μου κι είδα όνειρο μεγάλο,

πως σε μια αυλή, για χάρη σου, πάλευα με το χάρο.

Και φώναξες σαν σ’ έρπαξε και μ’ είδες να σαστίζω:

«Μη με φοβάσαι αγάπη μου λιβάνι κι αν μυρίζω,

μόνο σκουλήκι να γενείς, να ‘ρθείς να μ’ ανταμώσεις,

κρυφά στο σώμα μου να μπεις, γλυκό φιλί να δώσεις.

Ένα φιλί αλλιώτικο που ανάσα δε θα φέρνει

μα μες στης γης τις μυρωδιές τα κάλλη μου θα σπέρνει».

 

Σκουλήκι γίνηκα κι εγώ κι ήρθα να σ’ ανταμώσω,

κρυφά στο σώμα σου να μπω, γλυκά φιλιά να δώσω.

Στο έμπα χίλια σου ‘δωκα, στο έβγα δυό χιλιάδες,

γλυκά να λιώσεις, να χυθείς, σαν τις χλωμές λαμπάδες.

 

Κι εκεί στις γης τις μυρωδιές, στην παιχνιδιάρα σήψη,

ο Έρωτας το Θάνατο μπόρεσε να νικήσει.

Απ’ τα φιλιά που χάρισα στα κάλλη του κορμιού σου

λουλούδι φύτρωσε μικρό που πίνει απ’ τους χυμούς σου.

Λουλούδι που κι αν μαραθεί τη μυρωδιά δε χάνει

γιατί δακρύζει σαν ιτιά κι ανθεί σαν πικροδάφνη.

 

(…) Ο αφηγητής αποκαμωμένος από το πυρετό της αγάπης αποκοιμιέται στα γόνατα του  ερωτικού αντικειμένου του πόθου του, κάτω από της πικροδάφνης τον ανθό. Που όπως ξέρουμε κι από άλλα δημοτικά τραγούδια οδηγεί σε παράξενα όνειρα. Βρίσκεται λοιπόν σε ρόλο Διγενή να μαλώνει με το Χάρο όχι για να γλυτώσει τη ζωή του (ή τουλάχιστον όχι μόνο αυτή), αλλά  την αγαπημένη του.   Κι όταν ηττάται (μοιραία), εκείνη προλαβαίνει να του ζητήσει να μη στεναχωριέται  κι  αφού γίνει σκουλήκι, να πάει να την ανταμώσει.  Φλερτάροντας με το γκροτέσκο και το ανατριχιαστικό και ξεγλιστρώντας άνετα τελικά με αναίδεια σκανταλιάρικου παιδιού,  στη συνέχεια το ποίημα εξιστορεί πως ο αφηγητής  επιτελεί μέχρι τελευταίας κεραίας το αίτημα της “νεκρής νύφης”  του επιταχύνοντας παράλληλα και το λιώσιμο κορμιού της. (…)  Το κάνει και με τόσο  ιδιαίτερο ζήλο κι επιτυχία που θα τον ζήλευε και ήρωας ακριτικού τραγουδιού, καθώς “στο έμπα ” δίνει χίλια φιλιά και στο ” έβγα δυο χιλιάδες”. Το αποτέλεσμα της παράδοξης αυτής ένωσης στην “παιχνιδιάρα σήψη”  είναι η γέννηση ενός λουλουδιού αμάραντου.”

Εδώ μπορείτε να ακούσετε και τη μελοποίησή του από το Θανάση Παπακωσταντίνου.

Η κριτική πάρθηκε από το μπλογκ http://afterschoolbar.blogspot.gr.

Ψυχαγωγικές προσεγγίσεις στη συνωμοσία.

 

 

Τις προάλλες παρακολούθησα ένα μουσικό κουφέτο στο youtube και ομολογώ πως μέσα στη ζάλη του ψηφιακού ήχου έκανα μια στάση σε κάτι το οποίο, αν μη τι άλλο, με ενθουσίασε αρχικά και αμέσως μετά με έβαλε σε σκέψεις.

Το τραγούδι  ανήκει στον Woodkid ο οποίος είναι γνωστός για την σκηνοθεσία του σε αμερικάνικα βίντεο κλιπ (Μoby, Katy Perry, Lana Del Ray, Rihanna κλπ.)Το μουσικό κομμάτι το βρήκα πολύ καλό, ο συνδυασμός του όμως με το βίντεο που υποστηρίζει εικονικά το αποτέλεσμα είναι εξαιρετικό. Έσπευσα να βρω μερικές πληροφορίες για το σκεπτικό του εν λόγω βίντεο, πολύς κόπος για το τίποτα ή.. μήπως όχι;, αναρωτήθηκα.

Τυχαία λοιπόν έπεσα πάνω σε ένα σωρό θεωρίες για το τι μπορεί να κρύβονται κάτω από τις λέξεις, τι συμβολισμό έχουν τα στοιχεία που προβάλλονται και τελικά τι νόημα βγαίνει μέσα από όλο αυτό.Ενδεικτικά μία πιο ας το πούμε, ψαγμένη άποψη υποστήριζε τα εξής, συμπληρώνοντας ίσως κι εγώ μερικά κενά (αφού φυσικά παρακολουθήσετε το βίντεο και έχετε μία ιδέα για τους πιθανούς συμβολισμούς του- το πρώτο κουτάκι από δεξιά απενεργοποιεί τους ενοχλητικούς σχολιασμούς).

