Η καταναλωτική αναζήτηση της ευτυχίας.

Λένε πως οι γιορτές των Χριστουγέννων που μόλις πέρασαν και γενικότερα οι γιορτές αυτές που συμπίπτουν με την αλλαγή του έτους δημιουργούν ένα κλίμα ευφορίας, αγαλλίασης, συγκίνησης, κατάνυξης, επανατοποθέτησης, απολογισμού κλπ. Σαφώς οι συμπεριφορές και οι απόψεις των ανθρώπων διαφέρουν, το υποκειμενικό στοιχείο είναι αδιαμφισβήτητο. Όπως είχα γράψει και στην πρώτη μου δημοσίευση ένα χρόνο πριν στην ”Κατάθλιψη των εορτών” , οι γιορτές κατά την προσωπική μου εκτίμηση κατασκευάστηκαν δεν δημιουργήθηκαν. Οι όροι δημιουργία και κατασκευή δεν έχουν και τόση μεγάλη διαφορά, εξαρτάται όμως από το περιβάλλον και την πρόθεση της σημασίας που θέλεις να δώσεις. Μιλώντας δηλαδή συγκεκριμένα για τις γιορτές των Χριστουγέννων, με αφορμή τις θρησκευτικές και ιστορικές συγκυρίες, η κατασκευή προϊόντων, αγαθών και εμπορευμάτων με σκοπό το κέρδος είναι αυτό ακριβώς που η ίδια η λέξη εννοεί. Με αφορμή όμως τις θρησκευτικές αποφάνσεις (οι οποίες οδήγησαν στην γιορτή της γέννησης του Ιησού και της ετήσιας εμφάνισης του Άγιου Βασίλη) η σύνθεση μελωδικών μουσικών ήχων στα εορταστικά πλαίσια ή η σύνθεση ενός πίνακα σχετικά με τη γέννηση του θεανθρώπου, αυτό χαρακτηρίζεται δημιουργία. Νόμιμες και αποδεκτές και οι δύο προθέσεις.

Εκείνο που με κάνει βέβαια να απορώ είναι ο υπερβολικός καταναλωτισμός των εορτών. Δεν θα αναφερθώ στις ψυχολογικές προθέσεις του καθενός, δεν είναι κάτι το οποίο δίνει ευχαρίστηση νομίζω. Μία βόλτα στην αγορά με έκανε να γουρλώσω τα μάτια μου και να ζήσω για ακόμα μία φορά τις κοινωνικές αντιθέσεις οι οποίες, με λίγη παρατηρητικότητα, αυτές τις μέρες είναι πιο διακριτές. Είχα σταθεί σε ένα κεντρικό σημείο καπνίζοντας ένα τσιγάρο και παρατηρούσα. Μόνο αυτό. Έκανα μία στάση ανάμεσα στους ανθρώπους που περπατούσαν άναρχα και βεβιασμένα και αποφάσισα να κάνω αυτό που ήμουν σίγουρος πως κανείς γύρω μου εκείνη τη στιγμή δεν σκέφτηκε να κάνει. Αποφάσισα να κοιτάξω γύρω μου. Να βγω σε ένα μίνι συμπέρασμα από  ένα δείγμα ανθρώπων μόλις 15 λεπτών.

Μία γυναίκα σταμάτησε μπροστά μου, γύρω στα 40, κρατώντας με το ένα χέρι γυαλιστερές σακούλες , ενώ με το άλλο προσπαθούσε να μιλήσει στο κινητό λέγοντας : ” Βρίσκομαι στην αγορά, τρέχω και δεν προλαβαίνω άστα. Ε, ναι έχω κάποιες υποχρεώσεις και θέλω να έχω τελειώσει μέχρι το μεσημέρι.” Εκεί ήταν που αναρωτήθηκα. Γιατί; Γιατί να αναλώνεται ένας άνθρωπος στην εκπλήρωση τέτοιων υλικών υποχρεώσεων όταν βαθιά μέσα του εάν γινόταν να τις αποφύγει θα το έκανε στο δευτερόλεπτο; Το λυπηρό είναι πως η υλική ικανοποίηση ίσως και να γεμίζει το κενό των ανθρώπων μέσα τους. Δεν την κατηγόρησα γι’ αυτό που είδα. Απλά αμέσως αναρωτήθηκα πώς γίνεται αυτές οι γιορτές που υποτίθεται ότι αναδεικνύουν και εγκωμιάζουν τα ανθρώπινα συναισθήματα και το αίσθημα αλληλεγγύης μεταξύ των ανθρώπων, αντιθέτως  όλα αυτά εξαγοράζονται με δέκα, είκοσι, τριάντα χαρτονομίσματα…

