Ρουχ.

Δεν ήμουν ποτέ άνθρωπος της λεπτομέρειας. Κάθε μέρα ακολουθούσα το ίδιο δρομολόγιο με ορισμένες παραλλαγές, πάντα όμως ως σημείο στίξης είχα το σπίτι μου. Εκείνη τη μέρα κατέβηκα στην πόλη αφήνοντας πίσω δύο τζάμια σπασμένα, τον νιπτήρα ραγισμένο, τις πόρτες βυθισμένες. Μετά από όλα αυτά έφτασα στο κέντρο. Περίμενα την αύρα της πόλης να μου μιλήσει, τι να της έλεγα εγώ, δεν είχα ιδέα. Η σχέση μου με το αστικό κέντρο ήταν γραφική. Τα τρία καφενέ του στα οποία άφηνα τον εαυτό μου ελεύθερο τα βράδια, οι βιτρίνες των καταστημάτων την ημέρα, η τράπεζα, το παγκάκι για τσιγάρο και μπίρα χαμηλά, δίπλα στη θάλασσα. Ωραία. Εντόπισα κάτι. «Θα είναι μπροστά σου, πελώριος θα στέκει μα θα τον δεις μόνο όταν εσύ το θελήσεις». Δίπλα από τον εκθεσιακό χώρο είδα έναν πέτρινο κορμό, ήταν μισός, σπασμένος. Ναι, αυτός είναι. Ο μιναρές. Το τζαμί. Το παλιό που άντεχε ακόμα. Λίγο παρακάτω προσπάθησα να εντοπίσω ένα γυάλινο πάτωμα ανάμεσα στις τσιμεντένιες πλάκες του πεζόδρομου. «Οι άνθρωποι συνηθίζουν να βλέπουν αυτό που θέλουν. Εσύ θα δεις πραγματικά τι υπάρχει γύρω σου όταν θα σταματήσεις να βλέπεις αυτό που θέλουν οι άλλοι». Έψαχνα, δεν κατάφερνα να το βρω. Ρώτησα ένα περιστατικό μα γέλασε μαζί μου. Στεκόμουν ακριβώς δίπλα του. Δεν το πίστευα. Κοίταξα μέσα στο χάος του παρελθόντος. Ένας λαβύρινθος βρισκόταν εκεί κάτω. Φαίνεται πως είχαν φροντίσει να κρύψουν για τα καλά το παρελθόν, το άφησαν να κείτεται στο σκοτάδι. Προσπάθησα να θυμηθώ όλα όσα μου είχε πει. Τα τρία γράμματα.. Μα ναι, παραλίγο να το ξεχάσω. Έπιασα τον κατηφορικό πεζόδρομο που οδηγούσε στη θάλασσα. Κοίταξα το ρολόι μου ήταν κοντά τρεις. Κοιτούσα γύρω μου, έστρεψα το κεφάλι μου σε κάθε κρυφό σημείο ψάχνοντας το μισοφέγγαρο. «Το καλοκαιράκι όταν πιάσει πολύ ζέστη να πας να βρεις το μισοφέγγαρο εκεί. Ο ήλιος κι ένας θερμοσίφωνας μιας ταράτσας θα σου κάνουν παιχνίδια. Μα τότε θα βρεις τα τρία γράμματα..» Άρχισα να αισθάνομαι πως ήταν μεγάλη ανάγκη να τα βρω. Αγχώθηκα, ίδρωσα. Μα είπα να ηρεμήσω, έτσι δεν έβγαζα άκρη. Πήρα μια βαθιά ανάσα και προσπάθησα να γίνω λίγο πιο παρατηρητικός. Δεξιά τίποτα. Αριστερά οι σκιές εναλλάσσονταν. Ώσπου.. ξάφνου στον πέτρινο τοίχο της εθνικής τράπεζας σχηματίστηκε ένας ίσκιος σφαιρικός. Λίγο αργότερα πήρε το σχήμα που επιθυμούσα. «Το μισοφέγγαρο», ψέλλισα. Είχα βρει τον τόπο, μου έλειπε το σημείο. Έστριψα αριστερά στη γωνία της τράπεζας, βρήκα το χαλασμένο φρεάτιο, το μπαλωμένο πλακάκι με ξύλο. Έβγαλα το ξύλο, το τράβηξα με όση δύναμη μπορούσα. «روح» Αναζητώ τη μετάφραση στο διαδίκτυο, το μεταφράζω. «Ψυχή.» Έκλαψα. Στο κέντρο της πόλης που περπάτησα, που μέθυσα, που δεν έδινα λογαριασμό για τίποτα, να τώρα, ήμουν εδώ μπροστά από μια τράπεζα, από ένα φρεάτιο και έκλαιγα. Έκλαψα για τα «άσε με τώρα» στον πατέρα μου, τα «άλλη φορά», τα «πάλι για τα αρχαία μιλάς;» Μα εκείνος επέμενε να τα ανακαλύψω μαζί του. Δεν το έκανα ποτέ, δεν πρόλαβα. Μα ήταν το τελευταίο του ταξίδι που κατάφερε να με μυήσει στο πρώτο μου.

Advertisements

Σάντα Μαρία.

Lutwyche.StA.old

Ήταν έλεγε σαν όλα τα άλλα πρωινά του κόσμου. Ξεκλείδωσε, όπως ξεκλείδωνε κάθε μέρα τα τελευταία οχτώ χρόνια. Εισήλθε και περπάτησε την μεγάλη αίθουσα, όπως έλεγε, μόνος του. Τι ευτυχία. Άφησε το παλτό του στο πρώτο στασίδι. Πάντα ήταν μόνος του. Έδειχνε πάντα σκυφτός, μελαγχολικός, άρρηκτα όμως συνδεδεμένη η ψυχή του με αυτό το χώρο. Κάθισε μπροστά στο εκκλησιαστικό όργανο της Σάντα Μαρία. Έσπρωξε το σκαμπό να πλησιάσει τα κλαβιέ και τα ποδόπληκτρα, η ησυχία βεβηλώθηκε. Ιερόσυλη η συνήθειά του με ευλάβεια προς τα Θεία. Ησυχία πάλι. Ξεκίνησε. Έπαιξε κάτι από Μπαχ.

«Σάντα Μαρία!»

Σταμάτησε. Κοίταξε γύρω του. Κοίταξε την μεγαλεπήβολη είσοδο, γύρισε το σώμα του πίσω και κοίταξε στα ενδότερα του πάστορα της εκκλησίας, κοίταξε ξανά την είσοδο. Θα ήταν ιδέα του. Ησυχία. Ο Μπαχ μίλησε ξανά, οι νότες ξόρκιζαν κι όλο ξόρκιζαν. Ο άνδρας άφηνε τα πλήκτρα και με τα μάτια του κοίταζε εκεί στην πόρτα, μόνο εκεί. Καμιά νότα δεν ξέφευγε.

«Σάντα Μαρία, σε παρακαλώ!»

Σταμάτησε πάλι. Κοκάλωσε. Κάρφωσε τα μάτια του σ’ εκείνη την αναθεματισμένη την πόρτα. Το ανάθεμα εισάκουσε το φόβο του. Βήματα στο δρόμο στρωμένος με ψιλό χαλίκι. Βήματα από μακριά. Βήματα πιο κοντά. Τρία σκαλοπάτια κι ύστερα βήματα. Η πόρτα άνοιξε με δύναμη και τώρα η ιερή αίθουσα αριθμούσε τέσσερα άτομα. Οι άλλοι τρεις ήταν ο πάστορας, μία κοπέλα κι ένας μεσήλικας. Η απόσταση δεν τον βοήθησε να καταλάβει ποιοι ήταν. Κοιτάχτηκαν και για τρία δευτερόλεπτα έκαναν μόνο αυτό. Ο πάστορας πήρε την κοπέλα και την οδήγησε αμέσως στο εξομολογητήριο. Λίγο αργότερα πέρασαν μπροστά, του έκαναν νόημα προς τα ιδιαίτερα του πάστορα χωρίς λόγια, μόνο το χαλίκι αντηχούσε καρφωμένο καθώς ήταν στις αρβύλες τους. Ότο Μπρέχερ ο οργανοπαίχτης, ο πάστορας και ο Βέρνερ Φορστ. Αυτούς τους δύο αναγνώρισε λίγο αργότερα, δεν κατάλαβε τι συνέβη με την κοπέλα. Κι έμοιαζε πράγματι εκείνο το πρωινό με όλα τα άλλα πρωινά του κόσμου.

– Ότο για πες μου.. Ποια είναι η γνώμη σου για το Θεό; Πιστεύεις στον Κύριό μας;

Ο Ότο σάστισε. Ο Ότο με καμπουριασμένη τη μισή πλάτη, ο Ότο με τα ιερά δάχτυλα του Θεού δεχόταν μια τέτοια αντίστροφη ερώτηση. Έπρεπε να γνώριζε το σύμπαν για να απαντήσει σε κάτι τέτοιο.