Στην αρχή (ο:ο3) εμφανίζονται δύο κλειδιά που συμβολίζουν την κρυφή γνώση που όλοι μας έχουμε μέσα μας έμφυτη και είναι έτοιμη να μας αποκαλυφθεί. Ο αναπτήρας (ο:12)  δηλώνει το ξεκίνημα της επανάστασης σε όλα τα επίπεδα, μιας ουτοπικής επανάστασης. Ο σκύλος (00:17) συμβολίζει τον άνθρωπο που ξύπνησε απ’ το λήθαργο και αντικρίζει ξαφνικά την πραγματικότητα. Το τατού με τους λύκους (0:26) αντιπροσωπεύει τη μασονική οργάνωση Wolf’s Head του πανεπιστημίου του Γέιλ. O νέος με το βιβλίο (ο:38) συμβολίζει την καθολική εκκλησία. Το κοιμισμένο παιδί στο βωμό, (0:40) ίσως ένα μελλοντικό μεσσία περιμένοντας να ξυπνήσει από το λήθαργο όταν ο κόσμος θα είναι έτοιμος για ανατροπή. Ο έφιππος πάνω στο άλογο (0:46) τους Ρώσους Μασόνους. Ο νέος με τον δαυλό (0:54) συμβολίζει τους Ιλουμινάτι ενώ η βροχή από στάχτη (1:40) μια επερχόμενη εισβολή. Ο τύπος με το μαχαίρι (2:05) τις μυστικές ισλαμικές οργανώσεις. Ο πολεμιστής με το τσεκούρι (2:07)  δηλώνει τη μασονική οργάνωση Πράσινος Δράκος. Η τρισδιάστατη πύλη τις κλειστές θύρες του παραδείσου (2:21), αποκάλυψη της κρυφής αλήθειας. Η πτώση των μετεωριτών (2:46)  μια πιθανή παγκόσμια καταστροφή. Το κτίριο που φαίνεται (3:39) το σημείο συνάντησης όλων των μασονικών κοινωνιών.

Διαβάζοντας ξανά όλα όσα μετέφερα σχεδόν με ακρίβεια από απόψεις ακροατών για το θέμα, γελάω όταν σκέφτομαι πόση διάθεση για θεωρίες συνωμοσίας υπάρχει αλλά και πόσο εύκολα μπορεί να υιοθετήσεις τέτοιες απόψεις επειδή σου φαίνονται ρεαλιστικές ή λογικές.Κάποιες μυστικές μασονικές οργανώσεις που πιθανώς αποτυπώνονται συμβολικά υπάρχουν, ωστόσο το θέμα των Ιλουμινάτι ή της Νέας Τάξης Πραγμάτων δεν εξαντλείται σε μία απλή συζήτηση. Εκτός των άλλων, σε μια ενδεχόμενη κουβέντα οι αντιφάσεις στις οποίες θα πέσουν οι ομιλητές, θα προκαλέσουν αμηχανία και σύγχυση!

Όπως και να’ χει, λίγη φαντασία παραπάνω δεν βλάπτει, αρκεί να γνωρίζουμε και να θέτουμε όρια, πατώντας γερά στο έδαφος..! Ακόμα και αν κάποιες αληθεύουν – ορισμένες γνωστές μυστικές οργανώσεις όπως η Skulls and Bones  για παράδειγμα υπάρχει, εμείς οι ίδιοι είμαστε αυτοί όμως που μπορούμε να φέρουμε ανατροπές τόσο σε ατομικό όσο και σε συλλογικό επίπεδο. Οπότε κάτι τέτοιες θεωρίες (μετά από σκέψη φυσικά!) με αφήνουν στο τέλος παντελώς αδιάφορο. Πάντως, αυτό που θεωρώ πως πρεσβεύει το βίντεο, είναι πιθανόν το ξεκίνημα μιας μεγάλης επανάστασης.

Η πιο αστεία εξήγηση που είδα πάντως αφορούσε τον νέο με τα τατουάζ (ο:34). Κάποιος θεωρούσε πως αυτή η χαρακτηριστική κίνηση που κάνουμε καμιά φορά όταν ξυπνάμε, θα μπορούσε κάλλιστα να αναφέρεται στην αφύπνιση του ανθρώπου για την επανάσταση.. Viva la revolution!

Μιλώντας για θεωρίες συνομωσίας δεν θα μπορούσα να αφήσω απ’ έξω μία πρόσφατη θεωρία που ελέχθη την προηγούμενη εβδομάδα έξω από το θέατρο Χυτήριο. Σύμφωνα με την κυρία αυτή έχει ήδη ξεκινήσει ο Τρίτος Παγκόσμιος Πόλεμος . Σας υπόσχομαι να ενθουσιαστείτε με τα επιχειρήματα της.

Η πραγματικότητα ξεπερνάει κάθε φαντασία.

Ξεκίνηστε το βίντεο στο 30:45.

Ο κρητο-ρεμπέτικος νταλκάς.

