Ένας αριθμός.

«Το 73 να έρθει μπροστά σ’ εμένα».
«Καλημέρα, καλημέρα σας.»
……
«Τη σύνταξη να σηκώσω θέλω, σήμερα είπε η τηλεόραση πως μπήκε, για κοιτάξτε.»
«Ταυτότητα και βιβλιάριο δώστε μου.»
«Ορίστε, έτοιμα τα είχα για να μην καθυστερούμε και τον κόσμο.»
…….
«Το πρόβλημά σας κύριε ξέρετε ποιο είναι;»
«Ποιο.»»
«Δεν ζείτε κύριε. Δεν ζείτε. Δεν σας βλέπω εγώ; Έχετε χλωμιάσει. Δεν μπορώ να σας εξυπηρετήσω, λυπάμαι. Ο επόμενος…»
«Κύριε κάποιος λάθος έχετε κάνει, είμαι μια χαρά, να, δείτε η σφραγίδα στη βεβαίωση που μου δώσανε για τα φάρμακα είναι χθεσινή, σχεδόν σημερινή…»
«Μα σας παρακαλώ κύριε, κουβέντα θα κάνουμε τώρα; Δεν ζείτε, τι δεν καταλαβαίνετε δηλαδή. Είναι οφθαλμοφανές. Κι αν δεν με πιστεύετε κοιταχτείτε σε ένα καθρέφτη. Εγώ θα σας τα λέω;»
«Μάλλον που με κοροϊδεύετε. Τι να σας πω τώρα δηλαδή, να πάω να κοιταχτώ; Ναι.. Περιμένετε, έρχομαι αμέσως, κρατείστε τη θέση μου κι αν είναι έτσι όπως τα λέτε θα φύγω, μισό λεπτό δώστε μου.»
«…την τράπεζά μου μέσα γαμώ…»

……

«Λοιπόν;»
«Τι λοιπόν;»»
«Με δουλεύετε κύριε; Έχουμε όρεξη για παιχνίδια νομίζετε; Είδατε το πρόσωπό σας στον καθρέφτη ή όχι;»
«Τι να σας πω.. Εξεπλάγην κι ο ίδιος. Δεν με είδα πουθενά! Έψαξα αλλά δεν με είδα πουθενά.. Μόνο κάτι πλακάκια πίσω μου, και την όρθια τη λεκάνη. Εμένα τίποτα. Κοίτα βρε παιδί μου μια δουλειά.. Στενοχωρήθηκα τώρα, μα την παναγία..»
«Κύριε μου θέλετε κάτι άλλο;»
….
«Ε, κύριε σας μιλάω. Που έμπλεξα το στανιό μου.. Ε! Ναι σε εσάς μιλάω. Θέλετε κάτι άλλο;»
«Σας ευχαριστώ.. Δηλαδή όχι. Δηλαδή.. Τα λεφτά μου;»
«Τα λεφτά σας κύριε δεν μπορείτε να τα σηκώσετε, θα παραμείνουν στο λογαριασμό σας μέχρι να μεταβιβαστούν στα παιδιά σας. Η υπογραφή σας δεν ισχύει πια. Δεν προλάβατε, τι να κάνουμε δυο η ώρα, σε λίγο σχολάω..»
«Μάλιστα, μάλιστα..»
…..
«Αν είχαμε άλλους δυο σαν και σένα καληνύχτα μας..»
«Άντε βρε παιδί μου αν είναι δυνατόν..»
«Ταμίας! Τελειώνετε;»
«Το 74 ποιος το χει; Ελάτε κυρία μου, τόσος κόσμος περιμένει, άιντε να δούμε σήμερα… »

Στο μεϊντάνι.

