Από μπαλκόνι σε μπαλκόνι.

Ο χρόνος κυλάει μα εμείς εξακολουθούμε να τον επισκεφτόμαστε νοερά σε ύστερο χρόνο. Νοσταλγούμε τις στιγμές που πέρασαν, που ζήσαμε και που τώρα συνειδητοποιούμε ότι είχαν μεγαλύτερη αξία από αυτή που πιστεύαμε. Ο άνθρωπος εάν είναι σώφρον δεν αλλάζει και πάρα πολύ μιας και ο χρόνος όταν κυλάει τον κάνει μονάχα πιο ώριμο. Τρέχουμε τρέχουμε μα δεν τον προλαβαίνουμε το χρόνο. Αγγίζουμε, μυρίζουμε, αφουγκραζόμαστε, αναλύουμε, γελάμε, γελάμε πολύ, χαμογελάμε ίσως πιο συχνά μα να πού στο τέλος όλα αυτά τα στοιχεία διατηρούν το παρελθόν φρέσκο μέσα σε ένα αιώνιο παρόν. Μια στιγμή, μια αφορμή, δυο τρία δευτερόλεπτα σηματοδοτούν κάτι που για κάποιο λόγο αργότερα θα θέλαμε να βιώναμε ξανά, κυρίως σε στιγμές αδυναμίας, ανασκόπησης ή ακόμα και εκβιαστικά μιας και το συναίσθημα μπορεί καμιά φορά να επαναληφθεί μέσω μιας εικόνας έντονης και καθαρής, σαν να ‘ταν τώρα. Πάντα απορούσα καμιά φορά για τις παιδικές μου θαμπές και συγχυσμένες εικόνες. Μέσα στο χάος των παιδικών μου αναμνήσεων είναι εντυπωσιακό πόσο ξεκάθαρα είναι ορισμένα περιστατικά.  Το ίδιο συμβαίνει και σήμερα. Σε μια ώριμη χρονικά ηλικία όμως τα πράγματα καμιά φορά που μας συγκλονίζουν χαρακτηρίζονται ανεκτίμητα αρκετά αργότερα. Είτε διότι τα καταγράφουμε πλέον ως μαθήματα και αναγκαία κακά είτε γιατί επιθυμούμε την επανάληψή τους ξανά και ξανά αν και φυσικά γνωρίζουμε πως εκεί έγκειται και η μαγεία του χρόνου και της ίδιας της ζωής.

Μέσα σε όλα αυτά, το μπλογκ αποκτάει εξίσου την ανάλογη αξία όταν κάνεις μια επιθεώρηση σε παλαιές αναρτήσεις. Διότι η προσωπική ιστορία του καθενός καταγράφεται όπως ακριβώς γράφτηκε τότε. ‘Ατενίζοντας το μέλλον” είχα ονομάσει το νέο δρόμο που κρατούσε ήδη μερικούς μήνες και θα διαρκούσε συνολικά δύο χρόνια. Αυτά τα δύο χρόνια πέρασαν και βρίσκομαι για άλλη μια φορά κάπου αλλού. Η αρχή μιας συνέχειας. Διότι όλοι μας αναρωτιόμαστε καμιά φορά ποιο το νόημα για όλα όσα προσπαθούμε, πού θα οδηγηθούμε, αν τελικά αξίζει η συνεχής προσπάθεια, αν θα νιώσουμε κάποια στιγμή ότι οι κόποι μας πιάσαν τόπο που λέμε αν αν αν.. Καμιά φορά δεν έχει σημασία το αν και το πότε και το γιατί. Παραδόξως οι δύσκολες στιγμές είναι που μας οδηγούν πολλές φορές στον σωστό το δρόμο και είναι η αιτία που ευλογούμε τη ζωή, τον οποιοδήποτε βρίσκεται εκεί πάνω, για όλα όσα με ιδρώτα αποκτήσαμε αλλά δίχως αυτόν ακριβώς τον ιδρώτα δεν θα είχαμε ίσως την αίσθηση της ελπίδας, της προσπάθειας, της νίκης..

Προχωρώντας λοιπόν προς κάτι άγνωστο σε πραγματικό χρόνο, επιθυμώντας ωστόσο την επίτευξη αυτού του αγνώστου στον κόσμο των ιδεών και των συναισθημάτων, ας κρατήσουμε τους ανθρώπους που έχουμε ανάγκη κοντά μας, αποδίδοντας όμως και ένα φόρο τιμής στο περιβάλλον που μας συντρόφευε με το πέρας των χρόνων. Αυτοί οι τοίχοι εξακολουθούν να βρίσκονται εκεί, οι φωνές μας μπορεί να αντηχούν ακόμα εκεί μέσα. Περάσαμε κι εμείς από αυτά τα σοκάκια, τα γνωρίσαμε, τα θυμόμαστε και εκείνα με τη σειρά τους μας γνώρισαν. ‘Εχουμε την πεποίθηση πως προσφέρονται για περπάτημα περισσότερο σε μας παρά στους καινούριους. Η θέα από το μπαλκόνι είναι η ίδια, δεν άλλαξε κι αυτό καμιά φορά προκαλεί νοσταλγία.. Ας μην ξεχνάμε λοιπόν όταν τα επισκεφτούμε ξανά πως θα νιώσουμε το ίδιο αίσθημα νεότητας και ζεστασιάς μόνο που αυτή τη φορά θα είναι περισσότερο αμήχανο, ξεθωριασμένο αλλά πάντα ζωντανό και ευπρόσδεκτο. Πάντα διαθέσιμο για τους περαστικούς που μοιράστηκαν εκεί τις στιγμές τους ξοδεύοντας αστείρευτη ενέργεια, ασύδοτους ερωτισμούς, εκρηκτικές συμπεριφορές..

Μια καινούρια θέα απλώνεται μπροστά μου θυμίζοντάς μου πως η ζωή αναπαράγει, αναπλάθει, αναδημιουργεί με βάση την ενέργεια που ξοδεύουμε και αφιερώνουμε σε αυτήν. Αρκεί να μην ξεχνάμε να ξαποσταίνουμε καμιά φορά και να συνειδητοποιούμε με τι ταχύτητα τρέχουμε… Όλοι γνωρίζουμε και θέλουμε να πιστεύουμε πως σημασία δεν έχει ο προορισμός αλλά το ταξίδι που κάνεις προκειμένου να φτάσει σε αυτόν..

Advertisements

Εξομολόγηση.

 

Επιστροφή από το Επέκεινα. Τελευταία σελίδα. Εγώ.