Δεν θα μπορούσα μετά από απουσία ημερών να αποτυπώσω σκέψεις που θα πρόσθεταν προβληματισμούς στο μυαλό όλων όσων διαβάζουν αυτές τις γραμμές ή που θα όξυναν τα πνεύματα. Άλλωστε ο στόχος μιας ανάρτησης θεωρείται ορθός απ’ τη στιγμή που αποτυπώνεται η πραγματική σκέψη ή το πραγματικό συναίσθημα του γραφέα! Γι’ αυτό λοιπόν επέλεξα να επιστρέψω λίγο στη μουσική που τόσο πολύ όλοι αγαπούμε…

Την κατάθεση αυτής της ανάρτησης την αιτιολογώ ως καθαρά συναισθηματική και αυθόρμητη (μετά από την κατανάλωση ατόφιας ρακής με καλή παρέα). Θα κάνω λοιπόν μία μικρή αναφορά στα κρητικά νταμπαχανιώτικα τραγούδια ή μανέδες, δηλαδή στα μη χορευτικά τραγούδια των αστικών περιοχών της δυτικής Κρήτης. Ο όρος ταμπαχανιώτικα σχετίζεται με τους ταμπαχανέδες (τα βυρσοδεψεία) και με τα Ταμπάχανα, τις συνοικίες των βυρσοδεψών. Μερικοί τα χαρακτηρίζουν ”κρητικά ρεμπέτικα” και  έχουν το επίκεντρό τους στα Χανιά και το Ρέθυμνο ενώ το ρεπερτόριο αυτό συνδέεται με το μπουλγαρί, τον κρητικό ταμπουρά, κορυφαίος εκπρόσωπος του οποίου υπήρξε ο Στέλιος Φουσταλιέρης (1911-1993), ρολογάς και οργανοπαίκτης από το Ρέθυμνο.

Την Κυριακή 4 Μαρτίου 2012 η εκπομπή ”Αλάτι της γης” η οποία προβάλλεται στο τηλεοπτικό κανάλι ΕΤ-1 ετοίμασε ένα αξιόλογο αφιέρωμα στα ταμπαχανιώτικα τραγούδια και στη μνήμη του Σ. Φουστανέλη (μπορείτε να δείτε ολόκληρη την εκπομπή εδώ) κάνοντας γνωστό στο ευρύ κοινό αυτό το είδος της κρητικής μουσικής που μεταξύ άλλων σώζεται αλώβητο και το ίδιο νταλκαδιάρικο ως τις μέρες μας.

Παρόλο που θεωρώ τον εαυτό μου κάτοικο του πλανήτη γη, συνδύασα τον ήχο με εικόνα, δίνοντας μια γεύση από το άγριο νησί με τις γαλήνιες παραλίες και τις επιθετικές του βουνοκορφές. Ένα νησί που η μουσική παράδοση καλά κρατεί, αρκεί να ξέρεις να την επιλέγεις σωστά, από ανθρώπους που ξέρουν να εκτιμούν το παρελθόν και με την ίδια σεμνότητα να συνεχίζουν στο μέλλον.

This slideshow requires JavaScript.

Κάνοντας όμως μια αναφορά και στο σήμερα, το παρακάτω τραγούδι θεωρείται ένα εκπληκτικό μείγμα ταμπαχανιώτικων τραγουδιών όπως τον πισκοπιανό μανέ, Σαν είχες άλλον στην καρδιά, Όσο βαρούν τα σίδερα, Κράτα καλό λογαριασμό. Τραγουδάει ο Ψαρολάμπης (αδερφός του Ψαρογιώργη και γιος του Ψαραντώνη) μαζί με την Klaudia Delmer.

Κλείνω με ένα απόσπασμα από μία συνέντευξη του Νίκου Καζάντζακη σε γαλλικό ραδιόφωνο το 1955. Μεταξύ άλλων είπε:

«Πώς σου φάνηκε η ζωή, παππού;» ρώτησα μια μέρα ένα γέρο Κρητικό, εκατοχρονίτη, γεμάτο παλιές πληγές, τυφλό. Ζεσταίνονταν στον ήλιο, κουκουβιστός στο κατώφλι της καλύβας του. Ήταν περήφανος στ’ αυτιά, όπως λέμε στην Κρήτη. Δεν άκουε καλά. Τού επανέλαβα την ερώτηση: «Πώς σου φάνηκε η μεγάλη σου ζωή, τα εκατό σου χρόνια, παππού; Σαν ένα ποτήρι δροσερό νερό» μου απάντησε. «Και διψάς ακόμα παππού;» Σήκωσε απότομα το χέρι. «Καταραμένος αυτός που πια δε διψάει» φώναξε. Αυτοί είναι οι Κρητικοί. Πώς να μη τους κάνω σύμβολο;

Μεθυσμένα ξωτικά.

Τα όνειρα που βυζάξαμε με της καρδιάς μας το αίμα
πέταξαν και χαθήκανε μες της ζωής το ρέμα.
Μα τάχα εμείς παντοτινά τ’ άφθαστα θα ζητούμε
Βάλτε να πιούμε…

Αδέλφια κάτω η βάρκα μας στο μόλο μας προσμένει
Ελάτε οι ταξιδιάριδες να πιούμε συναγμένοι
στο περιγιάλι το φαιδρό κι ας γλεντοτραγουδούμε
Βάλτε να πιούμε…

Μάχη στη μάχη κραυγή στην κραυγή

Απ’το στόμα ποια θα βγει;

Ανήσυχο πνεύμα, παντού φασαρία

Το αντίθετο ρεύμα δεν έχει έννοια…

Πέρα από την εικονική ζάλη των ημερών,

την ιδεολογική ευαισθησία του ανθρώπινου νου,

τις μακρόσυρτες εποικοδομητικές ή μη συζητήσεις,

τις δύσκολες ομορφοστόλιστες σκέψεις που χαϊδεύουν την πεπερασμένες ελπίδες  του μυαλού και της αυτο-ύπαρξής του,

τις σύνθετες λέξεις που κουράζουν το μυαλό,

τις ατέλειωτες υποθέσεις που γνωρίζουν το αποτέλεσμα πριν την πράξη,

την απαραίτητη προσοχή σε πρόσωπα,

τις εκφράσεις και τις πλουσιοπάροχα μελετημένες σχηματισμένες χειρονομίες,

το ξεφύσημα στο τέλος μιας αδιέξοδης κοινωνικής συζήτησης με άγνωστη αναφορά στο Εμείς

τον κατασκευασμένο επαναλαμβανόμενο σταυρόκομπο μιας πρότασης,

τη μελωδία της αίσθησης της ευτυχίας,

την υποβάθμισή μας ως άνθρωποι αλυσιδωτοί εν αγνοία και πλειοψηφικοί,

τα παραδόξως ασταμάτητα φωτογραφικά χαμόγελα υπό το άγρυπνο βλέμμα της αυταπάτης,

εύχομαι

κρασί κι εβίβες.        

