Ο βωμός του εαυτού μας.

«Στο βωμό μιας εορτής εκπορνεύουμε τις απραγματοποίητες ζωές σας. Δημιουργούμε ήχους με τις φωνές μας, φτιάχνουμε αριθμούς με τους ανεξίτηλούς μας και κουρδίζουμε τα κενά των γραναζιών σας. Δημιουργούμε στιγμές για να θυμάστε και σας σφίγγουμε το χέρι με μια αόρατη ευχή για συντροφιά. Συνωμοτούμε και ταξιδεύουμε αντάμα στο παράλληλο, το επιθυμητό, το κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωση των ονείρων σας. Σας έχουμε ανάγκη.»
«Στο βωμό μιας εορτής σας παραδίδουμε τις ηδονές μας με το αντίτιμο που όρισε ο ανεξίτηλός σας. Θέλουμε να μας μιλάτε για να μην συλλογιζόμαστε, να μας αγαπάτε για να ικανοποιείται το απραγματοποίητό μας. Σας εμπιστευόμαστε τις στιγμές που παρελαύνουν στρατευμένες και νοθεύουν ζεστασιά τα σώματά μας. Αγοράζουμε χρώματα για να αναπνεύσουμε και λέμε τραγούδια για να μην μιλάμε στον παράλληλο εαυτό του ταξιδιού μας. Μας κάνετε επιθυμητούς καθώς βουλιάζουμε στον πάτο του ρεαλισμού μας. Η ανάγκη μάς έχει.»
Advertisements

Το συμβόλαιο της ζωής.

Untitled_painting_by_Zdzislaw_Beksinski_1984

Δεν κατάφερα να εισέλθω στον κόσμο της πραγματικότητας ποτέ. Αναγκάστηκα να αντιλαμβάνομαι το πραγματικό, αυτό δηλαδή που κρίνει τον άνθρωπο ως αντικείμενο εκδιδόμενο στις επιταγές αυτής της πραγματικότητας με όρους συμβολαίου. Τι κι αν δεν είχε την υπογραφή μου; Υπήρξε η εποχή που δεν γνώριζα ακόμα πως υπάρχουν γράμματα, λέξεις, μορφασμοί, νεύματα, σύμφωνες και αντίθετες ρητορικές που αλληλεπιδρούσαν μεταξύ τους. Γεννήθηκα ως μέλος μιας ομάδας, της ομάδας που με δημιούργησε. Οι δεσμοί αίματος αποτελούσαν αυταπόδεικτα στοιχεία της κτήσης. Μοναδικό μέσο για να αντιλαμβάνομαι τα πράγματα και τις συνθήκες που με αφορούσαν ή που είχαν κάποια επιρροή πάνω μου ήταν οι πέντε μου αισθήσεις. Έμαθα αργότερα από διανοούμενους δίχως ονοματεπώνυμο και από πνευματικούς της θεωρητικής σχολής, πως η διάνοια είναι κάτι πολύ σημαντικό σε αυτή την πραγματικότητα, είναι το όπλο που θα μας δημιουργήσει κίνητρα για να σταθούμε αντάξιοι στο λεγόμενο πραγματικό περιβάλλον. Ξαφνικά αυτή η διάνοια, δίχως τις κατάλληλες έννοιες ακόμα να έχουν εισχωρήσει στο συνειδητό και το ασυνείδητό μου, με έκαναν να αναρωτηθώ το λόγο που μπορεί να χρωστάω σε αυτούς τους πραγματικούς τη διάνοιά μου και γιατί άραγε να πρέπει να αποδείξω πως έχω την απαιτούμενη διάνοια για να τους ευχαριστήσω. Κι έφτασε κάποια στιγμή ο χρόνος σε ένα τέλμα διότι αυτή η ρεαλιστική απεικόνιση των πραγμάτων έφερε στην επιφάνεια το –κατά τα λεγόμενα- φαντασιακό μέρος της οντότητάς μου, εκείνο το κομμάτι που αντιλήφθηκε πως για εκείνο ακριβώς προοριζόταν. Δίχως λοιπόν να έχω γνωρίσει ακόμα καλά τις πραγματικές τους εμπειρίες, τα πρωτόκολλα που σε καθιστούν διάνοια ή απλά έξυπνο, αποφάσισα να γνωστοποιήσω το φαντασιακό – κατά τα λεγόμενα – μέρος του εαυτού μου και να ρωτήσω τι συμβαίνει σε αυτή την περίπτωση. Η απάντηση ήταν πως η ομάδα μου, η ομάδα που με δημιούργησε, μου είπε πως είμαστε ένα σύνολο που απαρτίζεται από μια χούφτα ανθρώπους και γι’ αυτό το λόγο πρέπει να θεωρούμε τους εαυτούς μας τυχερούς που ανήκουμε σε μια τέτοιου είδους φατρία. Η αυθεντικότητα των δεσμών αίματος μας έκανε μοναδικούς, αυτό υπονοούσαν με λέξεις απλουστευμένες. Κι ύστερα έρχονται οι άλλες ομάδες στις οποίες πρέπει να προσχωρήσουμε, να αλληλεπιδράσουμε και κατά συνέπεια να ενσωματωθούμε. Αυτή είναι η πραγματικότητα, μου είπαν. Οι σκέψεις μου επηρεάστηκαν, εμπιστεύτηκα το σύνολο και αποφάσισα να ακολουθήσω το γενεαλογικό μου συμφωνητικό. Και το επίκτητο συμβόλαιο της πραγματικότητάς τους. Διότι αναλογιζόμενος της συνέπειες στην περίπτωση υιοθέτησης μιας –κατά τα λεγόμενά τους- φαντασιόπληκτης ψευδαίσθησης, της ενδεχόμενης δηλαδή στήριξης της δικής μου ομάδας, θα κατέληγα να ήμουν ένα άτομο. Ένα άτομο μιας και όλοι ανήκαν σε ομάδες οπότε θα ήμουν τελικά μόνος μου, μακριά από το ρεαλιστικό μοντέλο μιας επιτυχημένης ζωής. Μόνο που δεν γνώριζα πως στο επόμενο χρονικό τέλμα αυτές οι οντότητες που ήθελαν να βιώσουν και να χτίσουν τη ζωή τους με βάση την διάνοια που δεν διδάχτηκαν ποτέ, ήταν πάντα μονάδες αυτόβουλες, διακριτές και σύμφωνα με το καταστατικό, περιθωριοποιημένες που δεν άξιζαν ίσης μεταχείρισης. Διασκορπισμένοι στα μήκη και τα πλάτη της γης φαίνεται πως αποτελούσαν μειοψηφία μα το αντίθετο φάνηκε πως συνέβαινε. Από τις ελεύθερες γαίες που χρησιμοποιούσε ο άνθρωπος για την επιβίωσή του ξάφνου η επιβίωση έγινε πολυτέλεια και κατά συνέπεια οριοθετήθηκε η αυτόβουλη εξέλιξη στο όνομα της καθολικής εξέλιξης των πάντων. Κι έτσι όλοι αυτοί οι αυτόβουλοι άνθρωποι μετατράπηκαν σε μονάδες στο όνομα της πολιτικοποίησης των ανθρώπινων αξιών. Κι αν τα κατά μέσο όρο ογδόντα χρόνια ζωής ενός ανθρώπου διέπονται από κανόνες από τη στιγμή της γέννησής του, τα σαράντα πρώτα είτε παλεύει μέσα στις ομάδες για να επιβιώσει αυτοβούλως με αποτυχία, είτε αγωνίζεται για να προσεγγίσει τις μονάδες. Κι αν ποτέ οι ομάδες λειτουργούσαν ως μονάδες αυτοβούλως στο όνομα της ανθρωπότητας, τότε η ανθρώπινη ζωή θα επιτελούσε το σκοπό για τον οποίο ήρθε στη γη και πάνω απ’ όλα θα είχε μια ζωή στην οποία το φανταστικό θα ήταν πραγματικό και οι πραγματικότητα των όρων και των κανόνων μια φθηνή απομίμηση του νοήματος της ζωής.

