Του σεβντά τα χνώτα.

avdazv
Στις λιθόχτιστες αυλές
 οι μανάδες και οι νιές
 τα προυκιά τσ’ αγάπης βλέπουν
 και τον έρωτά τους πλέκουν.
Μπρος στο μετερίζι οι νιοι
 στων θαμώνων το σκαμνί
 κάθονται κι αναθιβάλλουν
 νοσταλγούν κι αναστενάζουν:
Της αγάπης τη βροχή
 και της στάλας την πληγή
 να’ βρουν στέγη να σκεπάσουν
 και στη χούφτα τους ν’ αδράξουν.
Να κρατήσουν τη δροσιά
 στου ονείρου την ψευτιά
 κι ύστερα να τραγουδήσουν
 τον νταλκά τους ν’ αφορίσουν.
Στα κορμιά των γυναικών
 να ξορκίσουν το κακό
 πάνω στ’ ακροδάχτυλά τους
 να ηχήσει η λαλιά τους.
Στου κορμιού τους την πλεξιά
 να υφάνουνε προικιά
 στου γυμνού χαλκά το φως
 να μοιράσουνε το βιος.
Στο συρτό της μουσικής
 στο ολόγιομο της γης
 να χορέψουν για το θάμα
 στης ανηφοριάς το διάβα.
Με το χάραμα της γης
 στης κεράς τους την αυλή
 τα πεσκέσια τους να πέψουν
 κι όλους τους χορούς να στέσουν.
Να κουρδίσουν τα βιολιά
 να μελώσει η καρδιά
 μπρος στου δάσους το αγάλι
 στων αγίων το στεφάνι.
Των γερόντων η τριχιά
 μες στο δέρμα να ριγά
 τις ουλές ν’ αναστατώσει
 και τις ζάρες να μελώσει.
Κι η δακρύβρεχτη φωτιά
 να μην σβήσει το σεβντά
 «Άστηνε να σιγοσβήνει
 Ο καπνός της δε σε πνίγει.»
Advertisements

Ο κρητο-ρεμπέτικος νταλκάς.

Δεν θα μπορούσα μετά από απουσία ημερών να αποτυπώσω σκέψεις που θα πρόσθεταν προβληματισμούς στο μυαλό όλων όσων διαβάζουν αυτές τις γραμμές ή που θα όξυναν τα πνεύματα. Άλλωστε ο στόχος μιας ανάρτησης θεωρείται ορθός απ’ τη στιγμή που αποτυπώνεται η πραγματική σκέψη ή το πραγματικό συναίσθημα του γραφέα! Γι’ αυτό λοιπόν επέλεξα να επιστρέψω λίγο στη μουσική που τόσο πολύ όλοι αγαπούμε…

Την κατάθεση αυτής της ανάρτησης την αιτιολογώ ως καθαρά συναισθηματική και αυθόρμητη (μετά από την κατανάλωση ατόφιας ρακής με καλή παρέα). Θα κάνω λοιπόν μία μικρή αναφορά στα κρητικά νταμπαχανιώτικα τραγούδια ή μανέδες, δηλαδή στα μη χορευτικά τραγούδια των αστικών περιοχών της δυτικής Κρήτης. Ο όρος ταμπαχανιώτικα σχετίζεται με τους ταμπαχανέδες (τα βυρσοδεψεία) και με τα Ταμπάχανα, τις συνοικίες των βυρσοδεψών. Μερικοί τα χαρακτηρίζουν ”κρητικά ρεμπέτικα” και  έχουν το επίκεντρό τους στα Χανιά και το Ρέθυμνο ενώ το ρεπερτόριο αυτό συνδέεται με το μπουλγαρί, τον κρητικό ταμπουρά, κορυφαίος εκπρόσωπος του οποίου υπήρξε ο Στέλιος Φουσταλιέρης (1911-1993), ρολογάς και οργανοπαίκτης από το Ρέθυμνο.

Την Κυριακή 4 Μαρτίου 2012 η εκπομπή ”Αλάτι της γης” η οποία προβάλλεται στο τηλεοπτικό κανάλι ΕΤ-1 ετοίμασε ένα αξιόλογο αφιέρωμα στα ταμπαχανιώτικα τραγούδια και στη μνήμη του Σ. Φουστανέλη (μπορείτε να δείτε ολόκληρη την εκπομπή εδώ) κάνοντας γνωστό στο ευρύ κοινό αυτό το είδος της κρητικής μουσικής που μεταξύ άλλων σώζεται αλώβητο και το ίδιο νταλκαδιάρικο ως τις μέρες μας.

Παρόλο που θεωρώ τον εαυτό μου κάτοικο του πλανήτη γη, συνδύασα τον ήχο με εικόνα, δίνοντας μια γεύση από το άγριο νησί με τις γαλήνιες παραλίες και τις επιθετικές του βουνοκορφές. Ένα νησί που η μουσική παράδοση καλά κρατεί, αρκεί να ξέρεις να την επιλέγεις σωστά, από ανθρώπους που ξέρουν να εκτιμούν το παρελθόν και με την ίδια σεμνότητα να συνεχίζουν στο μέλλον.

This slideshow requires JavaScript.

Κάνοντας όμως μια αναφορά και στο σήμερα, το παρακάτω τραγούδι θεωρείται ένα εκπληκτικό μείγμα ταμπαχανιώτικων τραγουδιών όπως τον πισκοπιανό μανέ, Σαν είχες άλλον στην καρδιά, Όσο βαρούν τα σίδερα, Κράτα καλό λογαριασμό. Τραγουδάει ο Ψαρολάμπης (αδερφός του Ψαρογιώργη και γιος του Ψαραντώνη) μαζί με την Klaudia Delmer.

Κλείνω με ένα απόσπασμα από μία συνέντευξη του Νίκου Καζάντζακη σε γαλλικό ραδιόφωνο το 1955. Μεταξύ άλλων είπε:

«Πώς σου φάνηκε η ζωή, παππού;» ρώτησα μια μέρα ένα γέρο Κρητικό, εκατοχρονίτη, γεμάτο παλιές πληγές, τυφλό. Ζεσταίνονταν στον ήλιο, κουκουβιστός στο κατώφλι της καλύβας του. Ήταν περήφανος στ’ αυτιά, όπως λέμε στην Κρήτη. Δεν άκουε καλά. Τού επανέλαβα την ερώτηση: «Πώς σου φάνηκε η μεγάλη σου ζωή, τα εκατό σου χρόνια, παππού; Σαν ένα ποτήρι δροσερό νερό» μου απάντησε. «Και διψάς ακόμα παππού;» Σήκωσε απότομα το χέρι. «Καταραμένος αυτός που πια δε διψάει» φώναξε. Αυτοί είναι οι Κρητικοί. Πώς να μη τους κάνω σύμβολο;