Ένα μπλουζ για τον άνθρωπο της Μπαστόν.

Σκέφτηκα να ξεφύγω για λίγο από την πολιτική ανικανότητα και την οικονομική-κοινωνική κρίση που μαστίζει τη χώρα, είναι αδιανόητο να φανταστούμε τους εαυτούς μας να μιλάνε, να σκέφτονται, να γράφουν συνέχεια γι’ αυτό. Η σκέψη και ο προβληματισμός είναι ένα απ’τα χαρίσματα του ανθρώπινου εγκεφάλου που πρέπει να καλλιεργούμε και να εξασκούμε. Βέβαια η πολιτική σκέψη είναι όπως ένας κόκκος άμμου σε μια παραλία. Αποτελεί μόνο ένα από τα αμέτρητα συστατικά της φύσης του εγκεφάλου μας. Γι’ αυτό και εγκαινιάζω αυτή τη νέα κατηγορία με ένα αγαπημένο τραγούδι που συνοδεύεται από μία μικρή ιστορία. Ας πάρουμε όμως τα πράγματα λίγο από την αρχή…

΄΄Ήμουν κρυμμένος πίσω από το ψηλό δέντρο που είχαν γκρεμίσει ή είχε πέσει… Και μπορούσα να δω αυτούς τους Γερμανούς στα δάση κατά μήκος αυτού του μεγάλου πεδίου…

Και είδα αυτό το νέο παιδί να σέρνεται αργά σε ένα χαντάκι, ευθεία προς το δικό μου δέντρο. Δεν τον πυροβόλησα, αλλά μόλις σηκώθηκε, στα τρία-τέσσερα πόδια απόσταση από μένα, του φώναξα να παραδοθεί.

Και αντί να παραδοθεί, έστρεψε το όπλο του προς το μέρος μου, κάτι το οποίο ήταν ακαριαίος θάνατος γι’ αυτόν..

Αλλά αυτός ο νέος άντρας ήταν ξανθός, είχε γαλάζια μάτια, φρέσκο δέρμα, ήταν τόσο όμορφος. Ήταν σαν ένας μικρός άγγελος. Ωστόσο έπρεπε και πάλι να τον πυροβολήσω… Και δεν με ενόχλησε την πρώτη βραδιά, γιατί πήγα για ύπνο, ήμουν πολύ κουρασμένος. Αλλά το δεύτερο βράδυ ξύπνησα κλαίγοντας, γιατί αυτό το παιδί ήταν εκεί…

Από εκείνη τη μέρα και μετά ξυπνάω πολλές φορές τη νύχτα, κλαίγοντας γι’ αυτό το παιδί.. Ακόμα τον βλέπω στα όνειρά μου.. Και δεν ξέρω πώς να τον βγάλω απ’ το μυαλό μου…΄΄

Αυτή είναι η ιστορία του Τζόσεφ Ρόμπερντσον (Joseph Robertson). Ήταν ένας στρατιώτης του Αμερικανικού Στρατού κατά τη διάρκεια του Δεύτερου Παγκόσμιου Πολέμου και πολέμησε στη μάχη των Αρδεννών. Αυτή η μάχη ήταν η τελευταία μεγάλης κλίμακας επίθεση του Γ΄ Ράϊχ στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, μεταξύ 16 Δεκεμβρίου 1944 και 25 Ιανουαρίου 1945, κατά μήκος των συνόρων του Βελγίου και του Λουξεμβούργου, με σκοπό την κατάληψη του ποταμού Μεύση (Meuse) και του λιμανιού της Αμβέρσας.

Αυτός ο νέος άνδρας πολέμησε για τα εθνικά συμφέροντα της πατρίδας του. Όπως πολεμούσε επίσης για ελευθερία από τον ζυγό του ναζιστικού ιμπεριαλισμού. Είχε ωστόσο μία διαφορά σε σχέση με άλλους στρατιώτες. Ήταν πάνω απ΄ όλα άνθρωπος. Δεν περίμενε ότι θα δολοφονούσε. Ότι ο πόλεμος δεν ήταν αυτό που μπορεί να του περιέγραφαν πίσω στην Αμερική. Ο πόλεμος είναι σκληρός. Μία στολή σε κατατάσσει σε ομάδες. Ράβοντας μερικά γαλόνια πάνω της αμέσως η εξουσία από άνθρωπο σε άνθρωπο νομιμοποιείται. Μιλώντας μία διαφορετική γλώσσα, το σώμα σου φαίνεται να μοιάζει διαφορετικό και αυτό. Δημιουργείται η εντύπωση πως ο κάθε λαός σ’ αυτόν τον πλανήτη προέρχεται από κάπου αλλού. Έχοντας διαφορετικό χρώμα, αυτόματα σκέφτεσαι διαφορετικά, μιλάς διαφορετικά, αντιλαμβάνεσαι διαφορετικά. Η διαφορά  όμως έγκειται στο σεβασμό της διαφορετικότητας επί ίσοις όροις. Εκεί το διαφορετικό είναι συνάμα και ίδιο. Διότι στον ίδιο πλανήτη τελικά γεννηθήκαμε, στον ίδιο πλανήτη ζούμε και στο ίδιο χώμα καταλήγουμε…