Το θρανίο των βουβών.

green-room-1997

«Γρήγορα!», τα διαβολικά πνεύματα της σκέψης του φώναζαν στο αυτί καθώς προσπαθούσε να τελειώσει το γραπτό στην ώρα του. «Πρέπει, πρέπει να γράψεις, να προοδεύσεις! Για να νικήσεις!», ανώφελα έστυβαν το μυαλό του οι ματαιόδοξες πλύσεις του εγκεφάλου. Μια κοιτούσε τον πίνακα, μια τον καθηγητή. Το βλέμμα του παιδαγωγού όπως επίσημα χαρακτηριζόταν, τον πότιζαν οι λέξεις της απαγόρευσης, του κανόνα, της έννομης τάξης και της ορθής συμπεριφοράς. Το  ‘καλό παιδί’ σήμαινε ‘κανονικό παιδί’. ‘Ο καλός μαθητής ήταν ‘ο μαθητής της γνώσης’. Πολλά ‘μην’ και ‘δεν’, αναρίθμητες αναπάντητες ερωτήσεις, απλουστευμένοι προβληματισμοί που όμως δεν εκκολάφθηκαν καν για να ειπωθούν στην σχολική τάξη. Το βάρος των ανέλπιστων διδαχών μαράζωσαν εκείνο το μέρος του εγκεφάλου που θα καλούσε τον πομπό και τον δέκτη σε επικοινωνία. Το καταστατικό των ενδοσχολικών κανόνων στεκόταν μπροστά του, υπενθυμίζοντας τι πρέπει και τι απαγορεύεται. Αυτό που τον προβλημάτιζε ήταν το τι θα’ πρεπε. Η ευχετική επίκληση στο χτίσιμο και τη συγκρότηση του πνεύματος απείχε από τη σφαίρα της κανονιστικής θεώρησης των γραμμάτων. Μέσα σε όλα αυτά, ένα χέρι απλώθηκε και του πήρε το γραπτό, ο χρόνος είχε τελειώσει. Έτριψε λίγο τα χέρια του μήπως και στάξει το άγχος του στο θρανίο των βουβών και αποχώρησε.

Στο δρόμο θαύμασε ένα ωραίο γκράφιτι πάνω σε ένα άγαλμα, τιμή στα πεσμένα σώματα του παρελθόντος, φυγή για το παρόν που χτίστηκε πάνω του. Κοίταξε ψηλά στον ουρανό ψάχνοντας τον ήλιο που δεν άφηναν πλέον τα κτίρια να επιβληθεί, μόνο σε μεγάλες, πολύχρωμες γραμματοσειρές διάβαζε για την αξία του όπως την ιστορία στα βιβλία. Γύρισε σπίτι, έβγαλε τα παπούτσια του, έπλυνε τα πόδια του, φόρεσε τις παντόφλες του και γύρισε στο δωμάτιό του. Έπιασε ένα σχολικό βιβλίο, ένα εξωσχολικό βοήθημα κι ένα μπλε τετράδιο και τα τοποθέτησε στο ράφι. Έβγαλε ένα άλλο σχολικό βιβλίο, ένα άλλο εξωσχολικό βοήθημα και ένα άλλο μπλε τετράδιο και τα τοποθέτησε πάνω στο γραφείο. Άπλωσε τα πόδια του πάνω σ’ αυτό το γραφείο πάτησε κλικ στον υπολογιστή κι έβαλε ήχο και εικόνα. Ήχους των κυμάτων που παφλάζουν και σκάνε πάνω σε κάποιο βράχο και εικόνα από ένα νησί του Αιγαίου. Έκλεισε τα μάτια, μύρισε με την ψυχή του το ολόγραμμα της φύσης. Το τοίχος της πραγματικότητας είχε πέσει κι η ελευθερία φάνταζε επανάσταση.

Είμαστε μόνοι μας.

Ναι είμαστε μόνοι μας. Διότι εάν εκλογικέψει κανείς τα πάθη τότε μετατρέπεται σε ακόλουθο μιας στρατευμένης θεωρίας. ‘Ήρεμα, να το συζητήσουμε!’, φωνάζει ο τυχόν αδικημένος που μπροστά στο βάρος της ανελέητης σκλαβιάς προσπαθεί να εκλογικέψει την αδικία του. Να της προσθέσει μέλι, κεράσι και λίγο ψωμί που του περισσεύει για να αντέξει το συστηματικό πρωτόκολλο. ‘Αυτό που ήθελα να πω είναι πως..’, και συνεχίζει να αναμοχλεύει και να συγκεντρώνει όσα του έμαθε ο δρόμος, το χώμα και η πέτρα για να ανταπεξέλθει στο ύψος των περιστάσεων. ‘Ανάθεμα την ώρα και τη στιγμή που βρίσκομαι εδώ, ν’ ανάβουν το καντήλι σου και να μην μπορεί να στεριώσει φλόγα απ’ τα δάκρυα της μάνας σου!’, συλλογιέται και ζητά να ακουστεί μα δεν γνωρίζει την υπέρτατη συνείδηση που θα καθόριζε το θάρρος του.