 

Στο βάθος της ζωής μου ζητάω μία συνεχής και επαναλαμβανόμενη επιβεβαίωση των πράξεων μου. Αναζητώ εκείνους που με έκαναν να αγαπήσω και να αγαπηθώ. Εκείνους που τους έκανα κακό έτσι ώστε να μπορέσω να το επαναλάβω.. Να επαναλάβω το λάθος έτσι ώστε να γνωρίσω την ιδέα του λάθους μέσα από την πράξη και όχι από την σκέψη. Να αγαπήσω ξανά τις ανοησίες μου και όσους θεώρησα και χαρακτήρισα ανάξιους και χειρότερους από μένα. Να κερδίσω ξανά όσα η ζωή μου χάρισε και όσα μου πήρε. Γιατί αυτά που μου πήρε είναι περισσότερα και δεν ζητάω ούτε αντάλλαγμα, ούτε χρωστάω και συγνώμη. Θέλω μόνο να δω.. Να ψάξω και να δω τα ίδια πράγματα και να χαμογελάσω με όσα αισχρά έκανα και όσα καλά μπόρεσα να προσφέρω. Γιατί με μία δεύτερη ματιά κερδίζεις από κάτι μικρό και ασήμαντο, πολλά και μεγαλειώδη πράγματα. Πράγματα… Πόση γενική και αόριστη λέξη μέσα στο χάος των πράξεών μας… Αναζήτησα και δεν βρήκα τίποτα.. Ξεγελάστηκα.. Μου λείπει η επανάληψη, μου λείπει μία σκιαγραφημένη περίληψη της ζωής μου και των ανθρώπων που συμπεριέλαβα μέσα σ’ αυτή. Μία πλάνη ήταν.. Σαν μία τελευταία απραγματοποίητη ευχή ενός μελλοθάνατου που ετοιμάζεται επιτέλους να εκτίσει το χρέος του…

Αναρωτιέμαι επίσης αν στη δυστυχία του ενός χωράνε αγωνίες μεταφρασμένες σε μία οικουμενική και δεοντολογικά αποδεκτή ευτυχία των πολλών. Εάν δηλαδή σε μια διάσταση μπορώ να είμαι χαρούμενος και σε μία άλλη απόλυτα δυστυχισμένος. Η ζωή με έπιασε απ’ το χέρι και μου δίδαξε πως οι κακουχίες της ζωής με οδηγούν σε θετικά αποτελέσματα. Έτσι και τώρα… Επιστρέφω από μία επίκληση προς το σύμπαν και το θεό, αναζητώντας πραγματικά τα θέλω της ψυχής μου και ένα θέλω στο οποίο γυρεύω απαντήσεις και στοιχεία χειροπιαστά… Όλα ξεκινούν απ’ τον ορισμό της ευτυχίας… Πολλά πράγματα ήθελα στη ζωή μου και προσπάθησα να τα καταφέρω αλλά απέτυχα. Ο λόγος ήταν διότι αναζητούσα πάντα κάτι καλό. Κάτι το οποίο θα μου προσέφερε χαρά, δημιουργία, ζωντάνια και ικανοποίηση. Κι όμως η αναζήτηση μιας τέτοιας αλήθειας οδηγεί σε μια διαφορετική έκβαση από αυτή που θεωρούσα ως φυσική και αυτονόητη… Η φυσική αλήθεια κατάλαβα πως έρχεται σε σύγκρουση με τακτά φυσικά γεγονότα. Η φύση των γεγονότων αυτών πηγάζει απ’ την κίνηση και την πορεία που παίρνουν οι πράξεις μας, απ’ το βαθμό που τις υποστηρίζουμε, καθώς και από την διάρκεια που επιθυμούμε να τους δώσουμε. Άρα εκδηλώνοντας τον εσωτερικό μας κόσμο, απευθείας το σύνολο των καταστάσεων αυτών παίρνει την μορφή πράξης, η οποία πράξη καταγράφεται στην ιστορία του σύμπαντος ως ένα γεγονός. Γεγονός φυσικό, αφού οι πράξεις του –παράλογες ή μη- είναι αποδεκτές από το σύνολο του κόσμου άρα φυσικές. Όλη λοιπόν αυτή η θεωρία έρχεται σε σύγκρουση με την φυσική αλήθεια, μιας και η συγκεκριμένη θεωρείται υποκειμενική και μπορεί να πάρει την μορφή αφήγησης όπως ο καθένας μας ορίζει. Φυσική μεν, -αφού περιγράφονται πράξεις ανθρώπινες- όχι πάντα όμως αληθινή καθώς η αλήθεια η δική μου μπορεί να διαφέρει σε σχέση με την αλήθεια του άλλου, να υπάρξει διαφωνία, σύγκρουση κλπ. Το πρόβλημα το δικό μου ωστόσο έχει να κάνει με την απαρχή της ιδέας αυτής με την βάση δηλαδή της πυραμίδας. Για παράδειγμα αν μία συζήτηση δύο ανθρώπων αναφέρεται στην διαπίστωση μίας αλήθειας η οποία δεν καταλήγει σε μία κοινή αποδοχή και οδηγηθούν αυτοί οι δύο σε διαφωνία και σε ρήξη, κάτι τέτοιο θεωρείται ως ένα μικρό κομμάτι της πυραμίδας και ουσιαστικά αδιάφορο. Εγώ επικεντρώνομαι στην αληθειακότητα της αλήθειας ως πρωταρχικής και αυθεντικής ιδέας ώστε να μπορέσω στο τέλος να φτάσω σε ένα σημείο να μπορώ να υποστηρίζω τον ορισμό αυτό με μακροχρόνιες πράξεις στη ζωή μου που θα με κάνουν καλύτερο και όχι στάσιμο ή  αδιάφορο της γνώσης.

Ώρες ώρες απογοητεύομαι και σκέφτομαι παραδείγματα που επιβεβαιώνουν τη θεωρία αυτή… Μέχρι να φύγει η αγνότητα από πάνω μου κατάφερα να ζω αξιοπρεπώς, να ακολουθώ ρόλους και συμπεριφορές που θα με έκαναν αρεστό στον υπόλοιπο κόσμο, δίνοντας μου το δικαίωμα να μπορώ να συμμετέχω σε άτυπες συνεστιάσεις, σε βαρετές εκδηλώσεις και σε γνωριμίες τόσο ανθρώπινες που με έφτασαν σε ένα σημείο να νομίζω ότι μιλάω τη γλώσσα των ζώων. Κατάφερα να πλησιάσω το άλλο φύλο σύμφωνα πάντα με τους κανόνες που –φαντάζομαι πως- κάποιος από εκεί πάνω θα τους είχε θεσπίσει γράφοντας τους σίγουρα σε μια λερωμένη χαρτοπετσέτα γεμάτη σάλια και υπολείμματα κακών ρόλων και συμπεριφορών… Ζούσα μία αμιγώς ελεύθερη ζωή σύμφωνα με τους δικούς τους κανόνες. Ασκούσα ελεύθερα τα δικαιώματά μου αφού με στιγμάτισαν με τους αδίστακτους ρόλους που μοίραζαν καθημερινά σε πολλαπλές οντισιόν ενός κοινωνικού κουκλοθέατρου. Δούλευα υπό την καθοδήγηση και την αυστηρά ελεγχόμενη χειραγώγηση ανθρώπων με μυαλό ανθρώπινου ζώου. Κι όμως όλα αυτά αποτελούν ένα  εξειδικευμένο παράδειγμα φυσικής αλήθειας και όχι φυσικού γεγονότος… Ο λόγος; Φτάνει τα όρια της υπερβολής μιας υπεραπλουστευμένης αιτιολογίας… Ο λόγος αυτού του συμπεράσματος είναι διότι την δική μου ελευθερία στον εξωτερικό κόσμο δεν την έχω ορίσει έτσι… Η πραγμάτωση των φυσικών μου γεγονότων αποτελούν την επιβεβαίωση της δικής μου φυσικής αλήθειας. Κι αυτό ισχύει γιατί δεν αμφέβαλα ποτέ για τις πράξεις που αποφάσισα ή για τις πράξεις που αποφάσισα εγώ για άλλους ή ένα αγνοία μου. Πάντα ακολουθούσα πιστά, με το σίγουρο βήμα που απόρρεε απ’ την ιδεολογία μου, το δρόμο που θα με οδηγούσε στην ικανοποίηση και την προσωπική αυθεντική στάση της αλήθειας του κόσμου όπως τον βλέπω εγώ…

Η ζωή σε δύο πράξεις.