Το τραγούδι των Crippled Black Pheonix ξεκινάει με τον Τζόσεφ Ρόμπερτσον να αφηγείται. Το τραγούδι και οι στίχοι του αναφέρονται στην τραγική ιστορία του πολέμου, του θανάτου, μιλάει για τους ανθρώπους που μας πότισαν το μυαλό να μισούμε. Γενναίος για κάποιους μπορεί να μην είναι που δεν σκότωσε μια ντουζίνα στρατιώτες των Ναζί. Είναι όμως  γενναίος που μοιράστηκε με τον κόσμο αυτή την ανθρώπινη ιστορία, δείχνοντας με τον πιο απλό τρόπο τη φρίκη του πολέμου. Δεν έχει σημασία αν τα θύματά σου είναι ένα ή πολλά περισσότερα. Ή από ποια σκοπιά το βλέπεις. Το ίδιο ισχύει για όλες τις περιπτώσεις πολέμων. Εκεί που η ανθρώπινη αξία γίνεται θύμα των ζωϊκών της ενστίκτων. Γίνεται έρμαιο του μοναδικού προτερήματος που έχει ο άνθρωπος έναντι των άλλων ζώων. Τη λογική ή αλλιώς τη νόηση. Ή μήπως τελικά δεν διαθέτει καθόλου;

Η ιστορία που αφηγείται ο Τζόσεφ Ρόμπερτσον είναι η ιστορία που έχω μεταφράσει στην αρχή της ανάρτησης. Καλή ακρόαση!

Τα blues του πεζόδρομου…

Περπατούσα στο δρόμο επιστρέφοντας από μία συνάντηση με έναν καθηγητή της σχολής σχετικά με τη διπλωματική μου. Βρισκόμουν στον κεντρικό πεζόδρομο της πόλης, περπατούσα αργά και βασανιστικά, είχα ένα βάρος στην πλάτη, ίσως ήταν το φορτίο δύο ωρών που μου χάρισε ο κύριος Χατζηβασιλείου μιας και οι συνεχείς του αναφορές στα ακαδημαϊκά κουτσομπολιά του πανεπιστημίου και κατά πόσο ή όχι ο πρύτανης γλίτωσε τελευταία στιγμή το μεγάλο σκάνδαλο, με άφηνε παντελώς αδιάφορο. Άναψα ένα τσιγάρο και αναρωτήθηκα πόσο δύσκολο ήταν να αμφιταλαντεύεσαι μεταξύ ενός ριζοσπαστικού οραματιστή και ενός πλήθους γύρω σου ανένταχτο, απαθές, μπερδεμένο και απροσάρμοστο. Ανέβαινα προς την πλατεία, ο κόσμος διάσπαρτος γύρω μου χάζευε τις κλειστές βιτρίνες, γελούσε κατηφορίζοντας προς τις νυχτερινές εκμεταλλεύσιμες πηγές διασκέδασης, αδειάζοντας με αυτό τον τρόπο το κεφάλι τους από σκοτούρες και υποχρεώσεις οι οποίες τους είχαν οδηγήσει σε αλκοολούχες διεξόδους.Με σκυμμένο λοιπόν το κεφάλι δεν μπήκα στον κόπο να κοιτάξω τι συμβαίνει γύρω μου, έστω να χαζέψω λιγάκι να περάσει ανεπαίσθητα η ώρα μέχρι την επιστροφή μου. Κόντευε 2 το πρωί και έφτανα στο τέλος του πεζόδρομου όταν άκουσα μουσικές νότες από μακριά να μου γαργαλάνε το αυτί . Αυτομάτως σήκωσα το κεφάλι μου να κοιτάξω ευθεία συνειδητοποιώντας όμως πως μουσικές υπήρχαν παντού γύρω μου, ήταν ανόητο η συνείδησή μου να ξύπνησε απ’τον προσωρινό της λήθαργο. Συνέχισα πιστά την διαδρομή μου με σκυμμένο ξανά το κεφάλι νιώθοντας το βάρος πιο έντονο χωρίς να έχω πλέον τη δύναμη να το κινήσω ξανά. Λίγα δευτερόλεπτα όμως ήταν αρκετά για να βρω ανεξερεύνητες μυικές δυνάμεις και με εξαιρετικό ενδιαφέρον να προσπαθώ να αφουγκραστώ μουσικά κύματα τα οποία πλημμύριζαν την ατμόσφαιρα και με παρακινούσαν να προχωρήσω στα βαθιά. Στο βάθος είδα μία σκιά που δύσκολα θα την χαρακτήριζες ως μία καθημερινή ανθρώπινη μορφή με καθαρά, σιδερωμένα σακάκια ή με λουστραρισμένα παπούτσια. Διέκρινα έναν άνθρωπο γύρω στα 70 με ένα γαλάζιο πουκάμισο, ελαφρώς τσαλακωμένο και στραβοκουμπωμένο με ένα σακάκι που θα υποψιαζόσουν ότι ήταν κλεμμένο από κάποιον μεγάλο στρατηγό που κάποτε μπορεί να μεσουρανούσε, ενώ μου έκανε εντύπωση το μαλλί του που ήταν πολύ καθαρό, πλούσιο και δεμένο προς τα πάνω. Είχε αφήσει ένα μακρύ γένι στο πηγούνι του και, αφού είχα φτάσει πολύ κοντά,με ξένισε λίγο μία ταλαιπωρημένη οδοντοστοιχία και ένα χρυσό δόντι στην δεξιά πλευρά. Ήταν όρθιος κρατώντας μία κιθάρα η οποία ήταν γεμάτη από αυτοκόλλητα με τοπωνύμια και μικρά αποφθέγματα. Στάθηκα για μια στιγμή και έμεινα έκπληκτος από τον τρόπο που εκδηλωνόταν παίζοντας και τραγουδώντας. Μου θύμιζε υπερβολικά τον νευρώδη και σπασμωδικό ρυθμό του Iggy Pop και την αξεπέραστη νοσταλγική γοητεία του Jim Morrison. Είχε ακουμπήσει μπροστά του ένα χακί καπέλο το οποίο δεν παρατήρησα να έχει περισσότερα από 4 με 5 ευρώ. Ο κόσμος που περνούσε δεν έδινε σημασία, ήταν ντυμένος στα καλά του και δεν είχε διάθεση να σταθεί για μια στιγμή να χαζέψει, να θαυμάσει, να νοσταλγήσει ή να χειροκροτήσει. Ίσως κάποιος να θεωρούσε ντροπή να εκδηλωθεί ενώπιον της παρέας του, μπορεί να τον χλεύαζαν και να τον θεωρούσαν ΄περίεργο΄…  Η φωνή του ήταν βραχνή, δεν είχε ίσως τη δύναμη να βγάλει τις σωστές νότες, όμως ήμουν σίγουρος πως αυτές οι χορδές κάποτε μπορούσαν να καλύψουν ολόκληρο το τετράγωνο. Ανατρίχιασα. Τραγουδούσε το ΄Outside woman blues΄ του Blind Joe Reynolds. Η εκτέλεση του δεν μου θύμισε τόσο πολύ την πρωτότυπη εκτέλεση, πλησίαζε ωστόσο την εκτέλεση του Eric Clapton, γρήγορη και άκρως ρυθμική… Ήταν εκστασιασμένος και πάνω που ήμουν έτοιμος να του δώσω τις χρηματικές μου ευχαριστίες σταμάτησε ξαφνικά βγάζοντας απότομα απ’το σακίδιο του ένα μπουκάλι νερό για να δροσίσει τις φωνητικές του ικανότητες. Συνήθως εμείς οι άνθρωποι είμαστε αρνητικοί και αδιάλλακτοι στην μάθηση και στην διαφορετικότητα της στιγμής μέσα από την εξερεύνηση των εμπειριών κάποιου άλλου, πόσο μάλλον εάν αυτός ο άλλος είναι κάποιος άγνωστος. Ποτέ λοιπόν δεν είχα μπει στη διαδικασία να αλλάξω τα πλάνα μου και να αφήσω τον εαυτό μου να με συγκινήσει κάτι στιγμιαίο και απροσδόκητο. Ενστικτωδώς όμως γνώριζα πως κάτι θα κέρδιζα από μια τέτοια ρακένδυτη φιγούρα.  Ακολούθησε ένας διάλογος χωρίς  να έχω ιδέα τι θα μπορούσε κάτι τέτοιο να μου προσφέρει…