Μόνος και μόνοι εξακολουθεί και εξακολουθούμε να παραμένουμε. Μόνο ιδρώτας ζέχνει και μεταφέρει τη δροσιά του ανάμεσα στα πελώρια κτίρια κι αυτός διαλέγει πάλι να εκλογικευτεί σηκώνοντας το δάχτυλο δείχνοντας τον ιδρώτα του διπλανού του. ‘Αυτός, όχι αυτός, αυτή, αυτοί’. ‘Όλοι τους!’, φωνάζει, φωνάζουμε και φωνάζουν γιατί απλά είναι το πιο εύκολο πράγμα στον κόσμο. Να σηκωθεί το δάχτυλό σου και να δείξει τα μικρόβια του άλλου. Που μυρίζουν το ίδιο, βρωμάνε ασύστολα και συ προσπαθείς να ξεχωρίσεις το πιο αρωματισμένο. Κι όταν στρέψεις το δάχτυλο ενάντια στον ίδιο σου τον εαυτό τότε αυτό θα συμβεί μόνο όταν είναι εξοπλισμένο. Όταν τα πάθη υπερισχύσουν και συγκρουστούν με τον στρατευμένο λογισμό μας τότε ο εαυτός δικάζεται ανελέητα και στρέφει το εξοπλισμένο δάχτυλο στο ίδιο του το πρόσωπο. Και φεύγει. Μόνος.

Το παράδοξο της κατάπνιξης των παθών είναι η εκ των προτέρων μη εφαρμογή τους. Κι όσα αναδείχθηκαν τυχαία, εκπολιτίστηκαν και γράφτηκαν σε βιβλία. Πρώτη παράγραφος, δεύτερη παράγραφος, παραπομπές στα πάθη του τάδε και του δείνα. Έγιναν βιβλία σε σχολές, σε συγκεντρώσεις και σε πανεπιστήμια. Διδάχτηκαν. Κι αν τα πάθη είχαν ανθρώπινη μορφή θα γελούσαν με ουρλιαχτά. Κι έρχεται η στιγμή που η διδακτέα ύλη θα θελήσει να συγκρουστεί με τους εκπολιτισμένους. ‘Ναι, αυτούς, αυτούς!’ Μέχρι εκεί. Αυτή είναι η εξέλιξη (και όχι η πρόοδος!) των παθών όσο κι αν διαστρεβλώθηκε απ’ τα γεννοφάσκια της.

Ο άνθρωπος είναι μόνος, το ξέρει, το βλέπει μιας και αποδίδεται στα πάθη του το κλάμα, η συγκίνηση, η αλληλεγγύη και η συμπόνια. Μια εξέλιξη των παθών του ανθρώπου για τον άλλο και τον άλλο και τους άλλους, όταν αυτοί οι ίδιοι οι αίτιοι κλαίνε για τα δικά τους, τα ολόδικά τους. Μα μόλις σταθούν, μόλις ο άλλος κι οι άλλοι ακούσουν το στρατευμένο πάθος τους και δώσουν ένα χέρι βοηθείας, τότε ξεκινούν κι οι ίδιοι οι  ‘πληγωμένοι και καταπονημένοι’ να δείχνουν με το δάχτυλο τους άλλους και άλλους..

Ένας φαύλος κύκλος δηλαδή στον οποίο το διακριτό και το πλουραλιστικό διαχέεται με όρους διακριτούς και πλουραλιστικούς.

Κύπρος: Μια ιστορία για τον ακαδημαϊκό καθωσπρεπισμό.

webbrosur

Με αφορμή τη μαύρη επέτειο της Κύπρου στις 20 Ιουλίου του 1974, θυμήθηκα τις στιγμές αμηχανίας, εκνευρισμού και προβληματισμού που μου προκάλεσε ένα συγκεκριμένο περιστατικό κατά την διάρκεια της παραμονής μου στην Τουρκία. Σκέφτηκα πως αυτό το περιστατικό έχει τη δική του μικρή αξία ως τροφή για σκέψη και ως επιβεβαίωση ορισμένων εθιμοτυπικών που εξακολουθούν, όπως είναι γνωστό, να λαμβάνουν χώρα σε ολόκληρη την Τουρκία.

Στο πανεπιστήμιο της Μερσίνας στο οποίο βρισκόμουν έγινε γνωστό πως θα πραγματοποιούνταν το Τρίτο Διεθνές Κυπριακό Συμπόσιο εντός του χώρου του πανεπιστημίου παροτρύνοντας φοιτητές, καθηγητές και κάθε ενδιαφερόμενο να παραστεί στις ομιλίες. Χωρίς ίντερνετ για ένα διάστημα, δεν μπόρεσα να έχω πρόσβαση στο πρόγραμμα των διαλέξεων οπότε αποφάσισα να εμφανιστώ επιτόπου χωρίς ιδιαίτερες σκέψεις. Ο τίτλος βέβαια του συμποσίου δεν παρέπεμπε σε ακαδημαϊκής φύσης ρητορείες, δεν γνώριζα δηλαδή αν το περιεχόμενό του είχε χαρακτήρα εκπαιδευτικό που θα δημιουργούσε κίνητρα για την πλειοψηφία των φοιτητών να το παρακολουθήσει.