Πέρα από παρόμοιες περιπτώσεις που συνάντησα μπροστά μου όσο στεκόμουν όρθιος παρακολουθώντας το γνωστό καταναλωτικό κοινωνικό φαινόμενο της εποχής μας σε μία έξαρση, ένας ζητιάνος μου τράβηξε επίσης το ενδιαφέρον. Ναι, είμαι από αυτούς που δεν δίνουν σε όλους χρήματα. Ο συγκεκριμένος όμως κρατούσε πατερίτσες και είχε κομμένο πόδι. Κρατώντας ένα μικρό καλάθι έκανε σταδιακά στάσεις ζητώντας γύρω του ένα κέρμα, οτιδήποτε. Μου φάνηκε πολύ αξιοπρεπής. Φαινόταν ταλαιπωρημένος και άτυχος με την ζωή. Και σίγουρα δεν ανήκε σε κανένα κύκλωμα ζητιανιάς που βλέπουμε κατά καιρούς. Πόσο πρωτότυπη η συνέχεια.. Ο κόσμος τον απέφευγε σαν αδέσποτο σκύλο, άλλαζε ματιά μόλις εκείνος του απηύθυνε το λόγο, απέφευγε στην ουσία την σκληρή πραγματικότητα. Όπως ακριβώς αποφεύγει με ευκολία στο χαζοκούτι αποδεχόμενος την κατάσταση ως έχει, έτσι ακριβώς έμαθε να απομακρύνεται και στις πραγματικές συνθήκες. Απλά αντί να αλλάξει κανάλι στην συγκεκριμένη περίπτωση αλλάζει το βλέμμα του κοιτώντας αλλού.. Αυτές είναι οι καταστάσεις που με απογοητεύουν στις ”γιορτές”. Γιατί για γιορτές μόνο μέσα σε εισαγωγικά μιλάμε. Και δεν ζητάω από κανένα να αλλάξει τον κόσμο. Αυτό δεν γίνεται. Τουλάχιστον ας προσπαθήσει να αλλάξει τον κόσμο γύρω του, τον κόσμο που τον περιβάλλει, τον κόσμο που έχει τη περιορισμένη δυνατότητα να βλέπει μόνο με τα δικά του μάτια.. Για την ιστορία και μόνο, σε αυτόν τον άνθρωπο έδωσα μερικά ψιλά. Με κοίταξε βαθιά στα μάτια και μου είπε δυνατά και καθαρά: ”ευχαριστώ πολύ!” Μπορώ να πω με βεβαιότητα πως ήταν μία από τις ελάχιστες αληθινές και ειλικρινείς απαντήσεις που έλαβα αυτές τις γιορτές. Ίσως γιατί γνώριζα πως αυτό που έδωσα στο ζητιάνο ήταν ότι πολυτιμότερο είχε εκείνη τη στιγμή…

Έχοντας πλέον παρέα μαζί μου εισήλθα σε ένα πολυκατάστημα μετά από παρακίνηση της παρέας για μερικά ”υποχρεωτικά” δώρα.( Δεν βγάζω φυσικά την σκούφια μου απ’ έξω.) Μέσα στην γκλαμουριά των καλλυντικών, των αρωμάτων και των ευγενικών χαμόγελων -επί πληρωμή-, παρατήρησα για άλλη μια φορά, ότι κάτω από τα αστραφτερά πλακάκια και τους φρεσκοβαμμένους τοίχους του καταστήματος, κρύβονταν μόνο καλώδια, αποχετεύσεις, σκουριά και σκοτάδι. Έτσι ακριβώς δείχνουν μερικοί άνθρωποι. Το γεγονός που με έκανε να φτάσω στο σημείο να θέλω να παρέμβω στο σήριαλ της πραγματικότητας που παρακολουθούσα είχε να κάνει με δύο παιδιά.