– Πάτερ, πιστεύω το ξέρεις δηλαδή.. Αγαπάω τους συγχωριανούς μου, εσάς, τη Σάντα Μαρία μα ακόμα κι αυτοί που μ’ έχουν πειράξει, το λέει ο Κύριος Ιησούς Χριστός, ο Σωτήρας μας Πάτερ μου, έτσι θέλω να πιστεύω δηλαδή, ότι..

– Ότο σταμάτα, σταμάτα. Αναρωτιέμαι ποιος σου έμαθε να μιλάς τόσο πολύ. Δεν ελέγχεσαι καθόλου μου φαίνεται.

– Πάτερ μου, με συγχωρείς, συμβαίνει κάτι; Εσύ ποτέ δεν έρχεσαι εδώ τόσο νωρίς κι αυτή η κοπέλα..

– Αυτή η κοπέλα είναι η κόρη σου Ότο.

Για πέντε δευτερόλεπτα η ησυχία επικράτησε θριαμβευτικά.

– Η κόρη μου; Γιατί την φέρατε εδώ, πάτερ, τι έγινε, με ανησυχείς, δηλαδή…

– Ότο ξέρεις ποιος είναι αυτός ο κύριος;

– Βέβαια ξέρω, πώς δεν ξέρω, ο κύριος Βέρνερ Φόρστ είναι πάτερ μου, σπουδαίος άνθρωπος του χωριού μας..

– Χμ.. μάλιστα.. Έλα μαζί μου. Έλα, έλα, μην ανησυχείς, μην φοβάσαι. Η κόρη σου είναι αδύνατο να άκουσε τη συζήτησή μας.

Τον οδήγησε στο εξομολογητήριο. Μπήκαν σχεδόν αθόρυβα. Στην άλλη πλευρά ήταν η κόρη του Ότο.

– Άννα μ’ ακούς;

Πέντε δευτερόλεπτα πέρασαν.

– Άννα;

– Ναι πάτερ.. Εδώ είμαι…

– Τι κάνεις Άννα;

Σιωπή.

– Άννα…

Σιωπή πάλι. Η Άννα δεν απαντά.

– Άννα πες μου σε παρακαλώ πιστεύει ο πατέρας σου στο Θεό;

– Ναι πιστεύει πάτερ.. Πιστεύει.. Αν και μ’ αυτά που έχουν δει τα μάτια του θα ‘πρεπε να Τον βγάλει από μέσα του.. Ο πόλεμος τον σκότωσε κι η αγάπη του έκανε κακό Πάτερ, κακό, μόνο κακό..

Η Άννα με ψιθυριστούς λυγμούς προκαλεί στον Ότο δάκρυα.

– Και για πες μου Άννα τι είναι ο Θεός για σένα, μιλάς μαζί Του, ακολουθείς όσα λέμε στη λειτουργία μας κάθε Κυριακή;

Η Άννα ξεσπάει.

– Αμάρτησα συγχωρήστε με σας παρακαλώ, αμάρτησα κι η ψυχή μου δεν ξεπλένεται με μετάνοιες και νηστείες, ποτίστηκε το σώμα μου Κόλαση πάτερ κι ο πιο διακαής πόθος της ανθρώπινης φύσης με κατέκλυσε..

– Μάλιστα.. Τα υπόλοιπα θα τα συζητήσω με τον πατέρα σου Άννα.. Να περιμένεις εδώ. Κι είθε ο Θεός να σε λυπηθεί.

Βγήκαν από το εξομολογητήριο κι έσπευσαν να μιλήσουν με τον κύριο Φορστ. Ο κύριος Φορστ… Ψιλόλιγνος, χλωμός, με τρεις στρώσεις μουστάκι στα χείλη του.

– Ότο ο κύριος Φροστ απ’ όσο θα γνωρίζεις είναι ο πατέρας του Καρλ. Ο Καρλ εδώ και μερικούς μήνες έχει αναλάβει την επιχείρηση του πατέρα του ως δικηγόρος, σπουδαίος επαγγελματίας, άνθρωπος με κύρος ο γιος του κύριου Φορστ όμως… Όμως ο Καρλ, αγαπητέ Ότο εθεάθη εχθές στη λίμνη με την κόρη σας.. Φοιτά ως δασκάλα νομίζω; Ο Ότο γνέφει καταφατικά. Ήταν κι οι δυο τους γυμνοί. Δεν θα προχωρήσω σε λεπτομέρειες, σέβομαι το ιερό χώρο που βρισκόμαστε. Σύντομα η κόρη σας θα διαπαιδαγωγεί τα παιδιά όλης της κοινότητας, κάθε πιστού που –πιστέψτε με σας λέω- δεν επιθυμεί με τίποτα να ξυπνήσει το κακό στα παιδιά του όταν εμείς εδώ προσπαθούμε να μεταδώσουμε την αγνή αγάπη της Σάντα Μαρία, την αγάπη του Ιησού, του Ενός και Μοναδικού θεανθρώπου…

– Κύριε Ότο, μίλησα με τον γιο μου και δηλώνει μετανοιωμένος. Μπορούμε να φτάσουμε σε κάποια συμφωνία για να θεωρηθεί το επεισόδιο λήξαν, εκτιμώ δηλαδή πως δεν είμαστε σε θέση την παρούσα στιγμή να μπαίνουμε σε περιπέτειες.. Θα ήθελα ο κριτής και δικαστής μας να είναι μόναχα ο Θεός. Ειδάλλως..

– ..ειδάλλως Ότο.. Με συγχωρείς αλλά δεν μπορεί να υπάρξει χώρος για σένα στην μικρή μας κοινότητα, δεν επιτρέπεται να χρησιμοποιείς αυτό το θεόσταλτο μουσικό όργανο όταν δεν έχεις οδηγήσει την κόρη σου στη μετάνοια και στο δρόμο του Θεού…

– ..κι αυτό είναι το σημαντικό κύριε Ότο..

– ..να οδηγήσεις το παιδί σου…

– … μα και τον Καρλ, το δικό μου παιδί …

– …στον ίσιο δρόμο Ότο…

– …στο ίσιο δρόμο κύριε Ότο..

Ο Ότο δίχως να απαντήσει γνώριζε πως ο δρόμος δεν ήταν στρωμένος με το ψιλό χαλίκι της Σάντα Μαρία που διευκόλυνε το βάδισμα, ούτε ανηφορικός για να μπορέσει να τον ανταγωνιστεί. Θυμήθηκε μερικά χρόνια πριν, όταν η Άννα ήταν δέκα χρονών που έφτασαν σε κείνο το χωριό. Η φυγή από τις δυνάμεις του Άξονα και τη δίνη του πολέμου τον οδήγησε σε ασφάλεια κι η ασφάλεια τον οδηγεί όπως φαίνεται πάλι σε φυγή. Δεν έβγαλε άχνα. Κατέβασε το κεφάλι και βγήκε έξω από τα ιδιαίτερα του πάστορα. Σήκωσε το κεφάλι για να κοιτάξει το εκκλησιαστικό όργανο. Σήκωσε το κεφάλι. Φεύγοντας πέρασε από το εξομολογητήριο και μετέφερε την κόρη του έξω. Η αχτίδες φωτός έπεσαν πάνω στο πρόσωπό της. Την κοίταξε στα μάτια. Τον κοίταξε κι αυτή αλλά ήταν χαμένη, με βλέμμα θολό. Βλέμμα χαμένο πάλι, οχτώ χρόνια πριν. Της είπε να περιμένει. Επέστρεψε μέσα. Τα σκληρά λόγια του θύμισαν την εποχή της Απελευθέρωσης. Οι δυο τους συζητούσαν, ετοίμαζαν ένα τσάι. Τον είδαν. Σάστισαν. Κοιτάχτηκαν. Τον κοίταξαν πάλι.

– Οχτώ χρόνια πριν.. Οχτώ χρόνια πριν ήρθα εδώ και έδωσα όρκο να προστατέψω την οικογένειά μου, να σας ανοίξω το σπίτι μου, να σας προσφέρω τις υπηρεσίες μου για ένα κομμάτι ψωμί. Κάθε πρωί ανοίγω τη Σάντα Μαρία, της υποκλίνομαι και της χαρίζω όλες τις μουσικές του Κυρίου μας. Σας λέω λοιπόν πως ποτέ δεν το περίμενα αυτό.

Ο Ότο κλαίει.