Το ενδιαφέρον λοιπόν αυτής της ιστορίας ξεκίνησε όταν κατά τη διάρκεια σεμιναρίου, εισήλθε στην αίθουσα μια δεσποινίς η οποία μας παρακάλεσε να διακόψουμε το μάθημα και να συγκεντρωθούμε στην αίθουσα που θα ξεκινούσε σε λίγη ώρα το περίφημο συμπόσιο. Βέβαια μόνο παρακαλητό δεν ήταν μιας και όλοι οι φοιτητές όλων των σχολών, όλων των τμημάτων δέχονταν συστάσεις για το ”ακαδημαϊκό” γεγονός της ημέρας. Για μια στιγμή έκανα σύγκριση μιας παρόμοιας κατάστασης σε ελληνικό πανεπιστήμιο που προφανώς θα είχε τα υπέρ και τα κατά της. Φτάνοντας στον όροφο και λίγο πριν μπω στο αμφιθέατρο στ’ αυτιά μου έφτασαν μουσικές κλασσικής μουσικής, τρανταχτές και επικές. Κόσμος πηγαινοερχόταν ώσπου μια στιγμή υπό τις μελωδίες πνευστών, έγχορδων και κρουστών, όσοι βρίσκονταν γύρω μου κοκάλωσαν σαν νεοσυλλεχθέντα  στρατιωτάκια. Εκεί ήταν που συνειδητοποίησα πως ο εθνικός ύμνος της Τουρκίας ήταν αυτός που είχε παγώσει την κίνηση όλων. Το αστείο της υπόθεσης ήμουν εγώ ο οποίος σε πλήρη αμηχανία δεν ήξερα τι να κάνω. Για να μην ακολουθήσω το εθιμοτυπικό της περίστασης κοιτούσα το ταβάνι, κουνούσα χέρια και πόδια νευρικά, σα να προσπαθούσα να δηλώσω με τη στάση του σώματός μου πως είμαι αμέτοχος, πως ανήκω κάπου αλλού.Πράγματι μια τεράστια συμφωνική ορχήστρα άνοιξε το συμπόσιο, κι εγώ καθήμενος λίγο αργότερα, αναρωτιόμουν τι είδους συνάντηση είναι αυτή. Προσπάθησα να αποβάλλω την προκατάληψη που με κυρίευσε, λόγω και του αντικειμένου που ασχολούμαι, και έκατσα να παρακολουθήσω τη συνέχεια.

Μερικοί ξενόφερτοι ομιλητές φορούσαν ακουστικά για την μετάφραση, οι φοιτητές είχαν γεμίσει την αίθουσα κι ο πρώτος ομιλητής βγήκε στο βήμα.  Τα φλας ξαφνικά άστραψαν οι φωτογράφοι έβγαζαν ανελέητα φωτογραφίες κι εγώ απόρησα ”ποιος είναι αυτός”. Ρώτησα τον διπλανό μου και μου είπε πως ”ήταν πολιτικός από την Κύπρο”. Απόρησα για άλλη μια φορά και λίγο αργότερα κατάφερα μέσω του κινητού μου να δω το πρόγραμμα. Ενδεικτικά αναφέρω κάποιες ομιλίες.

”H εξάντληση των 44 ετών των κυπριακών διαπραγματεύσεων: Ένα νέο όραμα είναι απαραίτητο.

” Η Κύπρος κατά την πρώιμη βυζαντινή περίοδο”.

”Η στρατηγικής σημασίας του Erenköy στo ζήτημα της Κύπρου και η αντίσταση του Erenköy.

”Ευρωπαϊκή Ένωση και Κύπρος”

”Mεταξύ 1500-1200 π.χ., το αρχαίο μεσανατολικό σύστημα και ο κυπριακός χαλκός.”

Εκεί ήταν που κατάλαβα τον όρο ”διεθνής” του συμποσίου αλλά δεν κατάλαβα το λόγο που πραγματοποιήθηκε στο χώρο ενός πανεπιστημίου και μάλιστα τούρκικου, ιδιαίτερα όταν αναφέρεται σε ζητήματα όπως τη βυζαντινή αυτοκρατορία και την αντίσταση του Erenköy δηλαδή την επιδρομή και τον βομβαρδισμό στα Κόκκινα Κύπρου το 1964 με το θάνατο 55 Ελληνοκυπρίων μεταξύ των οποίων και 28 πολιτών.  Το κυπριακό ζήτημα φαντάζομαι πως αφορά κατά βάση τα πεδία των διεθνών σχέσεων.  Αν όλο αυτό το συνδυάσω με τον εθνικό ύμνο, την παρουσία κύπριων πολιτικών του λεγόμενου ψευδοκράτους και την έμμεση ”στράτευση” των φοιτητών για την παρακολούθησή του, καταλαβαίνετε πως δεν μου πήρε πολύ ώρα να δυσανασχετήσω και να αποχωρήσω από την αίθουσα. Ένας μανδύας φτιαγμένος από συνθήκες, εθνικιστικό παρελθόν, ευρωπαϊκή αύρα, ελπίδα για το μέλλον. Ένα κομμάτι ύφασμα που όμως το φορούν πολιτικά κοράκια, προσπαθώντας συνεχώς να αποδείξουν τα επιτεύγματα του παρελθόντος σε παιδιά που λίγο αργότερα όμως απαλλάχτηκαν από τα πρέπει του κατεστημένου και οδηγήθηκαν στη δική τους επανάσταση. Όλος αυτός ο καθωσπρεπισμός έσπασε, η ατομική συνείδηση τάχθηκε με την μαζική συνείδηση του ”θέλω” και ”μπορώ”, χωρίς ωστόσο να είναι σίγουρο με ποιο στρατόπεδο θα ταχθούν αργότερα  και ποιανού την θέση θα υπερασπιστούν. Το μόνο σίγουρο είναι πως δυσανασχέτησα με τις θεατρικές πολιτικές φιγούρες και την ”παράγκα” των καθηγητών που σίγουρα δεν τους βάζει όλους στο ίδιο τσουβάλι.

maronitis

Στα πλαίσια της εθελοντικής συμμετοχής ή όχι σε τέτοιες περιστάσεις,  θυμήθηκα επίσης μια  – ελληνική αυτή τη φορά- διάλεξη στο πανεπιστήμιο της Ρόδου με ομιλητή τον γνωστό φιλόλογο, μεταφραστή Δημήτρη Μαρωνίτη. Η αίθουσα ήταν σχεδόν άδεια και οι καθηγητές παρακαλούσαν τους φοιτητές για την παρουσία τους. Χρησιμοποίησαν ακόμα και το κίνητρο της βαθμολογίας προκειμένου να αποδοθεί τιμή σε αυτή την σημαντική φυσιογνωμία.  Και ερωτώ: μήπως και στις δύο περιπτώσεις μιλάμε για τα δύο άκρα; Μήπως η παιδεία έχει συγκεκριμένους όρους, προϋποθέσεις και χαρακτηριστικά, που εφόσον αυτές τηρηθούν, θα παραχθεί μια κοινωνία αποδεσμευμένη από πολιτικές δημαγωγίες και ελεγχόμενες κοινωνικές νόρμες;

Η επιλογή μιας ακροδεξιάς ΄΄αλληλεγγύης΄΄.