–        Παίζεις πολύ ωραία, το ξέρεις;

–        Σ’ ευχαριστώ φίλε, απλά βγάζω αυτό που έχω μέσα μου.

–        Είμαι σίγουρος γι’αυτό. Το τραγούδι που έπαιξες ήταν το ΄Outside woman blues΄;

–        Ναι αυτό ήταν. Έχεις φωτιά; Ευχαριστώ. Μπορώ να κρατήσω τον αναπτήρα, κάπου τον έχασα. Να’σαι καλά φίλε.

–        Έλληνας είσαι; Φαίνεσαι ξενόφερτος.

–        Ναι, γεννήθηκα στην Αθήνα. Να πάρε ν’ανάψεις.

–        Σ’ευχαριστώ. Πώς και ξέρεις τόσο καλή κιθάρα; Ξέρω να ακούω, αλλά όχι να παίζω. Δεν έτυχε.

–        Δεν είναι τίποτα δύσκολο. Ψυχή θέλει. Όλα τ’ άλλα είναι εξάσκηση.

–        Δεν θέλω να σε προσβάλλω αλλά δείχνεις σα να μεγάλωσες αλλού. Σαν να έρχεσαι από άλλη δεκαετία. Μ’αρέσει αυτό που βλέπω.

–        Ο κόσμος δεν αλλάζει φίλε, οι εποχές αλλάζουν. Εγώ απλά παραμένω ο ίδιος.

–        Στην Αθήνα μεγάλωσες;

–        Όχι. Λέω να συνεχίσω να παίζω. Να βγάλω κανένα φράγκο, καταλαβαίνεις.

–        Πάρε 5 ευρώ από μένα, θέλω να συνεχίσουμε την κουβέντα μας μετά.

–        Όπως θες.

Συνέχισε το ρεπερτόριό του με το ΄Where did you sleep last night΄ από Leadbelly. Ανατρίχιασα για άλλη μια φορά, ένιωθα πως βρισκόμουν σε μία συναυλία προορισμένη μόνο για μένα. Αγκάλιασα τους συναισθηματικά φορτισμένους στίχους και ένας κόμπος μ’έπιασε στο λαιμό με την βραχνή, γρυλίσια φωνή του κατασκευασμένη από αυθεντικούς νέγρικους υπόγειους κύκλους. Το τραγούδι τελείωσε και τον χειροκρότησα διακριτικά, βγάζοντας το δεύτερο κατά σειρά τσιγάρο, περιμένοντας να το ανάψω απ’τον αναπτήρα που μόλις του χάρισα.