– …ποτέ δεν περίμενα πως θα ερχόταν η στιγμή που θα χρειαζόταν πάλι να φύγω. Οχτώ χρόνια πριν κατάφερα με ότι δυνάμεις έχω να προστατέψω αυτό το αγγελούδι από τους Συμμάχους. Κατάφερα και κράτησα το σώμα της ανέγγιχτο τη στιγμή που δυο χέρια την είχαν αγκαλιάσει κι ήταν έτοιμα να την λερώσουν. Κι έλεγα πως έφταιγαν μόνο οι δικοί μας.. Κι ήρθε η φυγή κύριοι. Η φυγή. Πήρα τη γυναίκα μου και το παιδί μου και αναρωτιόμουν τότε, έχουν μείνει άραγε δικοί μας άνθρωποι που να είναι άοπλοι στα χέρια τους και την ψυχή τους; Κι ήρθαμε εδώ. Κι η κόρη μου αποφάσισε σ’ ένα δειλό όπως ο Καρλ να δώσει το σώμα της και την ψυχή της. Και σεις μου μιλάτε για αγάπη.. Για αγάπη.. Ποιαν αγάπη; Ποιος Θεός; Ποια Σάντα Μαρία μου λέτε; Δεν Τον αναγνωρίζω, δεν Την αναγνωρίζω, δεν αναγνωρίζω εσάς τους ίδιους όταν Εκείνη αποφασίζει πως πρέπει πάλι να φύγω. Ζήστε όπως θέλετε κύριοι, εγώ είμαι ένας φτωχός, που μόνο αγάπη έχω μέσα μου, μόνο αγάπη μ’ ακούτε; Σάντα Μαρία μ’ ακούς; Μόνο αγάπη έχω μέσα μου!

Ησυχία. Δυο βήματα έφτασαν γοργά στην είσοδο της εκκλησίας. Τέσσερα πόδια διέσχισαν το ψιλό χαλίκι που τους οδήγησε στο γρασίδι που τους οδήγησε στο χώμα. Το ίδιο βράδυ αντίστροφα. Έξι πόδια διέσχισαν το χώμα, το γρασίδι, το ψιλό χαλίκι με μερικά βάρη στα χέρια και τις πλάτες. Πέρασαν την εκκλησία, πάτησαν σε γρασίδι κι ύστερα πάλι σε χώμα. Κι ύστερα σε μια πρασινάδα. Κι ύστερα έκοψαν από συνήθεια στο δρόμο ένα λουλούδι. Λίγο αργότερα έκοψαν ξύλα. Μετά έσκαψαν και φύτεψαν. Και τα χρόνια πέρασαν και σ’ αυτό χώμα έμειναν, έζησαν κι εκεί διασκορπίστηκαν. Κι οι τρεις έγιναν δύο, αργότερα τέσσερις και λίγο μετά τρεις, όπως και πριν. Αυτά τα πόδια δεν πάτησαν ποτέ ξανά σε ψιλό χαλίκι.

Ενάμιση λεπτό ήταν αρκετό.

Το μάτι γαρίδα. Περίμενε να περάσει εκείνο το αναθεματισμένο ενάμισι λεπτό για να μπορέσει να κλείσει ξανά τα μάτια του. Κάτι λιγότερο από δύο λεπτά ήταν αρκετά για να τσιτώσουν τα νεύρα του. Ένα και είκοσι οχτώ, ένα και είκοσι εννιά, ένα και τριάντα. Η μουσική από το δρόμο άρχισε να σβήνει σταδιακά και ξαφνικά ησυχία. Νεκρική σιωπή και πάλι. Ο χρόνος ήταν ακριβής, καθορισμένος «αλλά ατέλειωτος ρε γαμώτο». Έτσι φάνταζαν στο μυαλό του ενενήντα δευτερόλεπτα από τα ογδόντα έξι χιλιάδες τετρακόσια μιας ημέρας.

Περίπου στις δύο ξεκινούσε. Παρά δέκα, παρά πέντε εμφανιζόταν σαν το τσίρκο Μεντράνο και έδινε παλμό στις γύρω πολυκατοικίες τη λάθος ώρα. Πολλές φορές για να νυστάξει ξανά συμμάζευε το δωμάτιο ή τακτοποιούσε τα ράφια της κουζίνας και τα συρτάρια της ντουλάπας. Ξανά και ξανά. Ευτυχώς έλεγε τα πάντα στην Ελένη την επόμενη μέρα καθώς πήγαιναν μαζί στη δουλειά. Παλιά συμφοιτήτρια, νυν συνάδελφος και πρώην σχέση. Στο κολυμβητήριο έπιανε δουλειά στις οχτώ το πρωί, οπότε σηκωνόταν στις εφτά, αφού βέβαια είχε ξυπνήσει ξανά στις δύο και κοιμόταν πάλι στις τέσσερις. Καμιά φορά μόλις το ρολόι έδειχνε έντεκα, έτρεχε να ξαπλώσει να κοιμηθεί για να προλάβει να συμπληρώσει το εξάωρο.

Το ίδιο συνέβη κι εκείνο το βράδυ. Δύο παρά πέντε τα μάτια του άνοιξαν υπό τη συνοδεία λαϊκών, βαρέων και ανθυγιεινών ασμάτων. Όμως το ενάμισι λεπτό έγινε δύο λεπτά, τρία, πέντε.. Και ξαφνικά η μουσική δεν έσβησε απαλά αλλά απότομα. Κλικ το κουμπί του ραδιοφώνου, γκραγκ το χειρόφρενο, γντουπ η πόρτα του οδηγού και ο διπλός ήχος του ιμομπιλάιζερ. Ανησύχησε. Σηκώθηκε απότομα και κοίταξε έξω από την τζαμαρία. Ένα γυαλισμένο αυτοκίνητο είχε παρκάρει στο φανάρι. Ο φωτεινός σηματοδότης ήταν κόκκινος. Χαζεύει λίγο και σκέφτεται πόσα άραγε να πλήρωσε για να το πάρει. Ενάμιση λεπτό μετά ο σηματοδότης γύρισε στο πράσινο. Ήπιε λίγο νερό και έσπευσε να κοιμηθεί πάλι μήπως κι αλλάξει η τύχη του.

Μάταια όμως. Τα μάτια του γούρλωσαν όταν άκουσε έναν αναστεναγμό από το πάνω διαμέρισμα. Και ξαφνικά οι σούστες του κρεβατιού άρχισαν να ακολουθούν το ρυθμό μιας έντονης βραδιάς, κάτι που προς στιγμή τον εξόργισε. Αλλά λίγο αργότερα ηρέμησε. Ο τύπος με το πολυτελές αυτοκίνητο ήταν από πάνω (της). Τα βογκητά διήρκησαν ενάμιση λεπτό. Από κει κι έπειτα σιωπή. Ούτε πατούσες ακούστηκαν, ούτε ντουζ, ούτε γελάκια ή λίγη μουσικούλα. Εκείνος γέλασε γιατί την ήξερε καλά σε κάτι τέτοια.

Την επόμενη μέρα στις δύο το πρωί δεν άκουσε ξανά την ενοχλητική μουσική του τύπου στο φανάρι του ενάμισι λεπτού. Το περίμενε καθώς πήγαινε την άλλη μέρα στη δουλειά με την Ελένη. Ήταν μουτρωμένη, άκεφη. «Τι έχεις;», τη ρώτησε φτάνοντας στο κολυμβητήριο. «Τίποτα μωρέ.. Εσείς οι άντρες όλο εικόνα ρε παιδί μου.. Τι να τους κάνω τους έρωτες αν..» Εκείνος δεν την προκάλεσε, απλά έγνεψε συγκαταβατικά.

Ήταν βράδυ, η ώρα δύο κι εκείνος καθόταν ήδη στην κουζίνα. Έκανε μια γερή τζούρα τσιγάρου και κοίταξε το ρολόι. Δύο και πέντε. Χαμογέλασε και πήγε για ύπνο. Την πήρε αγκαλιά, όπως παλιά αποδεικνύοντας έμπρακτα πως δεν ήταν όλοι οι άντρες έτσι.

Η αφηρημένη τέχνη της ζωής.