Μετά τα αποτελέσματα των εκλογών είναι πολλοί εκείνοι που ακόμα αναρωτιούνται τον λόγο που η χρυσή αυγή πήρε τόσο μεγάλα ποσοστά στις δραματικές εκλογές, που όλα δείχνουν ότι θα επαναληφθούν. Άκουσα πολλές φορές ένα ”γιατί” από μία μεγάλη μερίδα ανθρώπων με τους οποίους συναναστρέφομαι. Ομολογώ πως κι εγώ στην αρχή με όση ψυχραιμία μπορούσα να έχω, αναρωτήθηκα το ίδιο. Γιατί η χρυσή αυγή να λάβει το ποσοστό του 6,97%; Τι ήταν αυτό που ώθησε ένα μεγάλο τμήμα των ψηφοφόρων να ρίξουν το ψηφοδέλτιό τους στην κάλπη;

Κάποιοι θα σκεφτούν τις πολιτικές ευθύνες των άλλων κομμάτων, την κοινωνική εξαθλίωση, την εφήμερη μόδα μιας  οργάνωσης που κάνει νούμερα ενώ δεν μπόρεσε ποτέ ουσιαστικά να βρει το βήμα για να εκφράσει τις θέσεις της σε οποιοδήποτε τηλεοπτικό κανάλι. Προσωπικά σκέφτηκα να απομακρυνθώ από επαναλαμβανόμενες σκέψεις και αξιόλογες πολιτικές παρατηρήσεις και να προσπαθήσω να δώσω την δική μου ερμηνεία  με βάση τις συναισθηματικές και κοινωνικές συνέπειες που απορρέουν από τη διαφθορά του πολιτικού συστήματος, την ανεργία, την περιθωριοποίηση της νέας γενιάς, την παπαγαλίστικη γνώση, τις εναλλαγές μεταξύ εξιδανικευμένου κόσμου και σκληρής πραγματικότητας.

Όπως είναι γνωστό κάθε άνθρωπος είναι διαφορετικός. Ζώντας σε ένα αστικό περιβάλλον η κοινωνική αναγνώριση, η επίτευξη στόχων, η ίση αντιμετώπιση ανθρώπου προς τον συνάνθρωπο, η ισορροπία,η ευημερία, η κοινωνική αλληλεγγύη, το χρηματικό κέρδος, η κοινωνική ανέλιξη, είναι στοιχεία που χαρακτηρίζουν τις επιθυμίες ενός νέου και όχι μόνο ανθρώπου, προκειμένου η ζωή του να ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις της κοινωνίας, ενός δημοκρατικού πολιτεύματος που ορίζει δικαιώματα και υποχρεώσεις.

Ωστόσο η κατάσταση σήμερα δεν συνάβδει με τις αρμονικές και παχυλόμισθες εποχές του παρεθόντος. Μιας και το χρήμα είναι αυτό που μπορεί και καθορίζει την βιωσιμότητα ενός νοικοκυριού, τα άτομα ως μονάδες αναζητούν τρόπους για να ανατρέψουν την υπάρχουσα κρίσιμη οικονομική τους κατάσταση. Όταν το κράτος παρέχει μειωμένο επίδομα ανεργίας στους άνεργους, όταν δεν κινείται καθόλου η αγορά, όταν η εύρεση εργασίας καταλήγει να είναι μία απογοήτευση σε συνδυασμό με την αύξηση των φόρων, τότε το άτομο αυτό αποφασίζει να λάβει δράση.

Η διαμαρτυρία του μπορεί να πάρει την μορφή δράσης υιοθετώντας τις πολιτικές θέσεις ενός κόμματος, ενός κινήματος, μιας οργάνωσης.  Το θέμα είναι με τι κριτήρια θα τo επιλέξει; Τα κριτήρια και οι προϋποθέσεις έχουν να κάνουν με το άμεσο ή έμμεσο κοινωνικό περιβάλλον με το οποίο συναναστρέφεται. Τα κριτήρια και οι προϋποθέσεις δηλαδή εξαρτώνται από την παιδεία που έχει λάβει, το οικογενειακό περιβάλλον, το ευρύτερο κοινωνικό περιβάλλον, τα ενδιαφέροντά του, τις φιλοδοξίες του, την κοινωνική αποδοχή ή περιθωριοποίησή του. Για παράδειγμα η κοινωνική απομόνωση σε ένα περιβάλλον όπως αυτό του σχολείου, μπορεί να οδηγήσει το άτομο στην κατάθλιψη, την εσωστρέφεια και εν τέλει σε μία μελλοντική αντίδραση. Το άτομο όμως που μεγαλώνει φυσιολογικά σε ένα υγιές περιβάλλον,  ανταλλάσοντας ιδέες, απόψεις, προβληματισμούς εξερευνώντας τον κόσμο και την κοινωνία, σχηματίζει με μεγαλύτερη άνεση πολιτική σκέψη, φιλελεύθερες ιδέες, ειρηνική στάση, κάτι το οποίο τον οδηγεί και σε διαφορετικά μέσα πάλης και αντίστασης όταν αυτό κριθεί απαραίτητο.

Ένα παράδειγμα που με έκανε να συνειδητοποιήσω την ανυσηχητική ανάγκη των νέων για ένα άλλο είδος συλλογικότητας, αλληλεγγύης και ανατροπής του πολιτικού σκηνικού είναι η ταινία ”Το Κύμα’. Βέβαια η ανάγκες αυτές μπορούν να βρουν έδαφος είτε στα πλαίσια μιας φιλελεύθερης ιδέας είτε σε σκέψεις απολυταρχικές, φασιστικές και ολοκληρωτικές