Δύο παιδιά λοιπόν γύρω στα 15, έφτασαν στο πολυκατάστημα για να πουν τα κάλαντα, την ημέρα των Χριστουγέννων. ”Να τα πούμε;”, ρωτάνε γεμάτα άγχος και ένταση από τον βίαιο ρυθμό καταναλωτισμού μεταξύ των υπαλλήλων και των πελατών. ”Πείτε τα, πείτε τα”, απαντάει μία υπεύθυνη χωρίς καν να δει τα πρόσωπα των παιδιών.” Καλήν εσπέραν άρχοντες,κι αν είναι ορισμός σας…” Περιμένοντας να δω την εξέλιξη της σκηνής αυτής, μόλις τα παιδιά τελείωσαν τα κάλαντα γυρνάει η υπεύθυνη και τους λέει: ”Έχετε ψιλά; Πολλά ψιλά;” ”Έχουμε αλλά είναι πολλά δεν μπορούμε να τα μετρήσουμε τώρα”, απαντάνε τα παιδιά νιώθοντας την απειλή ενός μεγαλύτερου που κάτι θέλει από αυτά. ”Παιδιά χρειαζόμαστε ψιλά στο μαγαζί για βγάλτε τα να τα μετρήσουμε”. Τα παιδιά αμήχανα τοποθετούν πάνω σε ένα πάγκο πολλά κέρματα έτοιμα για ”διαχείριση”. Η υπεύθυνη ξεκινάει να μετράει ενώ τα παιδιά είχαν κάνει κύκλο γύρω της γιατί έβλεπαν πως κάτι που με κόπο είχαν κερδίσει ίσως να γίνονταν καπνός. ”45 ευρώ, Μαρία δώσε τους 50”, φωνάζει σε μία συνάδελφο η υπεύθυνη δίχως να γνωρίζει κανείς εάν ήταν όντως τόσα ή περισσότερα. Δίνει δύο χάρτινα των 20 και ένα των 10 στα παιδιά χαιρετώντας τα με τη φράση ” και του χρόνου”. Τα παιδιά μέσα σε λίγα λεπτά δεν ήξεραν τι είχε συμβεί. Γιατί πολύ απλά δεν είχε σημασία το ποσό που κέρδισαν. Ή αν ήταν 40, 50, 100 ευρώ. Αξία γι΄ αυτά τα παιδιά είχε η προσπάθεια που κατέβαλλαν για να κερδίσουν αυτά τα ψιλά. Μία διαδικασία προσπάθειας για να βγάλουν τα πρώτα τους χρήματα. Έστω κι έτσι… Φεύγοντας το ένα παιδί, κρατώντας στα χέρια του τα τρία χαρτονομίσματα, γύρισε και κοίταξε για τελευταία φορά τα ψιλά στον πάγκο, τα ψιλά που είχε στην τσέπη του από το πρωί και πρόσεχε μην του πέσουν, μην του τα κλέψουν..

Το θέμα λοιπόν δεν είναι η αξία του δώρου που θα πάρεις, η ποιότητα, το μέγεθος, η λαμπρότητα που θα το κάνει να ακτινοβολεί. Σημασία έχει μαζί με το δώρο που θα πάρεις να δώσεις και μία μεγάλη, ζεστή αγκαλιά συνοδευόμενη από μία ευχή για καλύτερα χρόνια, για περισσότερη ευτυχία στη ζωή που περνάει κρίση. Ας επενδύσουμε στα συναισθήματά μας γιατί αυτά δημιουργούνται, δεν κατασκευάζονται…

Η κατάθλιψη των εορτών

Διάβασα πρόσφατα ένα άρθρο σχετικά με την κατάθλιψη στην οποία παγιδεύονται πολλοί άνθρωποι ανεξάρτητα από το πού μπορεί να ζουν, από την οικονομική τους κατάσταση, από το πόσο επιτυχημένοι είναι στη ζωή τους ή όχι και ανεξάρτητα από τις γνώσεις που μπορεί να έχουν κατακτήσει. Έχει να κάνει κυρίως με ενδότερες αιτίες, που χρειάζονται ξεκλείδωμα και τόλμη για να μπορέσεις να τις αντιμετωπίσεις. Συνήθως καταφέρνουμε κάποια στιγμή στη ζωή μας και αντιμετωπίζουμε συμπεριφορές και καταστάσεις πρόσωπο με πρόσωπο αποδεικνύοντας στον ίδιο μας τον εαυτό πόσο δυνατοί είμαστε, κατά πόσο αντέχουμε και ξεπερνάμε τις δύσκολες συνθήκες ύστερα από πολλή σκέψη, αναλογίζοντας και ζυγιάζοντας ουσιαστικά τις πτυχές του ζητήματος που μας απασχολεί. Υποστηρίζεται λοιπόν από πολλούς πως η χριστουγεννιάτικες γιορτές δημιουργούν ένα κλίμα ωραιοποιημένο, συνθήκες ιδανικές για απότομες ψυχολογικές αλλαγές, με θετικά κριτήρια φυσικά, με θετικές επιπτώσεις στην συμπεριφορά μας.