     Τις τελευταίες μέρες τα βράδια, όταν έπεφτε για ύπνο, δεν μπορούσε να κοιμηθεί. Στριφογύριζε αλλά τίποτα. Το πρωί σερνόταν στη δουλειά, έπρεπε να ξεκινήσει και δυο ώρες νωρίτερα, που το πας αυτό. Αλλά τι να έκανε, από το πρωί μέχρι το μεσημέρι πληρωνόταν, δεν έβαζε μέσα τις υπερωρίες, αυτές τις δούλευε από εκβιαστικό φιλότιμο. Μέσα στη νύχτα, όταν δεν είχε άλλο υπομονή, σερνόταν ξυπόλητος μέχρι την κουζίνα, άνοιγε το ψυγείο κι έπινε λίγο γάλα. Δεν έτρωγε τα βράδια μιας και θεωρούσε πως το βαρύ στομάχι ήταν υπεύθυνο για το άγρυπνο μάτι που τον ταλαιπωρούσε. Η γυναίκα του είχε παρατήσει πλέον τις προσπάθειες. Είχε απελπιστεί μαζί του, κυρίως τη μέρα που την κατηγόρησε για το στραβό της διάφραγμα. Σε στιγμές απελπισίας συνήθιζε να λέει πως «ο χρόνος του στη ζωή μας έχει γίνει χρήμα». Τελευταία μάλιστα ένιωθε κουρασμένη, την έπιαναν ανακατωσούρες δίχως να μπορεί να προβλέψει το γιατί. Στο άνω διαμέρισμα της πολυκατοικίας ζούσε μία γυναίκα -χήρα, γύρω στα εξήντα πέντε. Ήταν βέβαια λίγο διαφορετική από τις χήρες που έχουμε ίσως συνηθίσει. Μόλις το ρολόι χτυπούσε δώδεκα, έπιανε το πινέλο και ξεκινούσε το ταξίδι της. Όταν όλος ο κόσμος κοιμόταν, άρπαζε την ευκαιρία να μεγαλουργήσει μέσα στην απόλυτη ησυχία. Της άρεσε να ζωγραφίζει τοπία με βουνά, με θάλασσες, με πουλιά, με ότι τραβούσε η όρεξή της, με καθετί κυρίως που της προκαλούσε νοσταλγία. Μόλις η ζωγραφική της άγγιζε τα όρια του ρεαλισμού, μπορούσε πλέον να γευτεί ελεύθερα τη δική της θεωρία για τον άνθρωπο, την ύλη, τις ιδέες. Εν τω μεταξύ στο διπλανό διαμέρισμα ζούσε ένας ευτραφής κύριος που ταλαιπωρούνταν από προβλήματα υγείας. Του άρεσε να βλέπει εκπομπές για φυτά οποιασδήποτε θεματικής. Για αρωματικά και φαρμακευτικά φυτά, για τα μυστικά των φυτών, για τα είδη των φυτών, κάθε λογής. Η μόνη συντροφιά που είχε ήταν ένας σκύλος που τον έλεγε Κισμέτ.  Ο σκύλος, αποχαυνωμένος καθώς ήταν, παρακολουθούσε κάθε βράδυ αφιερώματα στη μητέρα Φύση. Αυτός ήταν και ο μόνος πραγματικός ζωντανός οργανισμός σ’ αυτό το διαμέρισμα. Αν εξαιρέσει κανείς δηλαδή και τις αφίσες με τα είδη φυτών που κοσμούσαν τους τοίχους του. Η θεωρία της εξέλιξης μέσα από την εικονική πραγματικότητα, του είχε δημιουργήσει μία εντελώς λανθασμένη εντύπωση για τη ζωή.

     Το πρωί εκείνος ήταν αργοπορημένος, είχε ξεσηκώσει τον κόσμο σιδερώνοντας επιμελώς το πουκάμισό του, τη γραβάτα του, μέχρι να σιγουρευτεί πως είναι έτοιμος για τη σημερινή παρουσίαση στην εταιρία. Eίχε εμμονή με τα αρώματα, φρόντισε λοιπόν να ψεκάσει το σώμα του απ’ άκρη σ’ άκρη σκοτώνοντας το καθαρό οξυγόνο. Χωρίς να χαιρετήσει τη γυναίκα του έφυγε από το σπίτι απότομα και βιαστικά. Εκείνη άνεργη, προσπάθησε να αποφύγει τις πρωινές αρρώστιες που προκαλεί η Μ.Μ.Ε. αγορά και επικεντρώθηκε στη ημερολόγιό της. Αρχικά έκανε μια ανασκόπηση βωμολοχώντας για την ημέρα της αποφοίτησης που έλαβε χώρο σε πολυτελές ξενοδοχείο της πόλης, στη συνέχεια σημείωσε να πάρει τη μητέρα της τηλέφωνο γιατί της έλειψε και προς το τέλος ξεδίπλωσε ενδόμυχες σκέψεις για να μπορεί να διατηρεί φρέσκιες τις ιδέες της και ακμαίο το συλλογισμό της. Αναφέρθηκε στη σχέση της εκφράζοντας για πρώτη φορά το ενδεχόμενο χωρισμού, ίσως την ίδια μέρα κιόλας. Στις σελίδες του προστέθηκαν λέξεις όπως απογοήτευση, απόσταση, άνθρωποι, δυστυχία, απομόνωση, αλληλεγγύη, επικοινωνία.

Η ώρα πέρασε και η χήρα κατέβαινε τα σκαλιά για να πάει στο πλυντήριο να πλύνει τα μπογιατισμένα της ρούχα. Ο ευτραφής κύριος μόλις είχε εισέλθει στην πολυκατοικία μαζί με τον σκύλο κρατώντας μια καινούρια αφίσα στο χέρι, ενώ ο άγρυπνος νέος επέστρεφε από τη δουλειά, κρατώντας στο χέρι του ένα μπουκέτο τριαντάφυλλα. Αφενός ένιωθε άσχημα για την πρωινή του συμπεριφορά αφετέρου πίστευε πως μ’ αυτόν τον τρόπο θα την καλόπιανε. Οι τρεις τους συναντήθηκαν κοντά στην είσοδο και κοντοστάθηκαν. Δεν ήταν η πρώτη τους αμήχανη συνάντηση. Ο νέος εισέπνευσε έντονα το φυσικό ροδοειδές άρωμα, η χήρα παρατήρησε την εντυπωσιακή αφίσα με το άγριο τριαντάφυλλο, ενώ ο ευτραφής κύριος κόλλησε το βλέμμα του στην ανθοδέσμη. Η κοπέλα στον πάνω όροφο συμπτωματικά διάβαζε ξανά: «απόσταση, άνθρωποι, δυστυχία, απομόνωση, αλληλεγγύη…» Η αίσθηση της οσμής, της αφής και της όρασης για μια στιγμή επανέφεραν στο προσκήνιο βασικές ανθρώπινες ανάγκες. Χωρίς καμία ανατροπή, ο απεχθής ήχος της καθημερινότητας επανήλθε, χάνοντας όλοι τους τη μάχη με το φόβο και την εσωστρέφεια. Λίγο αργότερα φωνές ακούστηκαν, με τον νέο να φεύγει βιαστικά από το διαμέρισμα. Κοίταξε το ρολόι του και δίχως να χάσει χρόνο, στο δίλημμα καριέρα ή οικογένεια, επέλεξε το πρώτο. Ο ευτραφής κύριος κόλλησε με λίγη κόλλα τη νέα του φωτογραφία κρατώντας σθεναρά στα ρουθούνια του το άρωμα της ανθοδέσμης, ενώ η χήρα επέστρεψε στο σπίτι της προσπαθώντας άδοξα να αποτυπώσει στο χαρτί τη μορφή του εκπληκτικού τριαντάφυλλου της αφίσας, αν και  μετά βίας κατάφερε να προσχεδιάσει. Το εικαστικό αποτέλεσμα απείχε πολύ από την πραγματικότητα. Εμφανώς φορτισμένη, έσκισε τις μεταμεσονύχτιες ζωγραφιές της αφήνοντας τον αέρα να τις οδηγήσει στο φως.

Ένα κομμάτι χαρτί άντεξε την βαρύτητα και ταξίδεψε για λεπτά ολόκληρα. Ένα χελιδόνι είχε σκιτσαριστεί, προσπαθώντας την ύστατη στιγμή της πτώσης να λάβει σάρκα και οστά. Άνοιξε κλαίγοντας το σκονισμένο κουτί με τις φωτογραφίες του άντρα της, έπιασε μια χούφτα χώμα που είχε φυλάξει από τότε, στρέφοντας πάλι τον εαυτό της σε προπατορικές μορφές έκφρασης. Η γυναίκα του κάτω ορόφου, τρεμάμενη, συμπλήρωνε στις σελίδες του ημερολογίου της την εξέλιξη της υπόθεσης, δίχως να μπορεί να συνειδητοποιήσει την καθολικότητα των συναισθημάτων της. Ο Κισμέτ, πάνω στην σύγχυση του ιδιοκτήτη του, διέφυγε αναζητώντας κάποια παραλία για λίγο παιχνίδι στη άμμο, όπως παλιά. Τρώγοντας λίγη περίσσια τροφή στον προαύλιο χώρο μιας εκκλησίας, κατάφερε μετά από μέρες να πλατσουρίσει ελεύθερος…

Αφιερωμένο. Μουσική σε απόλυτη συνάρτηση με το προσωπικό συναισθηματισμό του παρόντος..

ONE:STORY Tα Blues του πεζόδρομου.

Το onestory.gr το είχα μάθει λίγο καιρό πριν διαβάσω την ανάρτηση του αγαπητού φίλου Τελευταίου. Δεν ντρέπομαι να το πω, δεν γνώριζα το αποτέλεσμα μιας περιέργειας όπως αυτής. Την αίσθηση δηλαδή όταν βλέπεις κάτι δικό σου κάπου αλλού. Σε μια ιστοσελίδα αξιόλογη και αναγνωρίσιμη. Όχι προς θεού δεν έχω τέτοια απωθημένα. Έχω έναν άνθρωπο, που όταν γράψω μια ιστορία, είναι ο πρώτος που μου κλείνει θετικά το μάτι ή μου ξυνίζει το πρόσωπό του. Απόλυτα.