taxingvisions3
«Σκεφτείτε πως είμαι ένα ζώο. Οποιοδήποτε ζώο. Το πρωί όταν ξυπνήσω θέλω μερικές σταγόνες να ξεπλύνουν το στόμα μου. Ήμουν αφυδατωμένο το προηγούμενο βράδυ. Ύστερα μαζί με την αγέλη μου θα τριφτούμε, θα καθαρίσουμε τα χόρτα και τα ζωύφια που μας ταλαιπώρησαν. Μαζί θα σηκωθούμε, θα τεντωθούμε και θα ξεκινήσουμε για νέα μονοπάτια, πιο εύφορα. Όταν βρούμε έδαφος χλωρό, πλούσιο σε σπόρους κι απαλό για να απλώσουμε τα σώματά μας, θα κοιταχτούμε στα μάτια. «Ναι.. Κι αυτή τη μέρα θα ζήσουμε..» Το βράδυ θα κοιμηθούμε κοντά το ένα με το άλλο γιατί η ζεστασιά μας βοηθάει να μην νιώθουμε μοναξιά. Θα ξυπνήσουμε. Μόλις ανοίξω τα μάτια μου θα δω όλη την αγέλη μου δίπλα μου. Όλοι θα είναι εκεί. Θα πιω νερό. Θα δροσιστώ. «Μα τι ωραία ανακούφιση». Θα καθαριστούμε. Κι ύστερα θα κοιταχτούμε στα μάτια. Θα πούμε: «Μα τι ωραία που είναι εδώ. Τι δροσερό που ήταν το νερό. Με πόση φροντίδα με καθάρισαν και σήμερα. Είμαστε πλήρεις; Είμαστε όλα εδώ; Ωραία. Ξεκινάμε. Ανυπομονώ να δω ξανά το ηλιοβασίλεμα σήμερα. Δεν με νοιάζει πού θα είμαστε. Σε κάθε τοπίο το ηλιοβασίλεμα δείχνει αλλιώς. Η παρέα μου δείχνει αλλιώς. Και μάλλον που απόψε θα κοιμηθώ πλάι της. Θα ήθελα εγώ να την καθαρίσω αύριο.»
Έτσι είπε ο Ναζίμ. Μα έκανε λάθος.

♦ Μια ιδέα από το διήγημα που ετοιμάζω. Το συγκεκριμένο απόσπασμα δεν θα συμπεριλαμβάνεται. Απλά σκέφτηκα πως θα μπορούσε κι αυτό να ειπωθεί! Καλό τριήμερο να έχετε από καρδιάς.

Δεν ξημέρωσε ποτέ.

story_SleepingWoman_Lg

«Ο Γιώργος είναι νεκρός», της είπαν καθώς το τηλέφωνο βρισκόταν ήδη λίγα εκατοστά πριν προσκρούσει στο έδαφος. Το τηλέφωνο χτύπησε καθώς ήταν έτοιμη να πιει την πρώτη ρουφιά τσάι. Σφυρίζοντας έναν ευχάριστο σκοπό ετοίμασε την τσαγιέρα για να συνοδεύσει το πρωινό της. Μόλις βγήκε απ’ το μπάνιο σκέφτηκε να φτιάξει ένα τσάι περιμένοντας λίγο ωσότου εκείνος ξυπνήσει και του τηλεφωνήσει για να του πει τα ευχάριστα.

Το προηγούμενο βράδυ ο σύζυγός της μάζεψε όσα ρούχα μπορούσε κι έφυγε βαρώντας πίσω του την πόρτα. Του εξήγησε πόσο μόνη ένιωθε όταν εκείνος έλειπε τους τελευταίους έξι μήνες σε επαγγελματικά ταξίδια. Του αποκάλυψε πως ο Γιώργος, ο καλύτερός του φίλος, της κρατούσε συντροφιά το τελευταίο πεντάμηνο, ήταν εκείνος που συμπλήρωνε τα κενά της, ήταν αυτός που την γέμιζε κάνοντας έρωτα μαζί του. Εκείνος έμαθε πως ήταν ο καλύτερός του φίλος. Του είπε πως θέλει να μιλήσουν και πως η κατάσταση δεν μπορούσε να προχωρήσει άλλο έτσι. Η κατάλληλη στιγμή ήρθε το βράδυ που ο σύζυγός της γύρισε απ’ τη δουλειά κουρασμένος.

Περίπου μια ώρα στριφογύριζε στο κρεβάτι όταν σκέφτηκε να σηκωθεί και να φτιάξει ένα αρωματικό, ζεστό τσάι. Ξύπνησε με τις πρώτες αχτίδες φωτός σχηματίζοντας με τα χείλη της ένα χαζό χαμόγελο, άνοιξε τα μάτια της κι αισθάνθηκε πως για πρώτη φορά ήταν ευτυχισμένη.