Μέρα με τη μέρα χτίζεται ένας μεγάλος τοίχος γεμάτος λαμπερά χρώματα, ζωηρές τοιχογραφίες που προκαλούν ευεξία και όλοι οι άνθρωποι στέκονται για λίγες εβδομάδες ακίνητοι για ώρες μόνο και μόνο για να τον χαζέψουν, να τον θαυμάσουν να τον αντιγράψουν μέσα τους. Όσο λοιπόν πλησιάζουν οι μέρες των εορτών, ο κόσμος δεν αρκείται στην απλή παρακολούθηση του υπέροχου αυτού τοίχου αλλά έχει πλησιάσει πλέον κοντά του για να τον αγγίξει, να νιώσει κάτι ανώτερο από την απλή όραση, θέλει να χρησιμοποιήσει όλες του τις αισθήσεις για να φτάσει ίσως στην απόλυτη ευτυχία και ευδαιμονία. Το θέμα είναι όμως τί γίνεται όταν το συνεργείο του δήμου σπεύσει να σβήσει αυτόν τον τοίχο, όχι μόνο να τον ασπρίσει δηλαδή και να αφαιρέσει τα φανταχτερά στολίδια που είχε κατασκευάσει για να προκαλέσει και να να ενεργοποιήσει αισθήματα, φαντασίες, επινοημένες και χιλιοπαιγμένες , αλλά και να χρειαστεί να τον γκρεμίσει. Εκείνη την στιγμή ο κόσμος έχει κορεστεί απ’τα χάδια που στην αρχή δίσταζε να τολμήσει, έχει κάνει δέκα βήματα πίσω και συνεχίζει ανακουφισμένος και χορτασμένος να ατενίζει το πολύχρωμο, μπερδεμένο αρχιτεκτονικά τοίχος. Γκρεμίζεται λοιπόν και ακριβώς από πίσω υπάρχει μία γνώριμη, εξίσου χιλιοπαιγμένη δραματική παράσταση. Φώτα δεν υπάρχουν, μόνο γκρίζοι στενοί δρόμοι και κάτι σκονισμένα χρωματισμένα αυτοκίνητα σε σειρά με τους οδηγούς να κινούν τα χέρια τους απότομα και να φωνάζουν αλλά χωρίς να θέλουν τώρα ούτε να τραγουδήσουν ούτε να σχηματίσουν κάποια εντυπωσιακή χορευτική φιγούρα. Ο ουρανός είναι συννεφιασμένος, τα πεζοδρόμια, οι δρόμοι τα μαγαζιά οι πολυκατοικίες σκοτεινές, θολές, απεριποίητες, πρόχειρες, μίζερες αποκρουστικές. Ένα κύμα καπνού απ’το λεωφορείο κάνει την παράσταση θολή και ένας ποδηλάτης προσπαθεί να ξεχωρίσει το δρόμο που πρέπει να διασχίσει, επιμένοντας και αντιδρώντας να σβήσει τα φώτα μέσα του.

Εκεί είναι λοιπόν ο κόσμος αποβλακωμένος, σαστισμένος, προβληματισμένος όρθιος σε μπουλούκι να κοιτάει από τη μία το γκρεμισμένο τοίχος που θεωρούσε αλώβητο και από  την άλλη τους ίδιους τους εαυτούς τους στα αυτοκίνητα στη θέση του οδηγού να είναι θυμωμένοι, αγανακτισμένοι, ιδρωμένοι, βρομισμένοι. Δεν τολμούν να κάνουν ένα βήμα μπροστά γιατί φοβούνται. Δεν θέλουν να πάνε να επιπλήξουν τους εαυτούς τους στο τιμόνι γιατί απλά μέσα τους ξέρουν πως έτσι συμπεριφέρονται στην πραγματικότητα. Το μόνο που κάνουν είναι να αφήσουν κάτω τις τσάντες με τα δώρα, να σβήσουν το χαμόγελο ευτυχίας που τους είχε μουδιάσει το στόμα και απαθείς να κάνουν μία στροφή 180 μοιρών και να ακολουθήσουν ξανά το δρόμο για το σπίτι, το δρόμο που τους οδήγησε εδώ…