Όπως και να’χει αφορμή αυτής της περιέργειας ήταν το έξοχο διήγημα του Τελευταίου που δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα που δημιούργησε ο Γιάννης Φαρσάρης. Πριν γνωρίσω όλους εσάς υπήρχε μια ανάρτηση (την οποία μπορείτε να δείτε εδώ) που γράφτηκε ακούγοντας φανατικά blues της δεκαετίας του ’50. Ήταν η ένταση της στιγμής. Μερικές μέρες μετά λοιπόν την ανάγνωση του διηγήματος του Τελευταίου, σκέφτηκα να προβώ σε κάτι τέτοιο και γω. Παραδόξως ο Γιάννης Φαρσάρης μου απάντησε θετικά στη δημοσίευσή του γι’αυτό και όσοι έχουν διάθεση και χρόνο μπορούν να το διαβάσουν στην πρώτη σελίδα το διήγημά μου που σήμερα δημοσιεύεται.

Θέλω να ευχαριστήσω το Γιάννη Φαρσάρη  στη θετική του απάντηση για την προώθηση αυτού του διηγήματος και φυσικά τον Τελευταίο που για μένα ήταν η αφορμή να τολμήσω. Όποιος ντρέπεται κακά ζει, έτσι δεν λένε; Σ’ευχαριστώ λοιπόν!

Η ζωή σε δύο πράξεις.

–          Κατέβα

Έκλεισε απότομα το κινητό και περίμενε. Δεν ήξερε αν ήταν κοντά στο αυτοκίνητο, δεν έβλεπε. Λίγο η βροχή, λίγο οι υαλοκαθαριστήρες που την απομάκρυναν μάταια, δεν την βοηθούσε να καταλάβει. Για σιγουριά τον πήρε τηλέφωνο. Θέλησε ίσως να προετοιμάσει την ατμόσφαιρα της συζήτησης και τις διαθέσεις που θα τον καταπλάκωναν μόλις άνοιγε το στόμα της και αποφάσιζε να μετατρέψει την σκέψη σε λέξεις, τις λέξεις σε προτάσεις. Η βροχή έριχνε μικρές τσιμπιές στο παρμπρίζ του αυτοκινήτου χωρίς ωστόσο να καταφέρνει να το λυγίσει. Το μεγαθήριο μπροστά στην πιο ευρέως διαδεδομένη χημική ένωση του κόσμου. Ασύγκριτα μεγέθη. Όπως ασύγκριτη θα είναι και η επιχειρηματολογία της Στέλλας. Έχουν περάσει δύο λεπτά και ακόμα περιμένει. Είναι λίγο νευρική, κι αυτό έχει ως συνέπεια η αρχική νευρόσπαστη άνω-κάτω κίνηση του αριστερού της ποδιού να την οδηγήσει σε ένα εξωφρενικό χτύπημά του στο πατάκι του αυτοκινήτου. Τα αδυσώπητα χτυπήματα της στερούν μερικούς πόντους στο καλσόν. Δεν άκουγε όμως, ούτε είχε συναίσθηση των σπασμωδικών της κινήσεων. Ο ασταμάτητος ήχος της βροχής δεν την άφηνε να αφουγκραστεί την ένταση στο κορμί της. Χωρίς να σκεφτεί ότι κάτι δεν πάει καλά με την κινησιολογία της, ανοίγει την ταμπακιέρα και αρπάζει ένα τσιγάρο ξεσπώντας πάνω του. Ο κυρτός πλέον σωλήνας ανάβει και η στάχτη σκορπίζεται πάνω της, στο κάθισμα ανάμεσα στα πόδια της, στο χαλάκι, στο τιμόνι, παντού. Ο καπνός διαχέεται στον οργανισμό της αλλά η νικοτίνη δεν είναι σε θέση να βελτιώσει την σταδιακά αυξανόμενη ένταση του κορμιού της. Είναι εξάρτηση κυρίως ψυχολογική. Πριν προλάβει να αναρωτηθεί τον λόγο καθυστέρησής του, πετάει με αηδία το φίλτρο που μόλις είχε ρουφήξει. Ανασηκώνεται στο κάθισμα νιώθοντας τον ιδρώτα να ρέει στη μέση της με πορεία καθοδική. Κοιτάζεται στον καθρέφτη χωρίς να μπορεί να διακρίνει τους μαύρους κύκλους απ’ την χθεσινοβραδινή αγρυπνία. Κοιτάζει δεξιά, κοιτάζει αριστερά, δεν διακρίνει όμως καμία ανθρώπινη φιγούρα πέρα από αυτήν. Σα να ήθελε να νιώσει την παρηγοριά μιας παρουσίας σε απόσταση είκοσι μέτρων. Η βροχή, ο ήχος του χαμηλωμένου ραδιοφώνου και η ανάσα της διακόπτονται απότομα από τις αισθήσεις της. Ένας πόνος στο στομάχι την αναγκάζει να σφίξει την γροθιά της και να πιέσει το σημείο που αντιδρά με τρομακτική δύναμη. Σκύβει το κεφάλι, κλείνει δύο δευτερόλεπτα τα μάτια, ξορκίζοντας την αναπάντεχη ευαισθησία που την επισκέφτηκε μέσα στα μαύρα μεσάνυχτα. Ο πόνος απομακρύνεται, σηκώνει ξανά το κεφάλι, ενώ το πόδι συνεχίζει να βρίσκεται πρώτο στην παλμικό ρυθμό του οργανισμού της. Τα μαλλιά της δεν κατάφεραν να αποφύγουν τη ροή της βροχής όταν λίγη ώρα πριν ξεκίνησε να υγραίνει καθετί στο πέρασμά του. Εκείνη τα αγγίζει, τα φέρνει μπροστά στους ώμους, σκαρφίζοντας μία απατηλή αίσθηση ζεστασιάς και τρυφερότητας. Δαγκώνει τα χείλη της σκεφτόμενη την αργοπορία που την αναγκάζει να παρατείνει το χρονικό της ξέσπασμα. Ήδη η ενέργεια που ένιωθε όταν δημιούργησε τον υστερόχρονο συλλογισμό της, την οδηγεί με μαθηματική ακρίβεια σε συναισθηματική φθορά. Ξαφνικά το βλέμμα της εστιάζει μεταξύ της κολώνας της ΔΕΗ και του σκουπιδοτενεκέ. Ανάμεσά τους διακρίνει μία σκοτεινή, θολή φιγούρα που κατευθυνόταν προς το αυτοκίνητό της. Επιτέλους είχε έρθει. Το πόδι σταματάει, η ταμπακιέρα ανοίγει ξανά, τα μαλλιά τραβιούνται πάλι πίσω και η στάχτη συνεχίζει μέσα σε λίγα λεπτά πάλι να συμπληρώνει τα κενά που δεν πρόλαβε να καλύψει στην προηγούμενη τζούρα. Η πόρτα ανοίγει και βεβιασμένα εισέρχεται ο Παύλος. Η ψυχρή ατμόσφαιρα του εσώκλειστου χώρου γίνεται ακόμα πιο κρύα με το άνοιγμα και το κλείσιμο μόνο μιας πόρτας. Ο Παύλος τινάσσει σαν το σκυλί το νερό απ’ τα μαλλιά του, τους δίνει ένα πρόχειρο χτένισμα με τα δάχτυλά του και στη συνέχεια κοιτάει χωρίς δεύτερη σκέψη στα μάτια τη Στέλλα. Εκείνη σείεται ολόκληρη πια, χωρίς να μπορεί να κρύψει την αναστάτωσή της. Σε μια στιγμή υπεροψίας και αμηχανίας γυρίζει εκείνη και τον κοιτάζει…

–          Έρχομαι.