–          Κατέβα

Έκλεισε απότομα το κινητό και περίμενε. Δεν ήξερε αν ήταν κοντά στο αυτοκίνητο, δεν έβλεπε. Λίγο η βροχή, λίγο οι υαλοκαθαριστήρες που την απομάκρυναν μάταια, δεν την βοηθούσε να καταλάβει. Για σιγουριά τον πήρε τηλέφωνο. Θέλησε ίσως να προετοιμάσει την ατμόσφαιρα της συζήτησης και τις διαθέσεις που θα τον καταπλάκωναν μόλις άνοιγε το στόμα της και αποφάσιζε να μετατρέψει την σκέψη σε λέξεις, τις λέξεις σε προτάσεις. Η βροχή έριχνε μικρές τσιμπιές στο παρμπρίζ του αυτοκινήτου χωρίς ωστόσο να καταφέρνει να το λυγίσει. Το μεγαθήριο μπροστά στην πιο ευρέως διαδεδομένη χημική ένωση του κόσμου. Ασύγκριτα μεγέθη. Όπως ασύγκριτη θα είναι και η επιχειρηματολογία της Στέλλας. Έχουν περάσει δύο λεπτά και ακόμα περιμένει. Είναι λίγο νευρική, κι αυτό έχει ως συνέπεια η αρχική νευρόσπαστη άνω-κάτω κίνηση του αριστερού της ποδιού να την οδηγήσει σε ένα εξωφρενικό χτύπημά του στο πατάκι του αυτοκινήτου. Τα αδυσώπητα χτυπήματα της στερούν μερικούς πόντους στο καλσόν. Δεν άκουγε όμως, ούτε είχε συναίσθηση των σπασμωδικών της κινήσεων. Ο ασταμάτητος ήχος της βροχής δεν την άφηνε να αφουγκραστεί την ένταση στο κορμί της. Χωρίς να σκεφτεί ότι κάτι δεν πάει καλά με την κινησιολογία της, ανοίγει την ταμπακιέρα και αρπάζει ένα τσιγάρο ξεσπώντας πάνω του. Ο κυρτός πλέον σωλήνας ανάβει και η στάχτη σκορπίζεται πάνω της, στο κάθισμα ανάμεσα στα πόδια της, στο χαλάκι, στο τιμόνι, παντού. Ο καπνός διαχέεται στον οργανισμό της αλλά η νικοτίνη δεν είναι σε θέση να βελτιώσει την σταδιακά αυξανόμενη ένταση του κορμιού της. Είναι εξάρτηση κυρίως ψυχολογική. Πριν προλάβει να αναρωτηθεί τον λόγο καθυστέρησής του, πετάει με αηδία το φίλτρο που μόλις είχε ρουφήξει. Ανασηκώνεται στο κάθισμα νιώθοντας τον ιδρώτα να ρέει στη μέση της με πορεία καθοδική. Κοιτάζεται στον καθρέφτη χωρίς να μπορεί να διακρίνει τους μαύρους κύκλους απ’ την χθεσινοβραδινή αγρυπνία. Κοιτάζει δεξιά, κοιτάζει αριστερά, δεν διακρίνει όμως καμία ανθρώπινη φιγούρα πέρα από αυτήν. Σα να ήθελε να νιώσει την παρηγοριά μιας παρουσίας σε απόσταση είκοσι μέτρων. Η βροχή, ο ήχος του χαμηλωμένου ραδιοφώνου και η ανάσα της διακόπτονται απότομα από τις αισθήσεις της. Ένας πόνος στο στομάχι την αναγκάζει να σφίξει την γροθιά της και να πιέσει το σημείο που αντιδρά με τρομακτική δύναμη. Σκύβει το κεφάλι, κλείνει δύο δευτερόλεπτα τα μάτια, ξορκίζοντας την αναπάντεχη ευαισθησία που την επισκέφτηκε μέσα στα μαύρα μεσάνυχτα. Ο πόνος απομακρύνεται, σηκώνει ξανά το κεφάλι, ενώ το πόδι συνεχίζει να βρίσκεται πρώτο στην παλμικό ρυθμό του οργανισμού της. Τα μαλλιά της δεν κατάφεραν να αποφύγουν τη ροή της βροχής όταν λίγη ώρα πριν ξεκίνησε να υγραίνει καθετί στο πέρασμά του. Εκείνη τα αγγίζει, τα φέρνει μπροστά στους ώμους, σκαρφίζοντας μία απατηλή αίσθηση ζεστασιάς και τρυφερότητας. Δαγκώνει τα χείλη της σκεφτόμενη την αργοπορία που την αναγκάζει να παρατείνει το χρονικό της ξέσπασμα. Ήδη η ενέργεια που ένιωθε όταν δημιούργησε τον υστερόχρονο συλλογισμό της, την οδηγεί με μαθηματική ακρίβεια σε συναισθηματική φθορά. Ξαφνικά το βλέμμα της εστιάζει μεταξύ της κολώνας της ΔΕΗ και του σκουπιδοτενεκέ. Ανάμεσά τους διακρίνει μία σκοτεινή, θολή φιγούρα που κατευθυνόταν προς το αυτοκίνητό της. Επιτέλους είχε έρθει. Το πόδι σταματάει, η ταμπακιέρα ανοίγει ξανά, τα μαλλιά τραβιούνται πάλι πίσω και η στάχτη συνεχίζει μέσα σε λίγα λεπτά πάλι να συμπληρώνει τα κενά που δεν πρόλαβε να καλύψει στην προηγούμενη τζούρα. Η πόρτα ανοίγει και βεβιασμένα εισέρχεται ο Παύλος. Η ψυχρή ατμόσφαιρα του εσώκλειστου χώρου γίνεται ακόμα πιο κρύα με το άνοιγμα και το κλείσιμο μόνο μιας πόρτας. Ο Παύλος τινάσσει σαν το σκυλί το νερό απ’ τα μαλλιά του, τους δίνει ένα πρόχειρο χτένισμα με τα δάχτυλά του και στη συνέχεια κοιτάει χωρίς δεύτερη σκέψη στα μάτια τη Στέλλα. Εκείνη σείεται ολόκληρη πια, χωρίς να μπορεί να κρύψει την αναστάτωσή της. Σε μια στιγμή υπεροψίας και αμηχανίας γυρίζει εκείνη και τον κοιτάζει…

–          Έρχομαι.