Το «Κύμα» διαδραματίζεται σε ένα σύγχρονο γερμανικό λύκειο και είναι σαν ένα πείραμα που μοιάζει με ανατομία του ναζισμού. Το πείραμα αυτό γίνεται στο πλαίσιο μιας εκπαιδευτικής εβδομάδας, στη διάρκεια της οποίας μια σχολική τάξη μετατρέπεται σε εκκολαπτήριο νεοναζί. Ενας αντικομφορμιστής καθηγητής, πρώην ακτιβιστής, αναλαμβάνει απρόθυμα να οργανώσει στην τάξη του ένα εργαστήριο πολιτικής επιστήμης και να διερευνήσει την έννοια της αυτοκράτειας (η απόλυτη εξουσία, η πλήρης ελευθερία, η αυτοκυριαρχία), η οποία αποτελεί, κατά τεκμήριο, θεμέλιο της δικτατορίας. Οι μαθητές, που συμμετέχουν εθελοντικά στο «πείραμα», τον εκλέγουν αρχηγό της τάξης και αρχίζουν σταδιακά να απεμπολούν την ατομικότητά τους στο όνομα του ομαδικού πνεύματος. Ο καταλύτης γι’ αυτή τη μετάλλαξη της συμπεριφοράς τους είναι η αυστηρή πειθαρχία. Στα μέσα της εβδομάδας ντύνονται ομοιόμορφα, θέτουν τα όριά τους με τον υπόλοιπο κόσμο και αναζητούν ένα σύμβολο ως κώδικα επικοινωνίας, αλλά και σημάδι ισχύος της ομάδας τους. Προς τα τέλη της εβδομάδας, χαιρετούν στρατιωτικά και επιδίδονται σε βιαιότητες. Η σχέση δασκάλου – μαθητή έγινε σχέση λοχία -στρατιώτη και το δημοκρατικό σχολείο μετατράπηκε αίφνης σε κέντρο νεοσυλλέκτων!

Το αποτέλεσμα βέβαια ήταν οι μαθητές να γοητευτούν από την ομοιομορφία που απαρτιζόταν η ομάδα, άρχισαν να θεωρούν τους εαυτούς τους ανώτερους, με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί στο εσωτερικό ένα κλίμα ευφορίας, ένα αίσθημα ικανοποίησης, να αναδειχθεί η έννοια της συλλογικότητας, της αλληλεγγύης, δίχως να έχουν καταλάβει πως κατά τον ίδιο τρόπο είχε πράξει το εθνικοσοσιαλιστικό κόμμα του Χίτλερ. Η πειθαρχία, η δύναμη του συνόλου, ο σεβασμός (εγέρθητι!) μεταξύ των μελών, η υπακοή και η αίσθηση  απόκτησης ενός είδους κοινωνικού αυτοπροσδιορισμού και προσανατολισμού, οδήγησε τα μέλη της ομάδας σε ακραίες καταστάσεις φέρνοντας στην επιφάνεια την επικινδυνότητα μίας τέτοιας κατάστασης.

Η χρυσή αυγή ως πολιτικοί απατεώνες αποφεύγουν και αρνούνται προς το παρόν να ταυτιστούν με το Γ’ Ράιχ και το φασιστικό τους νοσταλγικό παρελθόν. Η αποτυχία στην εκπαίδευση συνολικά και η αδιαφορία του πολιτικού συστήματος στην διαμόρφωση της προσωπικότητας της νέας γενιάς οδήγησε τις ηλικίες 18-35 να ψηφίσουν υπέρ ενός κόμματος της ακροδεξιάς. Αυτή είναι τουλάχιστον μία εκδοχή. Η αντίδραση λοιπόν έχει δύο πλευρές και το ελληνικό κράτος δεν ανταποκρίθηκε όταν η κοινωνία της έκρουσε τον κώδωνα του κινδύνου, δεν λειτούργησε παιδαγωγικά, αντίθετα με αριθμητική ακρίβεια, οδήγησε ένα μεγάλο μέρος των νέων στο γκρεμό. Μία νέα γενιά που αναζήτησε το γιατί μόνη της χωρίς καμία καθοδήγηση και πίστεψε στην πρώτη αντιδραστική αλήθεια που βρέθηκε μπροστά της.

Διότι ΄΄Η αλληλεγγύη, η συλλογικότητα και τα ιδανικά που λείπουν από το κοινωνικό περιβάλλον των παιδιών είναι τα στοιχεία που δημιουργούν πρόσφορο έδαφος για πάσης φύσεως δικτατορίες…΄΄

Άλλωστε οι στόχοι διαφορετικών ιδεολογιών στον αγώνα κατά της πλουτοκρατίας, των κεφαλαιούχων, των μεγάλων δικαιούχων του συστήματος δεν έχουν και τεράστιες αποκλίσεις. Από τη μία είναι τα εργατικά σοσιαλιστικά κινήματα και από την άλλη τα εθνικιστικά. Κοινό τους στοιχείο η ελευθερία, η ισότητα, η αδελφοσύνη. Και τα δύο είναι κατά του υπάρχοντος συστήματος. Καθένα από αυτά βέβαια είχαν διαφορετικό σημείο αναφοράς. Συγκρούσεις μισθωτών εργατών με τους ιδιοκτήτες των οικονομικών δομών που δούλευαν οι μισθωτοί εργάτες για το εργατικό κίνημα, και σύγκρουση των πολυάριθμων καταπιεσμένων λαών με βάση γλωσσικά, θρησκευτικά χαρακτηριστικά με κυρίαρχους λαούς μίας δεδομένης πολιτικής επικράτειας για το εθνικιστικό. Οι διαφορές είναι σαφώς πιο έντονες από τις ομοιότητες. Εκεί έγκειται και το σφάλμα.. Διότι απαραίτητη είναι η αναζήτηση μίας συλλογικής μορφής πάλης με δημοκρατικά χαρακτηριστικά. Όταν θεωρείς τον εαυτό σου θύμα και επιθυμείς να τον μετατρέψεις σε θύτη προς όφελος της κοινωνίας, της ευημερίας και της ανάπτυξης, συμπεριλαμβάνεις όλες τις κοινωνικές ομάδες, δίχως φυλετικές, θρησκευτικές, ιδεολογικές διαχωριστικές γραμμές.

Κλείνω με ένα απόσπασμα από το βιβλίο του Διονύση Χαριτόπουλο από το βιβλίο του ΄΄Ημών των Ιδίων΄΄.