–        Έλα άναψε.

–        Σ’ ευχαριστώ. Είσαι απίστευτος ερμηνευτής. Έχω μείνει άναυδος, αλήθεια στο λέω. Το καπέλο σου θα έπρεπε να ξεχειλίζει από ευρώ και δολλάρια αυτή τη στιγμή.

–        Βρίσκομαι έξω απ’τα νερά μου τι περιμένεις απ’τους Έλληνες.

–        Μην το λες αυτό. Υπάρχουν πολλοί άνθρωποι εδώ που ξέρουν να εκτιμούν τα blues και την καλή μουσική. Είναι δύσκολο όμως να τους βρεις…

–        Δύο είναι τα τινά φίλε. Σκέψου έναν που θα έπαιρνε ένα γέρικο κορμί σαν το δικό μου και θα το ανέβαζε σε μια σκηνή να τραγουδήσει.

–        Ομολογώ πως εδώ δεν έχεις άδικο…

–        Πάει αυτό. Σκέψου τώρα πόσοι τύποι σαν κι εσένα υπάρχουν εκεί έξω που θα σταματούσαν να με ακούσουν. Να δώσουν προσοχή σε κάτι που τους αρέσει όπως τα blues.

–        Δεν καταλαβαίνω τι εννοείς.

–        Εννοώ πως όλοι θέλουν το έτοιμο. Στις μέρες μας θα πας να ακούσεις blues, rock ‘ n’ roll ή jazz μόνο σε κάποιο κλειστό χώρο, που θα έχει τραπεζάκια με δερμάτινες καρέκλες, με μια σερβιτόρα που θα σου φέρει το ποτό στο καθαρό ποτήρι χωρίς εσύ να χρειαστείς να κάνεις τίποτα. Μετά, μόλις ξεκινήσει το πρόγραμμα, θα γεύεσαι το αλκοόλ ακούγοντας μουσικές από Muddy Waters και  Ray Charles με την μεθυστική επένδυση πολύχρωμων φωτορυθμικών. Δύσκολα θα παίξει κάποιο κομμάτι από Robert Johnson, άντε να έχει συμπεριλάβει το πολύ κάποιο γνωστό εμπορικό κομμάτι από John Lee Hooker.

–        Κατάλαβα τι θέλεις να πεις. Επέτρεψε μου να σου πω ότι ο κόσμος στις μέρες μας έχει αλλάξει ριζικά. Είναι λίγοι αυτοί που θέλουν να ακούσουν αληθινή μουσική. Μουσική που να βγαίνει απ’την καρδιά σου.Είσαι μοναχικός άνθρωπος που τραγουδάς μοναχικά τραγούδια. Δεν έχεις οικογένεια; Θα είμαι γεναιόδωρος αν μου πεις.

–        Τ’ όνομά σου φίλε;

–        Χάρης.

–        Χάρηκα φίλε. Το δικό μου είναι Γιάννης ή όπως οι περισσότεροι ζωντανοί και νεκροί θα με έλεγαν Jonny’s Little Angel.

–        Πώς βγήκε αυτό το όνομα;

–        Όπως στις περισσότερες ιστορίες, έτσι και σ’εμένα έχει να κάνει με μια γυναίκα στη μέση. Αλλά ρώτησέ με καλύτερα αυτά που έχεις στο μυαλό σου γιατί σε λίγο θα φύγω.

–        Πού μένεις;

–        Εδώ κοντά, σε ένα κοινόβιο αναρχικών-αντιεξουσιαστών.Προσωρινά μέχρι να βγάλω λίγα χρήματα και επιστρέψω πάλι στην Αθήνα.

–        Βλέπω πάνω σου πολλές ιστορίες χαραγμένες και μία ζωή διαφορετική απ’ότι μπορεί να έχουμε συνηθίσει. Εμπιστέψου ένα πελάτη σου μιας και ο κόσμος βρίσκεται αλλού αυτή τη στιγμή… Θα υπάρχει ανταμοιβή γι’ αυτό, στο υπόσχομαι.

–        Φίλε δεν θέλω τα λεφτά σου.Αυτό που μπορώ να σου πω είναι ότι έφυγα στα 18 μου για Αμερική. Οι γονείς μου είχαν λεφτά, εγώ δεν τα ήθελα. Ο αδερφός του πατέρα μου ήταν εκεί. Ήταν δύο αδέλφια με διαφορετική νοοτροπία. Ο θείος μου με υποδέχτηκε καθώς ήξερε τι πίεση μου ασκούσαν οι γονείς μου σχετικά με τις σπουδές μου. Έφυγα στα κρυφά και πήγα στην Καλιφόρνια, στο Σαν Φρανσίσκο. Εκεί ο θείος μου με στήριξε με όλες του τις δυνάμεις. Σπούδασα Οικονομικά στο πανεπιστήμιο της Καλιφόρνια στο Berkeley και εκεί βρήκα την ουσία της ζωής φίλε…

–        Τι εννοείς ακριβώς;