Ο Παύλος κοιτάει απ’ το παράθυρο για να εντοπίσει το ακριβές σημείο που στάθμευσε ακριβώς η Στέλλα. Βλέπει ακριβώς κάτω από το σπίτι του ένα Ford Fiesta σκούρο μπλε να έχει σταματήσει, με τα αλάρμ να αναβοσβήνουν ρυθμικά. Κοιτάζεται στον ολόσωμο καθρέφτη, σκουπίζει τα μάτια του, ελέγχει μήπως είναι ακόμα κόκκινα και περιμένει να ξεθυμάνουν. Χωρίς να ξεχνάει τις καθημερινές του συνήθειες περιποιείται με τα δάκτυλα τα μαλλιά του, προσπαθώντας να επωμιστεί μια στιγμή ανάπαυλας και ψυχικής προετοιμασίας. ΄΄΄Κινητό, λεφτά, κλειδιά, τσιγάρα΄΄. Τα είχε όλα μαζί του ήταν έτοιμος να φύγει. Απενεργοποιεί τον υπολογιστή, και κατευθύνεται προς την έξοδο. Σταματάει όμως απότομα γιατί κάτι ένιωθε πως είχε ξεχάσει. Μα φυσικά… Επιστρέφει πίσω, ανοίγει το συρτάρι του γραφείου και χώνει απρόσεκτα στην τσέπη του ένα μικρό δώρο πιθανόν για εκείνη. Πάει μέχρι την κουζίνα, βάζει ένα ποτήρι νερό και πίνει ένα ντεπόν. Το κεφάλι του κόντευε να σπάσει εκείνη τη μέρα. Ένα βάρος στο στήθος δεν τον άφηνε να επαναφέρει την ισορροπία στο εσωτερικό του. Μία στιγμή ανασφάλειας ήταν αρκετή για να κοιταχτεί ξανά στον καθρέφτη και να βεβαιωθεί πως τα μάτια του δεν ήταν υγρά πλέον, παρόλο που πονούσαν λίγο. Κλειδώνει, κατεβαίνει κάτω και λίγο πριν ανοίξει την πόρτα της εξόδου κοντοστέκεται. Παίρνει μια βαθιά ανάσα, σκάει ένα ατυχές μάλλον χαμόγελο και συνεχίζει…

–          Ήθελα να στα πω από κοντά γιατί κόντεψα να σκάσω, μα το θεό.

Εκείνη αδιαφορώντας, του απάντησε βραχνιασμένα και χαμηλόφωνα.:

–          Πες μου, τι έγινε δηλαδή;

–          Ήταν λέει απασχολημένος συνέχεια.. Έπαιρνα και ξανάπαιρνα αλλά τίποτα.. Μην στα πολυλογώ κάποια στιγμή που επικοινωνήσαμε κατάφερα να το πάω το θέμα εκεί που ήθελα.

–          Και τι είπατε;, απάντησε η Στέλλα επιθετικά.

–          Με πλήγωσε. Δεν μπορείς να φανταστείς. Δεν το περίμενα, τι να σου πω τώρα. Του ζήτησα χρήματα, μου είχε πει πως μπορούσε. Αλλά μάταια.. Σε μία τέτοια δύσκολη στιγμή με απέφυγε ο μοναδικός άνθρωπος που ήξερα ότι μπορούσε να με βοηθήσει. Με πλήγωσε, το καταλαβαίνεις;

Η Στέλλα προσποιείται και κοιτάει μπροστά της, αρνούμενη να συμμεριστεί τον πόνο του. Ακίνητη σαν άγαλμα, με έντονους μορφασμούς, νιώθει σκέψεις να της καταλύουν το μυαλό. Σκέψεις που σε διαφορετική περίπτωση θα είχαν μία εντελώς διαφορετική προσέγγιση. Ξαφνικά στρέφει το κεφάλι της, το σώμα της, την προσοχή της παράλληλα σε αυτόν, δημιουργώντας την εντύπωση ότι αυτός ο άνθρωπος είχε διαλέξει στρατόπεδο, δίχως τη σύμφωνη γνώμη του συνομιλητή της. Με οργή βρασμένη και γλώσσα καυτή, αφήνει τις σκέψεις της να πάρουν σάρκα και οστά.

–          Είσαι ένας ανεύθυνος, το ξέρεις; Έχεις συνειδητοποιήσει τι ακριβώς έχει συμβεί; Καλά να πάθεις! Στην έφερε για τα καλά λοιπόν! Ξέρεις κάτι όμως; Χέστηκα! Δεν με ενδιαφέρει καθόλου! Η αδράνειά σου μας οδήγησε σε αυτό το αποτέλεσμα! Συγχαρητήρια λοιπόν! Μην περιμένεις να ακούσεις καλή κουβέντα από μένα γι’ αυτό, δεν πρόκειται να σε παρηγορήσω. Γιατί μάλλον είμαι μόνη μου σ’ αυτό αγαπητέ μου!

Ο Παύλος έχει μείνει άναυδος. Κι αυτός με τη σειρά του στρέφει το κεφάλι του μπροστά, κοιτάζοντας ένα θολό τζάμι που μαίνεται απ’ τη βροχή. Η διαφορά με τη Στέλλα είναι ότι αυτός τώρα βλέπει. Μπορεί να μην διακρίνει τι υπάρχει πέρα απ’ αυτόν ανάμεσα στις εκατοντάδες χιλιάδες σταγόνες βροχής, αλλά μπορεί και παρακολουθεί με τις εικόνες του μυαλού του όσα είχε δει και μόλις ακούσει λίγα δευτερόλεπτα πριν. Έβλεπε σε γρήγορη κίνηση τις κουβέντες του καλύτερού του φίλου σε εικονικές πράξεις. Πρώτη πράξη, δεύτερη πράξη.. Δεν θα άντεχε και μία τρίτη. Θα ξεπερνούσε κατά πολύ τις δυνάμεις του. Πρώτη ταπείνωση, δεύτερη ταπείνωση.. Ήταν η πρώτη φορά στη ζωή του που είχε δεχτεί την απόρριψη και την εμπάθεια μέσα σε λίγες ώρες. Ένας άνθρωπος καλοσυνάτος, έντιμος ευχάριστος, απαλλαγμένος από νοοτροπίες και πάθη του παρελθόντος. Τα δύο αυτά χτυπήματα στα πιο ευαίσθητα σημεία του ψυχικού του κόσμου, δεν μπορούν να συγκριθούν με μία μαχαιριά με μία σφαίρα, με τίποτα. Η Στέλλα συνέχιζε να ανοιγοκλείνει το στόμα της βγάζοντας ήχους, αλλά το μόνο που άκουγε ο Παύλος ήταν ο ανατριχιαστικός ήχος όταν τα δόντια της εφάπτονταν καθώς μιλούσε. Από κει και πέρα όμως δεν άκουγε τίποτε άλλο. Σιωπή. Ήταν ήδη αρκετά όσα πρόλαβε να κρατήσει μέσα του, οπότε ήταν περιττή οποιαδήποτε άλλη αναφορά στο περιστατικό του. Η Στέλλα είχε γουρλώσει τα χαρακτηριστικά πράσινα μάτια της, ανάσανε με τέτοιο ρυθμό περισσότερο απ’ όσο μπορούσε να αντέξει η καρδιά της, πληγωμένη, φοβισμένη και αψυχολόγητη σύμφωνα με το μυαλό του Παύλου. Δεν μπορούσε πραγματικά να καταλάβει τον λόγο που αντιδρούσε με αυτό τον τρόπο. Το μοναδικό άτομο που περίμενε να του συμπαρασταθεί ή να του προφέρει λέξεις γλυκές, ανάλατες και παροτρυντικές ήταν αυτή.. Κι όμως στην παρθενική του απόρριψη ήρθε κι έδεσε το ξέσπασμα της Στέλλας πάνω του. Η Στέλλα εξακολουθούσε να εκτοξεύει λέξεις που χτυπάνε σαν ηλεκτρικό ρεύμα χιλιάδων βολτ αστραπιαία στην καρδιά του, χωρίς να μπορεί να κλείσει τον διακόπτη. Κουβέντες οι οποίες ίσως να διαρκούσαν για μερικά λεπτά, θα τον σημάδευαν για όλη του τη ζωή. Η τάση ήταν τόσο υψηλή που τα σημάδια μέσα του θα ήταν, δυστυχώς γι’ αυτόν ανεξίτηλα.