Οι νέοι ονειρεύονται να σπουδάσουν για να κάνουν καριέρα σε κάποιες από τις μοντέρνες και αστραφτερές δουλειές. Αυτές έχουν πέραση, προσφέρουν υψηλές αμοιβές και απείρως υψηλότερο κοινωνικό στάτους. Δεν υποψιάζονται καν πως η καριέρα είναι η δική τους κοιλάδα των δακρύων. Για να πετύχεις σε αυτές τις δουλειές, το παν είναι να ξέρεις να πουλάς τον εαυτό σου. Αλλού σε θέλουν τολμηρό και επιθετικό και αλλού μετρημένο και αξιόπιστο. Οι απαιτήσεις αλλάζουν ανάλογα με τον κλάδο. Άλλο σειλς και άλλο φαϊνανς. Σ’ αυτή την κωμωδία του αγκρέσιβ ή του ρελαϊαμπλ δε θα σταματήσεις ποτέ να συμμετέχεις, αυτή θα σε κρατάει στη δουλειά. Επίσης από την ημέρα που θα εισέλθεις σε έναν κλάδο, θα πρέπει να ασπαστείς και τις ιδεοληψίες του, σα να μυείσαι σε θρησκευτική αίρεση. Ο κλάδος υπεράνω όλων…”

Πηγές:

  • Την κριτική για την ταινία ”Το Κύμα”(Die Welle) μπορεί να την διαβάσει κανείς εδώ.
  • Το λογότυπο S.O.S.iety βρίσκεται πρωτότυπο στην σελίδα : http://sos-iety.blogspot.com/

Μεθυσμένα ξωτικά.

Τα όνειρα που βυζάξαμε με της καρδιάς μας το αίμα
πέταξαν και χαθήκανε μες της ζωής το ρέμα.
Μα τάχα εμείς παντοτινά τ’ άφθαστα θα ζητούμε
Βάλτε να πιούμε…

Αδέλφια κάτω η βάρκα μας στο μόλο μας προσμένει
Ελάτε οι ταξιδιάριδες να πιούμε συναγμένοι
στο περιγιάλι το φαιδρό κι ας γλεντοτραγουδούμε
Βάλτε να πιούμε…

Μάχη στη μάχη κραυγή στην κραυγή

Απ’το στόμα ποια θα βγει;

Ανήσυχο πνεύμα, παντού φασαρία

Το αντίθετο ρεύμα δεν έχει έννοια…

Πέρα από την εικονική ζάλη των ημερών,

την ιδεολογική ευαισθησία του ανθρώπινου νου,

τις μακρόσυρτες εποικοδομητικές ή μη συζητήσεις,

τις δύσκολες ομορφοστόλιστες σκέψεις που χαϊδεύουν την πεπερασμένες ελπίδες  του μυαλού και της αυτο-ύπαρξής του,

τις σύνθετες λέξεις που κουράζουν το μυαλό,

τις ατέλειωτες υποθέσεις που γνωρίζουν το αποτέλεσμα πριν την πράξη,

την απαραίτητη προσοχή σε πρόσωπα,

τις εκφράσεις και τις πλουσιοπάροχα μελετημένες σχηματισμένες χειρονομίες,

το ξεφύσημα στο τέλος μιας αδιέξοδης κοινωνικής συζήτησης με άγνωστη αναφορά στο Εμείς

τον κατασκευασμένο επαναλαμβανόμενο σταυρόκομπο μιας πρότασης,

τη μελωδία της αίσθησης της ευτυχίας,

την υποβάθμισή μας ως άνθρωποι αλυσιδωτοί εν αγνοία και πλειοψηφικοί,

τα παραδόξως ασταμάτητα φωτογραφικά χαμόγελα υπό το άγρυπνο βλέμμα της αυταπάτης,

εύχομαι

κρασί κι εβίβες.        

Ψηφολάγνα μου εσύ.

Σκέφτηκα να εγκαινιάσω μία καινούρια κατηγορία. Οι κατηγορίες με βοηθούν ίσως τελικά να κατατάσσω τις σκέψεις μου. Σκέφτομαι να τις αυξήσω. Όπως και να ΄χει μου ήρθε η ιδέα για τα Αμελέτητα. Κάποιος μπορεί να σκεφτεί το μελάτο αυγό -άρα και αμελέτητο. Δίκιο θα χει μιας και οι πρωταγωνιστές των προσώπων αυτών ίσως να το χρειάζονται καμιά φορά. Εγώ βέβαια δεν το εννοώ έτσι. Αμελέτητα εννοώ τις  απλές, καθημερινές καταστάσεις που λαμβάνουν χώρα στα Μ.Μ.Ε, και την πολιτική καθώς και τον τρόπο αναπαραγωγής της ελληνικής κουλτούρας. Και με την λέξη κουλτούρα εννοώ τον τρόπο με τον οποίο αναπαράγονται, εκφράζονται ή υποστηρίζονται διάφορες μορφές τέχνης (όσο γίνεται πιο αντικειμενικά). Όσα δηλαδή θεωρούνται ανάξια μελέτης.. Λιτά και λακωνικά. Mε την πρώτη σκέψη τα χαρακτηρίζεις τραγικά, τραφελαφικά ίσως ανούσια, σκουπίδια. Εδώ έγκειται και η ειδοποιός διαφορά. Πιστεύω ακράδαντα πως αυτές οι άχρηστες πληροφορίες αντανακλούν την ανικανότητα, τα διαφορετικά επίπεδα της κοινωνίας, την υποκρισία, την κοινωνική χαλιναγώγηση από τους λίγους και την επιφανειακή αντιμετώπιση της κοινωνίας ως σύνολο. Αυτή την ΄΄κωμωδία΄΄την παρατηρώ με ιστορικές αξιώσεις.

 
Μην πηγαίνουμε μακριά. Οι ιστορικοί  παλαιότερα θεωρούσαν τις γραπτές πηγές για την πολιτική, τους πολέμους, τις συνθήκες, τις συγκρούσεις, τις συμμαχίες, ως υλικό σπουδαίο, ανεκτίμητο και καταλυτικό για την κατανόηση των λαών σε επίπεδο βέβαια κρατών. Στη συνέχεια όμως,  δόθηκε αξία σε έγγραφα που παραλίγο να κατέληγαν κυριολεκτικά στα σκουπίδια. Αξία απέκτησαν και δευτερεύοντα έγγραφα καθημερινών ανθρώπων, που μιλούσαν για την τέχνη της εποχής, τις σκέψεις τους, τις παραξενιές τους, τα αμπέλια τους, τη μουσική τους, τις συμφωνίες τους, τις παραδόσεις τους, τις πολιτικές τους πεποιθήσεις, τις καθημερινές τους συνήθειες, τις κατηγορίες τους, τις ενστάσεις τους, δίνοντας φως και σε μια άλλη πλευρά του κοινωνικού κορμού που από τους ιστορικούς κάποτε δεν λαμβάνονταν καν υπόψιν…
 

Θα μου πείτε τι λέω.. Φτάνοντας λοιπόν στο σήμερα θεωρώ πως δεν χρειάζεται να δω τον Βενιζέλο που ξέρει και πέντε γράμματα για να καταλάβω αν μου λέει αλήθειες ή όχι. Δεν χρειάζεται να ακούσω τον λόγο του για να με πείσει. Δεν είναι απαραίτητο να σκεφτώ εάν τα διάβασε αυτά που λέει από πριν ή όχι. Η γνώση από μόνη της δεν είναι επιχείρημα.