Ο Παύλος κοιτάει απ’ το παράθυρο για να εντοπίσει το ακριβές σημείο που στάθμευσε ακριβώς η Στέλλα. Βλέπει ακριβώς κάτω από το σπίτι του ένα Ford Fiesta σκούρο μπλε να έχει σταματήσει, με τα αλάρμ να αναβοσβήνουν ρυθμικά. Κοιτάζεται στον ολόσωμο καθρέφτη, σκουπίζει τα μάτια του, ελέγχει μήπως είναι ακόμα κόκκινα και περιμένει να ξεθυμάνουν. Χωρίς να ξεχνάει τις καθημερινές του συνήθειες περιποιείται με τα δάκτυλα τα μαλλιά του, προσπαθώντας να επωμιστεί μια στιγμή ανάπαυλας και ψυχικής προετοιμασίας. ΄΄΄Κινητό, λεφτά, κλειδιά, τσιγάρα΄΄. Τα είχε όλα μαζί του ήταν έτοιμος να φύγει. Απενεργοποιεί τον υπολογιστή, και κατευθύνεται προς την έξοδο. Σταματάει όμως απότομα γιατί κάτι ένιωθε πως είχε ξεχάσει. Μα φυσικά… Επιστρέφει πίσω, ανοίγει το συρτάρι του γραφείου και χώνει απρόσεκτα στην τσέπη του ένα μικρό δώρο πιθανόν για εκείνη. Πάει μέχρι την κουζίνα, βάζει ένα ποτήρι νερό και πίνει ένα ντεπόν. Το κεφάλι του κόντευε να σπάσει εκείνη τη μέρα. Ένα βάρος στο στήθος δεν τον άφηνε να επαναφέρει την ισορροπία στο εσωτερικό του. Μία στιγμή ανασφάλειας ήταν αρκετή για να κοιταχτεί ξανά στον καθρέφτη και να βεβαιωθεί πως τα μάτια του δεν ήταν υγρά πλέον, παρόλο που πονούσαν λίγο. Κλειδώνει, κατεβαίνει κάτω και λίγο πριν ανοίξει την πόρτα της εξόδου κοντοστέκεται. Παίρνει μια βαθιά ανάσα, σκάει ένα ατυχές μάλλον χαμόγελο και συνεχίζει…

–          Ήθελα να στα πω από κοντά γιατί κόντεψα να σκάσω, μα το θεό.

Εκείνη αδιαφορώντας, του απάντησε βραχνιασμένα και χαμηλόφωνα.:

–          Πες μου, τι έγινε δηλαδή;

–          Ήταν λέει απασχολημένος συνέχεια.. Έπαιρνα και ξανάπαιρνα αλλά τίποτα.. Μην στα πολυλογώ κάποια στιγμή που επικοινωνήσαμε κατάφερα να το πάω το θέμα εκεί που ήθελα.

–          Και τι είπατε;, απάντησε η Στέλλα επιθετικά.

–          Με πλήγωσε. Δεν μπορείς να φανταστείς. Δεν το περίμενα, τι να σου πω τώρα. Του ζήτησα χρήματα, μου είχε πει πως μπορούσε. Αλλά μάταια.. Σε μία τέτοια δύσκολη στιγμή με απέφυγε ο μοναδικός άνθρωπος που ήξερα ότι μπορούσε να με βοηθήσει. Με πλήγωσε, το καταλαβαίνεις;

Η Στέλλα προσποιείται και κοιτάει μπροστά της, αρνούμενη να συμμεριστεί τον πόνο του. Ακίνητη σαν άγαλμα, με έντονους μορφασμούς, νιώθει σκέψεις να της καταλύουν το μυαλό. Σκέψεις που σε διαφορετική περίπτωση θα είχαν μία εντελώς διαφορετική προσέγγιση. Ξαφνικά στρέφει το κεφάλι της, το σώμα της, την προσοχή της παράλληλα σε αυτόν, δημιουργώντας την εντύπωση ότι αυτός ο άνθρωπος είχε διαλέξει στρατόπεδο, δίχως τη σύμφωνη γνώμη του συνομιλητή της. Με οργή βρασμένη και γλώσσα καυτή, αφήνει τις σκέψεις της να πάρουν σάρκα και οστά.

–          Είσαι ένας ανεύθυνος, το ξέρεις; Έχεις συνειδητοποιήσει τι ακριβώς έχει συμβεί; Καλά να πάθεις! Στην έφερε για τα καλά λοιπόν! Ξέρεις κάτι όμως; Χέστηκα! Δεν με ενδιαφέρει καθόλου! Η αδράνειά σου μας οδήγησε σε αυτό το αποτέλεσμα! Συγχαρητήρια λοιπόν! Μην περιμένεις να ακούσεις καλή κουβέντα από μένα γι’ αυτό, δεν πρόκειται να σε παρηγορήσω. Γιατί μάλλον είμαι μόνη μου σ’ αυτό αγαπητέ μου!

Ο Παύλος έχει μείνει άναυδος. Κι αυτός με τη σειρά του στρέφει το κεφάλι του μπροστά, κοιτάζοντας ένα θολό τζάμι που μαίνεται απ’ τη βροχή. Η διαφορά με τη Στέλλα είναι ότι αυτός τώρα βλέπει. Μπορεί να μην διακρίνει τι υπάρχει πέρα απ’ αυτόν ανάμεσα στις εκατοντάδες χιλιάδες σταγόνες βροχής, αλλά μπορεί και παρακολουθεί με τις εικόνες του μυαλού του όσα είχε δει και μόλις ακούσει λίγα δευτερόλεπτα πριν. Έβλεπε σε γρήγορη κίνηση τις κουβέντες του καλύτερού του φίλου σε εικονικές πράξεις. Πρώτη πράξη, δεύτερη πράξη.. Δεν θα άντεχε και μία τρίτη. Θα ξεπερνούσε κατά πολύ τις δυνάμεις του. Πρώτη ταπείνωση, δεύτερη ταπείνωση.. Ήταν η πρώτη φορά στη ζωή του που είχε δεχτεί την απόρριψη και την εμπάθεια μέσα σε λίγες ώρες. Ένας άνθρωπος καλοσυνάτος, έντιμος ευχάριστος, απαλλαγμένος από νοοτροπίες και πάθη του παρελθόντος. Τα δύο αυτά χτυπήματα στα πιο ευαίσθητα σημεία του ψυχικού του κόσμου, δεν μπορούν να συγκριθούν με μία μαχαιριά με μία σφαίρα, με τίποτα. Η Στέλλα συνέχιζε να ανοιγοκλείνει το στόμα της βγάζοντας ήχους, αλλά το μόνο που άκουγε ο Παύλος ήταν ο ανατριχιαστικός ήχος όταν τα δόντια της εφάπτονταν καθώς μιλούσε. Από κει και πέρα όμως δεν άκουγε τίποτε άλλο. Σιωπή. Ήταν ήδη αρκετά όσα πρόλαβε να κρατήσει μέσα του, οπότε ήταν περιττή οποιαδήποτε άλλη αναφορά στο περιστατικό του. Η Στέλλα είχε γουρλώσει τα χαρακτηριστικά πράσινα μάτια της, ανάσανε με τέτοιο ρυθμό περισσότερο απ’ όσο μπορούσε να αντέξει η καρδιά της, πληγωμένη, φοβισμένη και αψυχολόγητη σύμφωνα με το μυαλό του Παύλου. Δεν μπορούσε πραγματικά να καταλάβει τον λόγο που αντιδρούσε με αυτό τον τρόπο. Το μοναδικό άτομο που περίμενε να του συμπαρασταθεί ή να του προφέρει λέξεις γλυκές, ανάλατες και παροτρυντικές ήταν αυτή.. Κι όμως στην παρθενική του απόρριψη ήρθε κι έδεσε το ξέσπασμα της Στέλλας πάνω του. Η Στέλλα εξακολουθούσε να εκτοξεύει λέξεις που χτυπάνε σαν ηλεκτρικό ρεύμα χιλιάδων βολτ αστραπιαία στην καρδιά του, χωρίς να μπορεί να κλείσει τον διακόπτη. Κουβέντες οι οποίες ίσως να διαρκούσαν για μερικά λεπτά, θα τον σημάδευαν για όλη του τη ζωή. Η τάση ήταν τόσο υψηλή που τα σημάδια μέσα του θα ήταν, δυστυχώς γι’ αυτόν ανεξίτηλα.

Η Στέλλα αδειάζει τις σκέψεις της, σταματάει να μιλάει και ο Παύλος εξακολουθεί να μην ακούει πλέον τίποτα. Εδώ και ώρα έχει καταφέρει να απομακρύνει τις λέξεις ως νοήματα, αλλά εκείνες δεν σταμάτησαν να βρίσκουν τον τρόπο να τρυπώνουν μέσα του και να του προκαλούν πόνο.

–          Δεν έχεις τίποτα να πεις; Η Στέλλα περιμένει να ακούσει μία ορθή απάντηση ύστερα από το λεκτικό της παραλήρημα. Έτσι κατάφερες να μας βοηθήσεις; Ξέρεις, δεν είμαι μόνη μου εδώ. Περίμενα ότι θα είχες φροντίσει γι’ αυτό. Ξέρεις τι νιώθω; Ότι δεν μπορώ να στηριχτώ πάνω σου πια. Ήταν ένα καλό μάθημα αυτό που έπαθες.

Ο Παύλος εξακολουθεί να πονάει. Μέσα του ουρλιάζει, φωνάζει, βρίζει, κατηγορεί την Στέλλα, τον φίλο του, τον εαυτό του, την ώρα και τη στιγμή που γεννήθηκε, τα πάντα. Έξω από αυτόν επικρατεί μια σιωπή υπό τις άναρχες ηχητικές συνοδείες της βροχής.

–          Δεν έχεις κάτι να πεις; Μίλα μου!

Εκείνος αποφασίζει να μην αφήσει τον εαυτό του να γίνει φερέφωνο του εσωτερικού του κόσμου.