Η Στέλλα αδειάζει τις σκέψεις της, σταματάει να μιλάει και ο Παύλος εξακολουθεί να μην ακούει πλέον τίποτα. Εδώ και ώρα έχει καταφέρει να απομακρύνει τις λέξεις ως νοήματα, αλλά εκείνες δεν σταμάτησαν να βρίσκουν τον τρόπο να τρυπώνουν μέσα του και να του προκαλούν πόνο.

–          Δεν έχεις τίποτα να πεις; Η Στέλλα περιμένει να ακούσει μία ορθή απάντηση ύστερα από το λεκτικό της παραλήρημα. Έτσι κατάφερες να μας βοηθήσεις; Ξέρεις, δεν είμαι μόνη μου εδώ. Περίμενα ότι θα είχες φροντίσει γι’ αυτό. Ξέρεις τι νιώθω; Ότι δεν μπορώ να στηριχτώ πάνω σου πια. Ήταν ένα καλό μάθημα αυτό που έπαθες.

Ο Παύλος εξακολουθεί να πονάει. Μέσα του ουρλιάζει, φωνάζει, βρίζει, κατηγορεί την Στέλλα, τον φίλο του, τον εαυτό του, την ώρα και τη στιγμή που γεννήθηκε, τα πάντα. Έξω από αυτόν επικρατεί μια σιωπή υπό τις άναρχες ηχητικές συνοδείες της βροχής.

–          Δεν έχεις κάτι να πεις; Μίλα μου!

Εκείνος αποφασίζει να μην αφήσει τον εαυτό του να γίνει φερέφωνο του εσωτερικού του κόσμου.

–          Δεν έχω τίποτα να σου πω. Τι να σου πω δηλαδή;

–          Ποια είναι η γνώμη σου πάνω σ’ αυτά που σου λέω; Άδικο έχω; Ο τόνος της φωνής της Στέλλας έχει χαμηλώσει και το ύφος της έχει ήδη αλλάξει λίγο μορφή.

–          Δεν έχω τίποτα να σου πω. Πλέον κοιτάζονται στα μάτια, τα σώματά τους ευθυγραμμίζονται πλήρως, ωστόσο έχουν παγώσει με τέτοιο τρόπο λες και ένας τοίχος βρίσκεται ανάμεσά τους με δύο τρύπες στο κέντρο, ώστε να μπορούν να διακρίνουν αμυδρά ο ένας τον άλλο.

–          Ξέρεις το λάθος δεν είναι δικό μου, συνέχισε να της λέει. Ξέρεις ότι δικά μου λεφτά δεν έχω. Ο μόνος άνθρωπος που εμπιστευόμουν ήταν αυτός. Βασίστηκα σ’ αυτόν, μου είπε θα με βοηθήσει. Τι άλλο μπορούσα να κάνω;

–          Να σου γίνει μάθημα αυτό θέλω.. Θα τα πούμε αύριο το πρωί. Αυτή τη στιγμή θέλω να πάω να ξεκουραστώ..

Ο Παύλος ανοίγει την πόρτα να βγει έξω περιμένοντας μία αντίδραση που τελικά την πετυχαίνει.

–          Που πας; Η Στέλλα αρχίζει αμέσως να νιώθει πάλι μόνη, δεν ήθελε να επανέλθει στην προηγούμενη νευρωτική κατάσταση. Είχε μιλήσει, είχε ξεσπάσει και είχε ηρεμήσει. Δεν γνώριζε όμως τον αντίκτυπο όσων μόλις πριν είχε κυριολεκτικά αφοδεύσει. Ο Παύλος διακόπτει την έξοδό του, ωστόσο το δεξί του πόδι ήταν ήδη εκτεθειμένο στις πεισματικές σταγόνες που δεν έλεγαν να κοπάσουν. Η πόρτα ήταν μισάνοιχτη, το ένα του χέρι κρατούσε το χερούλι και το άλλο το είχε αρπάξει η Στέλλα επιβλητικά με στοργική διάθεση και με διαφορετικές αυτή τη φορά προθέσεις.

–          Τι θέλεις;, της απάντησε ο Παύλος δίχως ίχνος εμπαιγμού ή επιθετικότητας.

–          Κάτσε λίγο.. Αύριο είναι μία δύσκολη μέρα και για τους δύο.. Η φωνή της έχει αποκατασταθεί, η Στέλλα επανήλθε στην Στέλλα των τριάμισι ήδη χρόνων σχέσης, όπως ακριβώς την γνώριζε εκείνος.

–          Δεν μπορώ.. Περίμενα κάτι διαφορετικό ίσως από σένα σήμερα. Μία τέτοια μέρα έπρεπε να ήμασταν μαζί. Και συ επέλεξες να μην είσαι. Δεν μπορώ να συνεχίσω να είμαι στοργικός μαζί σου, απ’ τη στιγμή που διάλεξες εσύ να μην είσαι μαζί μου απόψε. Ειδικά απόψε.. Σ’ αγαπάω. Αλλά τώρα θέλω να μείνω μόνος μου. Αύριο το πρωί θα σε έχω συγχωρέσει, αλλά όχι απόψε. Καληνύχτα Στέλλα.

Ο Παύλος ανασηκώνει το βρεγμένο δεξί του πόδι, που εδώ και ώρα είχε παγώσει και βγαίνει από το αυτοκίνητο. Η Στέλλα αποφάσισε να μην τον δεσμεύσει άλλο. Πρώτη φορά τον έβλεπε έτσι. Φοβήθηκε τη χροιά της φωνής του. Ήταν βαριά σαν σίδερο και βραχνή σαν σκουριασμένη. Τον άφησε να φύγει, χωρίς να έχει καταλάβει ακριβώς το λόγο. Η βροχή σαν μουσική συνοδεία ταινίας δυναμώνει καλύπτοντας πια κάθε πιθανό κενό που επέτρεπε μία κακοδουλεμένη και απρόσεκτη ορατότητα. Δεν τον βλέπει να απομακρύνεται. Κάνει μια γρήγορη επισκόπηση αλλά δεν τον εντοπίζει πουθενά. Σα να εξαφανίστηκε από προσώπου γης. Σαν ξυπνητήρι το πόδι της ξεκίνησε πάλι να τρεμοπαίζει, η ταμπακιέρα μέσα σε λίγα λεπτά είχε ελαφρύνει σε λίγα μόλις γραμμάρια και οι στάχτες έπεφταν με μανία στο σώμα του αυτοκινήτου σε ρυθμό σχεδόν ευθυγραμμισμένο με το ρυθμό της βροχής..