Απόδειξη για την δυσάρεστη, μακραίωνη, αβάσταχτα διαχρονική και μαρτυρική συνέχεια της πολιτικής ανικανότητας και αδεξιότητας είναι η δεσποινής Κατερίνα Αναστασοπούλου η οποία είναι υποψήφια των  Ανεξάρτητων Ελλήνων, συντάσεται δηλαδή με το κόμμα του Πάνου Καμμένου.

Αναγκάστηκα το απόσπασμα να το βρω μόνο μέσα από την προβολή της εκπομπής του Ράδιο Αρβύλα.

Ιδού.

Και σας ρωτώ: (και μας ρωτά:)

Του Μ. Αναγνωστάκη

Εἶστε ὑπὲρ ἢ κατά;
Ἔστω ἀπαντεῖστε μ᾿ ἕνα ναὶ ἢ μ᾿ ἕνα ὄχι.
Τὸ ἔχετε τὸ πρόβλημα σκεφτεῖ
Πιστεύω ἀσφαλῶς πὼς σᾶς βασάνισε
Τὰ πάντα βασανίζουν στὴ ζωὴ
Παιδιὰ γυναῖκες ἔντομα
Βλαβερὰ φυτὰ χαμένες ὦρες
Δύσκολα πάθη χαλασμένα δόντια
Μέτρια φίλμς. Κι αὐτὸ σᾶς βασάνισε ἀσφαλῶς.
Μιλᾶτε ὑπεύθυνα λοιπόν. Ἔστω μὲ ναὶ ἢ ὄχι.
Σὲ σᾶς ἀνήκει ἡ ἀπόφαση.
Δὲ σᾶς ζητοῦμε πιὰ νὰ πάψετε
Τὶς ἀσχολίες σας νὰ διακόψετε τὴ ζωή σας
Τὶς προσφιλεῖς ἐφημερίδες σας· τὶς συζητήσεις
Στὸ κουρεῖο· τὶς Κυριακές σας στὰ γήπεδα.
Μιὰ λέξη μόνο. Ἐμπρὸς λοιπόν:
Εἶστε ὑπὲρ ἢ κατά;
Σκεφθεῖτε το καλά. Θὰ περιμένω.

Το κίνημα της μνημονιακής Αναγέννησης.

Όταν ζήσεις τα επεισόδια, τα δακρυγόνα, τα γκλομπ, τους ξυλοδαρμούς, τη φωτιά, τα καμένα κτίρια που για κάποιους όμορφα καίγονται, τότε νιώθεις ότι είσαι πραγματικά μέρος μιας κοινωνίας που βράζει και που βγάζει την εξαθλίωση που βιώνει καθημερινά σε εικόνες. Συνθέτει ένα πίνακα μιας πόλης με βάση τα συναισθήματά του. Ωστόσο όταν χαζέψεις το έργο μετά την ολοκλήρωσή του, δεν έχεις την ίδια ένταση που είχες πριν, ούτε θέλεις να ξαναπιάσεις μια πέτρα και να την πετάξεις εκεί που νομίζεις ότι θα σε κάνει να νιώσεις καλύτερα. Αυτό που σε διακατέχει περισσότερο είναι μία δυσαρέσκεια και μία απογοήτευση, μιας και οι εικόνες που βλέπεις υστερόχρονα σου δημιουργούν δυσφορία και ανακατωσούρα. Είναι άσχημες, κακόγουστες, αφηρημένες, σκοτεινές, αποπνικτικές, δηλητηριώδεις, ζωώδεις, επικίνδυνες, αόριστες, δυσνόητες για τη σκέψη. Η κατάσταση που αντικρίζεις λίγο αργότερα δεν σε γεμίζει περηφάνια, ούτε συνοδεύει τον σκοπό για τον οποίο ήθελες αρχικώς να δράσεις. Οι εικόνες αυτές αποτελούν μνημονιακή έμπνευση του 21ου αιώνα, ενώ τείνουν να δημιουργήσουν ένα καλλιτεχνικό, αυθόρμητο, αυτοδημιούργητο πολιτικό κύμα που εξαπλώνεται με γοργούς ρυθμούς ανά τη χώρα.  Βέβαια το καλλιτεχνικό αποτέλεσμα της κοινωνικής έξαρσης δεν δύναται απαραίτητα να λάβει τα εύσημα της κοινωνίας, πόσο μάλλον του ελληνικού ψευδοκράτους. Λίγο οι μνημονιακοί αριστεροί φανφαρολόγοι που τρομοκράτησαν τους πολίτες  λίγο τα κεντρικά αυτο-ρυθμιζόμενα μίντια τα οποία κοιτούν ευλαβικά προς την δημοκρατικά ελεγχόμενη Μέκκα της χώρας, οδήγησαν τα ταλαιπωρημένα κοινωνικά στρώματα σε ένα ιδεολογικό παραλύρημα. Αναζητώντας ακόμα εκείνη την ιδεολογική συνταγή που θα λειτουργήσει ως ομπρέλα για όλους τους Έλληνες υπό την απειλή της όξινης αστυνομοκρατούμενης βροχής, η κοινωνία θα συνεχίζει να βρυχάται εξαπολύοντας άγρια κυνηγητά στην νεοαστική τσιμεντένια ζούγκλα, θα προσπαθεί να σπάσει το κρατικό κατεστημένο με τη βία και θα ονομάζει άχρηστους και ψεύτες όσους γυρίσαν την πλάτη στην μάζα. Μία κοινωνική μάζα που συλλογικά διαμαρτύρεται, βρίζει, αγανακτεί και επιτίθεται, διαφορετικά όμως διορίζεται, αποφασίζει και ψηφίζει…