–        Εκεί γεννήθηκε το  Κίνημα της Ελευθερίας του Λόγου καθώς και οι μαζικές κινητοποιήσεις κατά του πολέμου του Βιετνάμ. Έζησα την πιο ξέφρενη ζωή στη διασταύρωση των δρόμων Χάιτ και Άσμπερι στο Σαν Φρανσίσκο. Εκεί βρισκόταν ο πυρήνας των χίπιδων και των φιλελεύθερων διανοητών. Είδα πολλές φορές την Τζάνις Τζόπλιν να καταρρέει απ’το πολύωρο τραγούδι και είδα τους Grateful Dead μέσα σ’ένα σύννεφο καπνού όταν κατάφερα να μπω για λίγο στο τριώροφο σπίτι τους στην οδό Άσμπερι. Όλα χάλασαν μετά το 1966 όταν απαγορεύτηκε το LSD και μαζί μ’αυτό κάθε φιλελεύθερο όνειρο και ιδεώδες. Όλοι άρχιζαν να εξαρτιώνται απ’αυτό καθώς δεν ήταν πλέον επιτρεπτό και κατάντησαν πολλοί μαστουράκια και ντήλερς. Έχω δέκα χρόνια πίσω στην Ελλάδα και δεν νιώθω πως άλλαξε τίποτα απ’όταν έφυγα. Μπορεί να αυξήθηκαν τα αυτοκίνητα, να ανέγειραν πολυκατοικίες αλλά ο καθωσπρεπισμός και ο συντηρητικός ιός των Ελλήνων φαίνεται πως δεν έσβησε ποτέ.

–        Νιώθω πως είσαι ένας θρύλος Johnny’s Little Angel. Έχεις ζήσει τόσα πολλά που μακάρι να είχα γευτεί μία μέρα απ’αυτές που έζησες εσύ. Πάντως μην τα βλέπεις όλα μονοδιάστατα, η ελληνική νεολαία σήμερα έχει κάνει βήματα προόδου…

–        Σεξουαλική απελευθέρωση θεωρείς πως έχει καμία σχέση με την ψυχική απελευθέρωση; Με την επιστροφή στις βασικές ανθρώπινες αξίες; Συγνώμη που στο λέω έτσι αλλά το να πάει μια κοπέλα με δυο και τρεις άντρες συγχρόνως στις μέρες μας, αυτό δεν λέγεται απελευθέρωση. Αυτό για μένα δηλώνει στιγμιαία χρονική απελευθέρωση των κομπλεξικών και ανασφαλών πτυχών του χαρακτήρα τους. Έτσι ακριβώς όπως στο λέω. Περνούν μικροί και μεγάλοι από μπροστά μου και ντρέπονται ή φοβούνται να βγάλουν το πορτοφόλι τους και να αφήσουν ένα κέρμα. Πίστεψέ με δεν το κάνω για τα λεφτά. Οι γονείς μου έχουν πεθάνει, όλη τους η περιουσία πήγε σε μένα. Βλέπεις όμως κάτι ακριβό πάνω μου; Νοίκιασα κανένα ξενοδοχείο; Επίσης δεν νομίζω να πιστεύεις πως μένω σε καμιά πολυτελέστατη έπαυλη. Η ουσία ξέρεις ποια είναι; Να πιστεύεις σε κάτι φίλε. Οτιδήποτε. Σε κάτι! Μα η κιθάρα θα είναι αυτή, το τσιγάρο σου, η γκόμενά σου , το παπούτσι σου, η βούρτσα σου, έστω σε κάτι! Γιατί αυτό το κάτι θα σε κάνει καλύτερο άνθρωπο. Θα σε βοηθήσει να αφοσιωθείς στην ιδέα γύρω απ’αυτό που πιστεύεις. Εγώ μένω στο κοινόβιο γιατί βρήκα δέκα ανθρώπους που μπορώ να μιλήσω. Οι οποίοι με ξέρουν και χάρηκαν που με την παρουσία μου τους δίνω ελπίδα και όνειρα για το παρελθόν που νοσταλγούν και για το μέλλον που θέλουν να ζήσουν. Πιστεύουν σε κάτι κι εγώ είμαι η ζωντανή απόδειξη. Τι καλύτερο απ’αυτό;

–        Έχεις δίκιο.. Με αποστόμωσες πραγματικά. Ήρθε η ώρα να φύγεις, πήγαινε να ξεκουραστείς. Ήδη κέρδισα πολλά απ’τη συζήτησή μας… Κι εγώ θα κρατήσω την υπόσχεσή μου.

–        Μην αφήσεις τίποτε άλλο. Παραδέχομαι πως είμαι ένας μοναχικός τύπος που για μια βραδιά εξιλεώθηκε από το ενδιαφέρον, όχι ενός απλού περαστικού, αλλά ενός ανθρώπου που το λέει η καρδιά του. Μου χάρισες μια όμορφη στιγμή άσε να στο ανταποδώσω. Να, πάρε αυτό και εύχομαι οι δρόμοι μας να ξανασυναντηθούν έτσι απρόσμενα και ξαφνικά όπως απόψε. Βαθιά μέσα σου είσαι και συ ένα παιδί των λουλουδιών.

Μου έδωσε κάτι συναρπαστικό. Το πιο όμορφο και πολύτιμο δώρο που μου έκαναν ποτέ. Ο κόσμος γύρω μου χάθηκε και νοερά μεταφέρθηκα στα 1969. Είναι 16 Αυγούστου 1969 και βλέπω τον κόσμο να χάνεται μέσα στους μουσικούς ψυχεδελικούς ρυθμούς κι εγώ – ένα παιδί απ’την επαρχία – να προσπαθώ να προσαρμόσω το μυαλό μου και το σώμα μου σε μια άλλη διάσταση, σε μια άλλη εποχή, σε μια ιστορική στιγμή. Το σώμα μου ακολούθησε τελικά τον παλμό και άρχισε να λικνίζεται στους ρυθμούς του ΄Soul Sacrifice΄ του Carlos Santana…