Η επόμενη μέρα είχε φτάσει. Η Στέλλα με την καλύτερή της φίλη και τον Παύλο συναντώνται έξω από την κλινική. Μέσα σε λίγα λεπτά η νοσηλεύτρια ειδοποιεί τον Παύλο πως η Στέλλα ήταν έτοιμη για εισαγωγή και πως θα έπρεπε να περιμένει με την άλλη κοπέλα απ’ έξω. Στον χώρο επικρατούσε χαμός. Μωρά κλαίγανε ασταμάτητα, γυναίκες βογκούσαν απ’ τους πόνους, η αίθουσα αναμονής ήταν γεμάτη από κόσμο. Το ασανσέρ απέναντί τους ανοιγόκλεινε συνεχώς, μαζεύοντας στον περιορισμένο χώρο παραπάνω επισκέπτες απ’ όσους ίσως θα μπορούσε να χωρέσει. Οι μυρωδιά από τις ανθοδέσμες δημιουργούσαν ένα κλίμα ευχάριστο και συγκινητικό για τον περισσότερο κόσμο που είχε συγκεντρωθεί εκεί. Για τον Παύλο ήταν μάλλον ένας πένθιμος συμβολισμός. Η μυρωδιά ενός τέλους, μιας νέας μουδιασμένης αρχής χωρίς χειροκροτήματα, αναφιλητά και ευχαριστίες. Είσοδος, έξοδος. Αυτή ήταν η διαδρομή που περίμεναν ότι θα έκαναν και έτσι έγινε άλλωστε. Μέσα σε δέκα λεπτά η διαδικασία είχε τελειώσει. Η νοσηλεύτρια φωνάζει τον Παύλο ενημερώνοντάς τον πως όλα είχαν κυλήσει ομαλά. Η άμβλωση είχε ολοκληρωθεί. Μετά από λίγη ώρα μπόρεσαν και οι δύο να την επισκεφτούν, ήταν ήδη ξύπνια. Ο Παύλος της έπιασε στοργικά το χέρι περιμένοντας να λάβει μία ανάλογη αντίδραση. Την έλαβε. Η Στέλλα του χαμογέλασε.

–          Δεν ξέρω γιατί αλλά δεν νιώθω τύψεις. Νομίζω πως τελικά ήταν πολύ ώριμη η απόφαση που πήραμε. Δεν γινόταν αλλιώς.. Η Στέλλα ήταν ήρεμη.

Εκείνος γεμάτος κατανόηση της έγνεψε στοργικά. Δύο ώρες της κρατούσε το χέρι μεταφέροντας όση αγάπη και συναίσθημα μπορούσε να συσσωρεύσει σ’ αυτό.

Η Στέλλα επωμίστηκε το μεγαλύτερο μέρος των εξόδων. Σε αντίθεση με τον Παύλο εκείνη εργαζόταν. Ο Παύλος πάλευε με το σύστημα καθημερινά. Με όση αξιοπρέπεια του είχε μείνει, σχεδόν αφυδατωμένος, προσπαθούσε να διεκδικήσει μία θέση εργασίας για να μπορεί να ανταπεξέλθει στις καθημερινές του ανάγκες. Πόσο μάλλον σε περιπτώσεις όπως αυτή που του έτυχε. Ακόμα περισσότερο, σε περιπτώσεις όπως αυτές που θέλεις να κρατήσεις μία ζωή που ήδη είχε αρχίσει να δημιουργείται.

Ο Παύλος πονούσε ακόμα από την χθεσινή βραδιά. Δεν είχε καταφέρει να αποβάλλει από μέσα του τις ανασφάλειες που μέσα σε λίγα λεπτά είχαν ειπωθεί σε κοινή θέα. Τον σταυρό που κουβαλούσε μέσα του τόσα χρόνια, ήρθε το αγαπημένο του πρόσωπο να του τις επιβεβαιώσει. Κατανοώντας όμως την περιπλοκότητα της κατάστασης είχε αρχίσει ήδη να μετατρέπει τον πόνο αυτό σε οργανικό, ώστε κάποια μέρα να μπορέσει να τον αποβάλλει..

Η Στέλλα καθόταν αφημένη στο κάθισμα του συνοδηγού, έτοιμη να επιστρέψει σπίτι για να ξεκουραστεί, ενώ η φίλη της ήταν αυτή που θα αναλάμβανε καθήκοντα θεραπευτικά αυτή τη φορά. Ο Παύλος εξίσου ταλαιπωρημένος κι αυτός, προσπάθησε να μην κάνει εμφανή τη θλίψη του.

–          Θα τα πούμε μετά;

Ο ήλιος έπεφτε πάνω στα μάτια της Στέλλας αναγκάζοντάς την σε άτακτο συνοφρύωμα. Ο Παύλος στάθηκε στο παράθυρο, έσκυψε και της φίλησε τα ταλαιπωρημένα, σκασμένα της χείλη. Η Στέλλα δεν του απάντησε. Έβγαλε το χέρι της απ’ το παράθυρο χαϊδεύοντάς του το μάγουλο, σαν τότε που βρέθηκαν μαζί για πρώτη φορά. Ο Παύλος μεμιάς ένιωσε οι πληγές που είχαν ανοίξει χθες να επουλώνονται σιγά σιγά.

–          Τι είναι; Ρώτησε περίεργος χωρίς να έχει λάβει ακόμα καμία απάντηση στην προηγούμενη ερώτησή του.

–          Συγνώμη. Σε αδίκησα. Έχω περισσότερες τύψεις για όσα σου είπα χθες παρά για όσα έγιναν σήμερα.. Αλλά κατάλαβέ με..

–          Μην ζητάς συγνώμη. Είναι η πρώτη μέρα μετά από καιρό που νιώθω πιο ώριμος από ποτέ. Από αυτά που μου είπες, απ’ όσα ζήσαμε το τελευταίο διάστημα. ΄Ώριμος που κατάφερα να δω πράγματα που με γυμνό μάτι δεν μπορούσα. Την δύναμη που έχει ο συνάνθρωπός μας την ύστατη στιγμή απελπισίας και ανάγκης. Είδα πολλά μέσα από τον πόνο. Και τώρα ξέρω πως είναι. Εσύ ήσουν σε δυσκολότερη θέση από μένα και τώρα γνωρίζεις καλύτερα πως είναι. Κι αυτό είναι μάθημα Στέλλα μου. Τίποτα δεν πέφτει κάτω χωρίς να κάνει θόρυβο. Και τώρα ξέρω κι εγώ. Και οι δύο βιώσαμε τον πόνο, τις τύψεις και την απόρριψη. Την απόρριψη Στέλλα. Κι όσο κι αν πονάμε τώρα, σ’ ευχαριστώ.