–          Δεν έχω τίποτα να σου πω. Τι να σου πω δηλαδή;

–          Ποια είναι η γνώμη σου πάνω σ’ αυτά που σου λέω; Άδικο έχω; Ο τόνος της φωνής της Στέλλας έχει χαμηλώσει και το ύφος της έχει ήδη αλλάξει λίγο μορφή.

–          Δεν έχω τίποτα να σου πω. Πλέον κοιτάζονται στα μάτια, τα σώματά τους ευθυγραμμίζονται πλήρως, ωστόσο έχουν παγώσει με τέτοιο τρόπο λες και ένας τοίχος βρίσκεται ανάμεσά τους με δύο τρύπες στο κέντρο, ώστε να μπορούν να διακρίνουν αμυδρά ο ένας τον άλλο.

–          Ξέρεις το λάθος δεν είναι δικό μου, συνέχισε να της λέει. Ξέρεις ότι δικά μου λεφτά δεν έχω. Ο μόνος άνθρωπος που εμπιστευόμουν ήταν αυτός. Βασίστηκα σ’ αυτόν, μου είπε θα με βοηθήσει. Τι άλλο μπορούσα να κάνω;

–          Να σου γίνει μάθημα αυτό θέλω.. Θα τα πούμε αύριο το πρωί. Αυτή τη στιγμή θέλω να πάω να ξεκουραστώ..

Ο Παύλος ανοίγει την πόρτα να βγει έξω περιμένοντας μία αντίδραση που τελικά την πετυχαίνει.

–          Που πας; Η Στέλλα αρχίζει αμέσως να νιώθει πάλι μόνη, δεν ήθελε να επανέλθει στην προηγούμενη νευρωτική κατάσταση. Είχε μιλήσει, είχε ξεσπάσει και είχε ηρεμήσει. Δεν γνώριζε όμως τον αντίκτυπο όσων μόλις πριν είχε κυριολεκτικά αφοδεύσει. Ο Παύλος διακόπτει την έξοδό του, ωστόσο το δεξί του πόδι ήταν ήδη εκτεθειμένο στις πεισματικές σταγόνες που δεν έλεγαν να κοπάσουν. Η πόρτα ήταν μισάνοιχτη, το ένα του χέρι κρατούσε το χερούλι και το άλλο το είχε αρπάξει η Στέλλα επιβλητικά με στοργική διάθεση και με διαφορετικές αυτή τη φορά προθέσεις.

–          Τι θέλεις;, της απάντησε ο Παύλος δίχως ίχνος εμπαιγμού ή επιθετικότητας.

–          Κάτσε λίγο.. Αύριο είναι μία δύσκολη μέρα και για τους δύο.. Η φωνή της έχει αποκατασταθεί, η Στέλλα επανήλθε στην Στέλλα των τριάμισι ήδη χρόνων σχέσης, όπως ακριβώς την γνώριζε εκείνος.

–          Δεν μπορώ.. Περίμενα κάτι διαφορετικό ίσως από σένα σήμερα. Μία τέτοια μέρα έπρεπε να ήμασταν μαζί. Και συ επέλεξες να μην είσαι. Δεν μπορώ να συνεχίσω να είμαι στοργικός μαζί σου, απ’ τη στιγμή που διάλεξες εσύ να μην είσαι μαζί μου απόψε. Ειδικά απόψε.. Σ’ αγαπάω. Αλλά τώρα θέλω να μείνω μόνος μου. Αύριο το πρωί θα σε έχω συγχωρέσει, αλλά όχι απόψε. Καληνύχτα Στέλλα.

Ο Παύλος ανασηκώνει το βρεγμένο δεξί του πόδι, που εδώ και ώρα είχε παγώσει και βγαίνει από το αυτοκίνητο. Η Στέλλα αποφάσισε να μην τον δεσμεύσει άλλο. Πρώτη φορά τον έβλεπε έτσι. Φοβήθηκε τη χροιά της φωνής του. Ήταν βαριά σαν σίδερο και βραχνή σαν σκουριασμένη. Τον άφησε να φύγει, χωρίς να έχει καταλάβει ακριβώς το λόγο. Η βροχή σαν μουσική συνοδεία ταινίας δυναμώνει καλύπτοντας πια κάθε πιθανό κενό που επέτρεπε μία κακοδουλεμένη και απρόσεκτη ορατότητα. Δεν τον βλέπει να απομακρύνεται. Κάνει μια γρήγορη επισκόπηση αλλά δεν τον εντοπίζει πουθενά. Σα να εξαφανίστηκε από προσώπου γης. Σαν ξυπνητήρι το πόδι της ξεκίνησε πάλι να τρεμοπαίζει, η ταμπακιέρα μέσα σε λίγα λεπτά είχε ελαφρύνει σε λίγα μόλις γραμμάρια και οι στάχτες έπεφταν με μανία στο σώμα του αυτοκινήτου σε ρυθμό σχεδόν ευθυγραμμισμένο με το ρυθμό της βροχής..

Η επόμενη μέρα είχε φτάσει. Η Στέλλα με την καλύτερή της φίλη και τον Παύλο συναντώνται έξω από την κλινική. Μέσα σε λίγα λεπτά η νοσηλεύτρια ειδοποιεί τον Παύλο πως η Στέλλα ήταν έτοιμη για εισαγωγή και πως θα έπρεπε να περιμένει με την άλλη κοπέλα απ’ έξω. Στον χώρο επικρατούσε χαμός. Μωρά κλαίγανε ασταμάτητα, γυναίκες βογκούσαν απ’ τους πόνους, η αίθουσα αναμονής ήταν γεμάτη από κόσμο. Το ασανσέρ απέναντί τους ανοιγόκλεινε συνεχώς, μαζεύοντας στον περιορισμένο χώρο παραπάνω επισκέπτες απ’ όσους ίσως θα μπορούσε να χωρέσει. Οι μυρωδιά από τις ανθοδέσμες δημιουργούσαν ένα κλίμα ευχάριστο και συγκινητικό για τον περισσότερο κόσμο που είχε συγκεντρωθεί εκεί. Για τον Παύλο ήταν μάλλον ένας πένθιμος συμβολισμός. Η μυρωδιά ενός τέλους, μιας νέας μουδιασμένης αρχής χωρίς χειροκροτήματα, αναφιλητά και ευχαριστίες. Είσοδος, έξοδος. Αυτή ήταν η διαδρομή που περίμεναν ότι θα έκαναν και έτσι έγινε άλλωστε. Μέσα σε δέκα λεπτά η διαδικασία είχε τελειώσει. Η νοσηλεύτρια φωνάζει τον Παύλο ενημερώνοντάς τον πως όλα είχαν κυλήσει ομαλά. Η άμβλωση είχε ολοκληρωθεί. Μετά από λίγη ώρα μπόρεσαν και οι δύο να την επισκεφτούν, ήταν ήδη ξύπνια. Ο Παύλος της έπιασε στοργικά το χέρι περιμένοντας να λάβει μία ανάλογη αντίδραση. Την έλαβε. Η Στέλλα του χαμογέλασε.

–          Δεν ξέρω γιατί αλλά δεν νιώθω τύψεις. Νομίζω πως τελικά ήταν πολύ ώριμη η απόφαση που πήραμε. Δεν γινόταν αλλιώς.. Η Στέλλα ήταν ήρεμη.

Εκείνος γεμάτος κατανόηση της έγνεψε στοργικά. Δύο ώρες της κρατούσε το χέρι μεταφέροντας όση αγάπη και συναίσθημα μπορούσε να συσσωρεύσει σ’ αυτό.

Η Στέλλα επωμίστηκε το μεγαλύτερο μέρος των εξόδων. Σε αντίθεση με τον Παύλο εκείνη εργαζόταν. Ο Παύλος πάλευε με το σύστημα καθημερινά. Με όση αξιοπρέπεια του είχε μείνει, σχεδόν αφυδατωμένος, προσπαθούσε να διεκδικήσει μία θέση εργασίας για να μπορεί να ανταπεξέλθει στις καθημερινές του ανάγκες. Πόσο μάλλον σε περιπτώσεις όπως αυτή που του έτυχε. Ακόμα περισσότερο, σε περιπτώσεις όπως αυτές που θέλεις να κρατήσεις μία ζωή που ήδη είχε αρχίσει να δημιουργείται.

Ο Παύλος πονούσε ακόμα από την χθεσινή βραδιά. Δεν είχε καταφέρει να αποβάλλει από μέσα του τις ανασφάλειες που μέσα σε λίγα λεπτά είχαν ειπωθεί σε κοινή θέα. Τον σταυρό που κουβαλούσε μέσα του τόσα χρόνια, ήρθε το αγαπημένο του πρόσωπο να του τις επιβεβαιώσει. Κατανοώντας όμως την περιπλοκότητα της κατάστασης είχε αρχίσει ήδη να μετατρέπει τον πόνο αυτό σε οργανικό, ώστε κάποια μέρα να μπορέσει να τον αποβάλλει..