Η Στέλλα έδειχνε να καταλαβαίνει ακριβώς τι ήθελε να πει. Δεν το έδειξε όμως. Γιατί ντρεπόταν. Μιας και κατάλαβε πως τις κρισιμότερες στιγμές ενότητας και αλληλεγγύης τον πρόδωσε. Τα συναισθήματα όμως σε τέτοιες καταστάσεις είναι απρόβλεπτα. Έρχονται και παρέρχονται. Δεν άφηνε όμως τον εαυτό της να δει όλα όσα είχε κάνει για εκείνη, μέχρι και τη στιγμή που έφυγαν από την κλινική. ΄΄Κατηγορούσα το Θεό γιατί δεν είχα να φορέσω παπούτσια μέχρι τη στιγμή που είδα κάποιον να προσεύχεται χωρίς πόδια.΄΄. Έτσι φαίνεται να σκέφτηκε η Στέλλα όταν ξύπνησε από τη νάρκωση στο δωμάτιο. Στο διπλανό κρεβάτι ήταν ξαπλωμένη μία κοπέλα, μικροσκοπική αλλά όχι πολύ μικρή ηλικιακά. Είχε καλύψει το πρόσωπό της με τα λαδωμένα μαλλιά της, είχε μαζέψει το σώμα της σε στάση εμβρύου και ήταν μισοσκεπασμένη. Η Στέλλα απόρησε για την ιδιαίτερη πόζα που είχε σχηματίσει μιας και οι υπόλοιπες κοπέλες του θαλάμου είτε κοιτούσαν το ταβάνι σκεπτικές και προβληματισμένες, είτε μιλούσαν με τους επισκέπτες που τις παρηγορούσαν. ΄΄ Ένας θάλαμος με κοινή μοίρα΄΄, διαπίστωσε με θλίψη. Καθώς την περιεργαζόταν εξονυχιστικά, ένα κινητό τηλέφωνο χτύπησε κάτω από τα σεντόνια του κρεβατιού της διπλανής κοπέλας. Ο ενοχλητικός ήχος σφύριζε στα αυτιά όλων, μέχρι που η Στέλλα με όσες δυνάμεις είχε καταφέρει να συγκεντρώσει της είπε:

–          Συγνώμη το τηλέφωνό σου χτυπάει.

–          Δεν με ενδιαφέρει δεν θέλω να το σηκώσω, φαίνεται να είπε κάτω από τις τρίχες που είχαν κολλήσει στο πρόσωπό της.

–          Μα, μπορεί να είναι κάποιος δικός σου άνθρωπος, σήκωσέ το σε παρακαλώ.

Με αργές κινήσεις, καταναγκαστικά το βρίσκει και απαντάει.

–          Πού είσαι; Ναι, στην κλινική είμαι.. Γιατί δεν ήρθες ρε γαμώτο, γιατί να είσαι τόσο απάνθρωπος τελικά; Δεν με ενδιαφέρει, εγώ σε ήθελα εδώ και συ με πούλησες! Δεν τα θέλω τα λεφτά σου, θα στα στείλω πίσω! Δεν θέλω καμία σχέση μαζί σου το καταλαβαίνεις; Καμία! Λίγη στοργή και αγάπη ήθελα, όχι τα λεφτά σου!

Η κοπέλα κλείνει το κινητό και ξεσπάει σε κλάματα. Μία κυρία από το διπλανό κρεβάτι σπεύδει να την ηρεμήσει. Ο θάλαμος είχε ξαφνικά παγώσει, έχοντας όλοι την επιθυμία να εξαφανιστούν από κει με ένα ανοιγόκλειμα των ματιών αν ήταν δυνατό. Η Στέλλα είχε συγκλονιστεί. Ακουμπάει απότομα το κεφάλι της στο μαξιλάρι στρέφει το σώμα της στο πλάι και δάκρυα πλημμυρίζουν το δέρμα της. Μόλις είχε συνειδητοποιήσει τι είχε συμβεί χθες το βράδυ. Η υπολογίσιμη δύναμη που θα την κρατούσε ψύχραιμη δεν ήταν ο ίδιος της ο εαυτός αλλά το άλλο της μισό, όπως χαρακτηριστικά έλεγε. Ναι δεν είχε βρει τα χρήματα που θα τον καθιστούσαν προστάτη και δυνατό σε μια κρίσιμη στιγμή της σχέσης τους. Κι όχι μόνο αυτό αλλά εκείνος μόλις είχε βιώσει και την απόρριψη ενός κοντινού του ανθρώπου. Και αμέσως μετά ήρθε η στιγμιαία απόρριψη απ’ το άτομο που ίσως να ζητούσε κατανόηση, στοργή και αγάπη, όπως άλλωστε προσπαθούσε να δώσει σ’ αυτήν όλο αυτόν τον καιρό. Εκείνη όμως , δικαιολογημένα ίσως, δεν μπορούσε να σκέφτεται μόνο εκείνον, είχε λάβει εδώ και ενάμισι μήνα την πιο κρίσιμη απόφαση της ζωής της. Γι’ αυτό και κατάλαβε ακριβώς τα λόγια του. Γιατί τώρα ήξερε να διακρίνει και να μπορεί να ιεραρχεί με μεγαλύτερη ωριμότητα την θέληση, την προσπάθεια, την αγάπη..

Το αμάξι απομακρυνόταν απ’ το σπίτι του Παύλου. Εκείνος σκούπισε το ιδρωμένο του μέτωπο. Ίσως ήταν ιδρωμένο, ίσως όμως και να ήταν μία έκφραση ανακούφισης μιας απόφασης που ποτέ δεν ήταν σύμφωνη με τα λεγόμενά τους, αλλά αναγκαία.  Ίσως ήταν μία εκδήλωση αποβολής του πόνου που ένιωθε από χθες βράδυ. Ίσως απλά να ήταν τελικά ιδρωμένος..

Η Στέλλα είχε κλείσει τα μάτια αφήνοντας τον αέρα να πέφτει με δύναμη στο πρόσωπό της. Ένα δάκρυ προσπάθησε να γεννηθεί, αλλά ο αέρας είχε τη δύναμη να το εξατμίσει μέσα σε δευτερόλεπτα. Γεννήθηκε χωρίς να καταφέρει να εξυπηρετήσει το σκοπό του. Όπως ακριβώς μία ανθρώπινη ζωή..

Ατενίζοντας το μέλλον…

Βγήκα στο μπαλκόνι κρατώντας στο δεξί μου χέρι μια φλυτζάνα διπλού ελληνικού καφέ και στο αριστερό μία άσπρη πλαστική καρέκλα και με δυσκολία έχω σφηνώσει κάπου εκεί ανάμεσα κ τον καπνό μου προκειμένου να ξεκινήσει η πρωινή ιεροτελεστία του καφέ. Εάν είχα βέβαια έναν αργιλέ θα ήταν επίσης ένα τονωτικό πρωινό. Ξαναμπαίνω μέσα, φέρνω λίγο χαρτί να σκουπίσω την σκονισμένη καρέκλα και κάθομαι αναπαυτικά ατενίζοντας κάτι το κλασσικό, το συνηθισμένο. Δύο μεγάλες πολυκατοικίες απέναντι μου και μπροστά τους να ορθώνεται ένα παλιό σπίτι το οποίο είχε ένα πανέμορφο κήπο από διάφορα κηπευτικά ενώ ζήλεψα υπερβολικά τις φορτωμένες λεμονιές που δεν άντεχαν το ίδιο τους το βάρος και ξεφορτώνονταν σιγά σιγά ότι με μεράκι είχαν γεννήσει. Αυτό που σκέφτηκα ήταν λίγο τραγικό καθώς τα λεμόνια που έπεφταν με δύναμη στο χώμα σάπιζαν αργά και βασανιστικά, ποτέ όμως η ίδια η λεμονιά δεν τα παράτησε συνεχίζοντας απτόητη την δημιουργία τους. Κοιτώντας στο δρόμο παρατήρησα πολλά παιδιά τριγύρω, γονείς να έρχονται να τα αφήνουν και μετά από λίγες ώρες να επιστρέφουν και να τα παίρνουν. Είχε πολλή κίνηση: μία σχολή καράτε, ένα φροντιστήριο αγγλικών, λίγο πιο πέρα ένα δημοτικό σχολείο, ένα γυμναστήριο… Καλή γειτονιά, ήσυχη, σκέφτηκα. Η πολυκατοικία βρισκόταν σε ανηφορικό σημείο οπότε κατάφερνα και αντίκριζα λίγο θάλασσα, αλλά ο ουρανός είχε την τιμητική του στα μάτια μου μιας και ανοιγόταν διάπλατα μπροστά μου, ήταν για μένα κάτι το εντυπωσιακό μέσα σε μια πόλη. Μέχρι εκείνη τη στιγμή τίποτε δεν με είχε κάνει βγω σε κάποιο είδους συμπέρασμα ή να υποθέσω ότι όλα αυτά τα ερεθίσματα μπορεί να σήμαιναν κάτι να είχαν κάποιο είδος αξίας μέσα μου. Κάποια στιγμή δίψασα και θέλησα να μπω μέσα να πιω λίγο νερό, ο καφές μού είχε φέρει λίγο ζέστη, ήθελα να δροσιστώ. Εκεί ήταν το σημείο που σταμάτησα απότομα μόλις αντίκρισα το σαλόνι, την κουζίνα, την εξώπορτα.

Η καινούρια ζωή που ξεκίνησα είχε σαφώς το τίμημά της. Αυτό κατάλαβα. Σε αυτό το σπίτι ο άνθρωπος που θα ανοίγει την πόρτα είμαι εγώ. Θα νοσταλγώ τις στιγμές που στο πατρικό μου άκουγα το κλειδί να μπαίνει στην πόρτα και να προσπαθώ απ’το μέσα δωμάτιο που βρισκόμουν να καταλάβω ποιός είναι… ΄΄Είναι ο πατέρας μου; Μπα αυτός κλείνει την πόρτα πίσω του χρησιμοποιώντας πάντα το κλειδί Αθόρυβος όπως πάντα… Η αδερφή μου είναι σίγουρα αφού βαράει την πόρτα πίσω της λες και θέλει να ξυπνήσει όλη τη γειτονιά… Ακούω κάτι κλειδιά αλλά δεν ανοίγουν την πόρτα, πάλι η μάνα μου έβαλε τα κλειδιά μέσα στις τσάντες με τα ψώνια απ’το σούπερ μάρκετ και τα ψάχνει…΄΄Δεν ήξερα ότι θα μου λείψει κάτι τέτοιο… Βγαίνοντας πάλι στο μπαλκόνι πάντα έκανα λίγο μπροστά το κεφάλι απ’το διαχωριστικό μπας και κάθεται στη βεράντα κανένα απ’τα ξαδέρφια μου και πιάσουμε την κουβέντα… Πόσο αστείο πραγματικά, δεν βρισκόμασταν ποτέ σ’ένα σπίτι αλλά τα λέγαμε όλα πάντα απ’το μπαλκόνι. Ξυπνάω επίσης το πρωί και δεν λέω να σηκωθώ ίσως γιατί περιμένω να με ξυπνήσει η αδερφή μου με το πιάνο που ξεκινάει απ’τις 7 και μου σπάει κάθε φορά τα νεύρα… Ναι αλλά μετά θα κάτσουμε να πιούμε καφέ, να κάνουμε ένα τσιγάρο…

Επιστρέφω στην συντροφιά του καφέ ανάβοντας το φίλο μου και ρουφώντας τον με δύναμη και νοσταλγία. Ξέσπασα σ’αυτόν εκείνη τη στιγμή αλλά ήξερα και ξέρω καλά μέσα μου πως ένα νέο ξεκίνημα δημιουργεί πάντα ενθουσιώδεις κινήσεις, η απόφαση πάρθηκε μετά από αισιόδοξες σκέψεις οπότε το στάδιο της σύγκρισης ή της έλλειψης απροσδόκητα αγαπημένων πραγμάτων μόνο καλό μου προσέφεραν. Κοιτάζοντας πάλι τις πολυκατοικίες, τους δρόμους, τα παιδιά, τον ουρανό, τη θάλασσα…. Ήξερα πως ήμουν απόλυτα ευθυγραμισμένος με την μοίρα μου και πως βρισκόμουν στο σωστό μέρος με όλες αυτές τις νέες προοπτικές να μου ζητάνε να τις ανακαλύψω και να τις επισκεφτώ…

΄΄Time of ye life΄΄ – Mία post – instrumental συμβουλή.

Τώρα θα ήθελα να πω κάτι άλλο πριν χάσω τον ειρμό μου.

Δεν με ενδιαφέρει τι σου λέει ο καθένας. Κανένας όμως… Εάν σου λένε ότι δεν μπορείς να κάνεις κάτι, επειδή είσαι πληγωμένος, ή ότι δεν είσαι αρκετά καλός για να κάνεις κάτι…Η μητέρα σου και ο πατέρας σου δεν θα στο πούνε ποτέ αυτό, αλλά εάν κάποιος σε κάνει να θυμάσαι κάτι τέτοιο…

ΟΤΙΔΗΠΟΤΕ, δεν με ενδιαφέρει τι είναι αυτό… εάν πραγματικά πιστεύεις ότι μπορείς να το κάνεις και το πιστεύεις αρκετά…μπορείς να το κάνεις.

Όταν έχεις απηυδήσει με τη ζωή, κάνε μια χάρη στον εαυτό σου…πάρε ένα κομμάτι χαρτί και γράψε στη μία πλευρά όλα τα καλά πράγματα που μπορείς να σκεφτείς για τη ζωή και όλα τα καλά πράγματα που έχεις. Ξεκίνα με τους γονείς σου, τους αδερφούς σου, τις αδερφές σου, τους φίλους σου, όλα αυτά που έχεις…ποδήλατα, να πηγαίνεις στα καρτ, τα πάντα. Τότε γύρνα το απ’την άλλη και γράψε όλα τα κακά πράγματα που έχεις. Όπως τον Γιάννη παραδίπλα που δεν συμπαθείς ή οτιδήποτε. Και θα βρεις ότι τα καλά υπερτερούν απ’τα κακά τόσο πολύ που δεν θα χρειάζεται να δίνεις προσοχή στα κακά επειδή όλα πηγαίνουν τόσο καλά για σένα.

Ξέρεις κάτι; Κάθε πρωί που σηκώνομαι…έχω ταμπέλες αναρτημένες σε όλο τον τοίχο μου. Μία λέει ΄΄σήμερα θα είναι η καλύτερη μέρα της ζωής σου.΄΄ Χαμογέλα. Επειδή μερικές φορές πρέπει να βοηθάς τον εαυτό σου. Ανάρτησε ταμπέλες που να λένε, ΄΄Σήμερα θα είναι μία καλή μέρα στη ζωή μου. Χαμογέλα σε όλους. Θα ξεφαντώσω. Θα κάνω αυτό καλύτερα ή εκείνο καλύτερα.΄΄ Επέτρεψέ μου να σου πώ κάτι, εδώ θα είσαι μόνο για ΜΙΑ ΦΟΡΑ. Γι’αυτό αξιοποίησέ το στο έπακρο…

Ο μονόλογος ακούγεται στο ομώνυμο κομμάτι των Crippled Black Phoenix me τίτλο ΄΄Time of Ye Life-Born for Nothing-Paranoid Arm of Narcoleptic Empire .΄΄

Παραμένοντας ακόμη χωρίς δίκτυο, μία μικρή παρέμβαση-προτροπή-συμβουλή δεν έβλαψε ποτέ κανέναν..!