Η Στέλλα καθόταν αφημένη στο κάθισμα του συνοδηγού, έτοιμη να επιστρέψει σπίτι για να ξεκουραστεί, ενώ η φίλη της ήταν αυτή που θα αναλάμβανε καθήκοντα θεραπευτικά αυτή τη φορά. Ο Παύλος εξίσου ταλαιπωρημένος κι αυτός, προσπάθησε να μην κάνει εμφανή τη θλίψη του.

–          Θα τα πούμε μετά;

Ο ήλιος έπεφτε πάνω στα μάτια της Στέλλας αναγκάζοντάς την σε άτακτο συνοφρύωμα. Ο Παύλος στάθηκε στο παράθυρο, έσκυψε και της φίλησε τα ταλαιπωρημένα, σκασμένα της χείλη. Η Στέλλα δεν του απάντησε. Έβγαλε το χέρι της απ’ το παράθυρο χαϊδεύοντάς του το μάγουλο, σαν τότε που βρέθηκαν μαζί για πρώτη φορά. Ο Παύλος μεμιάς ένιωσε οι πληγές που είχαν ανοίξει χθες να επουλώνονται σιγά σιγά.

–          Τι είναι; Ρώτησε περίεργος χωρίς να έχει λάβει ακόμα καμία απάντηση στην προηγούμενη ερώτησή του.

–          Συγνώμη. Σε αδίκησα. Έχω περισσότερες τύψεις για όσα σου είπα χθες παρά για όσα έγιναν σήμερα.. Αλλά κατάλαβέ με..

–          Μην ζητάς συγνώμη. Είναι η πρώτη μέρα μετά από καιρό που νιώθω πιο ώριμος από ποτέ. Από αυτά που μου είπες, απ’ όσα ζήσαμε το τελευταίο διάστημα. ΄Ώριμος που κατάφερα να δω πράγματα που με γυμνό μάτι δεν μπορούσα. Την δύναμη που έχει ο συνάνθρωπός μας την ύστατη στιγμή απελπισίας και ανάγκης. Είδα πολλά μέσα από τον πόνο. Και τώρα ξέρω πως είναι. Εσύ ήσουν σε δυσκολότερη θέση από μένα και τώρα γνωρίζεις καλύτερα πως είναι. Κι αυτό είναι μάθημα Στέλλα μου. Τίποτα δεν πέφτει κάτω χωρίς να κάνει θόρυβο. Και τώρα ξέρω κι εγώ. Και οι δύο βιώσαμε τον πόνο, τις τύψεις και την απόρριψη. Την απόρριψη Στέλλα. Κι όσο κι αν πονάμε τώρα, σ’ ευχαριστώ.

Η Στέλλα έδειχνε να καταλαβαίνει ακριβώς τι ήθελε να πει. Δεν το έδειξε όμως. Γιατί ντρεπόταν. Μιας και κατάλαβε πως τις κρισιμότερες στιγμές ενότητας και αλληλεγγύης τον πρόδωσε. Τα συναισθήματα όμως σε τέτοιες καταστάσεις είναι απρόβλεπτα. Έρχονται και παρέρχονται. Δεν άφηνε όμως τον εαυτό της να δει όλα όσα είχε κάνει για εκείνη, μέχρι και τη στιγμή που έφυγαν από την κλινική. ΄΄Κατηγορούσα το Θεό γιατί δεν είχα να φορέσω παπούτσια μέχρι τη στιγμή που είδα κάποιον να προσεύχεται χωρίς πόδια.΄΄. Έτσι φαίνεται να σκέφτηκε η Στέλλα όταν ξύπνησε από τη νάρκωση στο δωμάτιο. Στο διπλανό κρεβάτι ήταν ξαπλωμένη μία κοπέλα, μικροσκοπική αλλά όχι πολύ μικρή ηλικιακά. Είχε καλύψει το πρόσωπό της με τα λαδωμένα μαλλιά της, είχε μαζέψει το σώμα της σε στάση εμβρύου και ήταν μισοσκεπασμένη. Η Στέλλα απόρησε για την ιδιαίτερη πόζα που είχε σχηματίσει μιας και οι υπόλοιπες κοπέλες του θαλάμου είτε κοιτούσαν το ταβάνι σκεπτικές και προβληματισμένες, είτε μιλούσαν με τους επισκέπτες που τις παρηγορούσαν. ΄΄ Ένας θάλαμος με κοινή μοίρα΄΄, διαπίστωσε με θλίψη. Καθώς την περιεργαζόταν εξονυχιστικά, ένα κινητό τηλέφωνο χτύπησε κάτω από τα σεντόνια του κρεβατιού της διπλανής κοπέλας. Ο ενοχλητικός ήχος σφύριζε στα αυτιά όλων, μέχρι που η Στέλλα με όσες δυνάμεις είχε καταφέρει να συγκεντρώσει της είπε:

–          Συγνώμη το τηλέφωνό σου χτυπάει.

–          Δεν με ενδιαφέρει δεν θέλω να το σηκώσω, φαίνεται να είπε κάτω από τις τρίχες που είχαν κολλήσει στο πρόσωπό της.

–          Μα, μπορεί να είναι κάποιος δικός σου άνθρωπος, σήκωσέ το σε παρακαλώ.

Με αργές κινήσεις, καταναγκαστικά το βρίσκει και απαντάει.

–          Πού είσαι; Ναι, στην κλινική είμαι.. Γιατί δεν ήρθες ρε γαμώτο, γιατί να είσαι τόσο απάνθρωπος τελικά; Δεν με ενδιαφέρει, εγώ σε ήθελα εδώ και συ με πούλησες! Δεν τα θέλω τα λεφτά σου, θα στα στείλω πίσω! Δεν θέλω καμία σχέση μαζί σου το καταλαβαίνεις; Καμία! Λίγη στοργή και αγάπη ήθελα, όχι τα λεφτά σου!

Η κοπέλα κλείνει το κινητό και ξεσπάει σε κλάματα. Μία κυρία από το διπλανό κρεβάτι σπεύδει να την ηρεμήσει. Ο θάλαμος είχε ξαφνικά παγώσει, έχοντας όλοι την επιθυμία να εξαφανιστούν από κει με ένα ανοιγόκλειμα των ματιών αν ήταν δυνατό. Η Στέλλα είχε συγκλονιστεί. Ακουμπάει απότομα το κεφάλι της στο μαξιλάρι στρέφει το σώμα της στο πλάι και δάκρυα πλημμυρίζουν το δέρμα της. Μόλις είχε συνειδητοποιήσει τι είχε συμβεί χθες το βράδυ. Η υπολογίσιμη δύναμη που θα την κρατούσε ψύχραιμη δεν ήταν ο ίδιος της ο εαυτός αλλά το άλλο της μισό, όπως χαρακτηριστικά έλεγε. Ναι δεν είχε βρει τα χρήματα που θα τον καθιστούσαν προστάτη και δυνατό σε μια κρίσιμη στιγμή της σχέσης τους. Κι όχι μόνο αυτό αλλά εκείνος μόλις είχε βιώσει και την απόρριψη ενός κοντινού του ανθρώπου. Και αμέσως μετά ήρθε η στιγμιαία απόρριψη απ’ το άτομο που ίσως να ζητούσε κατανόηση, στοργή και αγάπη, όπως άλλωστε προσπαθούσε να δώσει σ’ αυτήν όλο αυτόν τον καιρό. Εκείνη όμως , δικαιολογημένα ίσως, δεν μπορούσε να σκέφτεται μόνο εκείνον, είχε λάβει εδώ και ενάμισι μήνα την πιο κρίσιμη απόφαση της ζωής της. Γι’ αυτό και κατάλαβε ακριβώς τα λόγια του. Γιατί τώρα ήξερε να διακρίνει και να μπορεί να ιεραρχεί με μεγαλύτερη ωριμότητα την θέληση, την προσπάθεια, την αγάπη..

Το αμάξι απομακρυνόταν απ’ το σπίτι του Παύλου. Εκείνος σκούπισε το ιδρωμένο του μέτωπο. Ίσως ήταν ιδρωμένο, ίσως όμως και να ήταν μία έκφραση ανακούφισης μιας απόφασης που ποτέ δεν ήταν σύμφωνη με τα λεγόμενά τους, αλλά αναγκαία.  Ίσως ήταν μία εκδήλωση αποβολής του πόνου που ένιωθε από χθες βράδυ. Ίσως απλά να ήταν τελικά ιδρωμένος..

Η Στέλλα είχε κλείσει τα μάτια αφήνοντας τον αέρα να πέφτει με δύναμη στο πρόσωπό της. Ένα δάκρυ προσπάθησε να γεννηθεί, αλλά ο αέρας είχε τη δύναμη να το εξατμίσει μέσα σε δευτερόλεπτα. Γεννήθηκε χωρίς να καταφέρει να εξυπηρετήσει το σκοπό του. Όπως ακριβώς μία ανθρώπινη ζωή..