Ένα μπλουζ για τον άνθρωπο της Μπαστόν.

Σκέφτηκα να ξεφύγω για λίγο από την πολιτική ανικανότητα και την οικονομική-κοινωνική κρίση που μαστίζει τη χώρα, είναι αδιανόητο να φανταστούμε τους εαυτούς μας να μιλάνε, να σκέφτονται, να γράφουν συνέχεια γι’ αυτό. Η σκέψη και ο προβληματισμός είναι ένα απ’τα χαρίσματα του ανθρώπινου εγκεφάλου που πρέπει να καλλιεργούμε και να εξασκούμε. Βέβαια η πολιτική σκέψη είναι όπως ένας κόκκος άμμου σε μια παραλία. Αποτελεί μόνο ένα από τα αμέτρητα συστατικά της φύσης του εγκεφάλου μας. Γι’ αυτό και εγκαινιάζω αυτή τη νέα κατηγορία με ένα αγαπημένο τραγούδι που συνοδεύεται από μία μικρή ιστορία. Ας πάρουμε όμως τα πράγματα λίγο από την αρχή…

΄΄Ήμουν κρυμμένος πίσω από το ψηλό δέντρο που είχαν γκρεμίσει ή είχε πέσει… Και μπορούσα να δω αυτούς τους Γερμανούς στα δάση κατά μήκος αυτού του μεγάλου πεδίου…

Και είδα αυτό το νέο παιδί να σέρνεται αργά σε ένα χαντάκι, ευθεία προς το δικό μου δέντρο. Δεν τον πυροβόλησα, αλλά μόλις σηκώθηκε, στα τρία-τέσσερα πόδια απόσταση από μένα, του φώναξα να παραδοθεί.

Και αντί να παραδοθεί, έστρεψε το όπλο του προς το μέρος μου, κάτι το οποίο ήταν ακαριαίος θάνατος γι’ αυτόν..

Αλλά αυτός ο νέος άντρας ήταν ξανθός, είχε γαλάζια μάτια, φρέσκο δέρμα, ήταν τόσο όμορφος. Ήταν σαν ένας μικρός άγγελος. Ωστόσο έπρεπε και πάλι να τον πυροβολήσω… Και δεν με ενόχλησε την πρώτη βραδιά, γιατί πήγα για ύπνο, ήμουν πολύ κουρασμένος. Αλλά το δεύτερο βράδυ ξύπνησα κλαίγοντας, γιατί αυτό το παιδί ήταν εκεί…

Από εκείνη τη μέρα και μετά ξυπνάω πολλές φορές τη νύχτα, κλαίγοντας γι’ αυτό το παιδί.. Ακόμα τον βλέπω στα όνειρά μου.. Και δεν ξέρω πώς να τον βγάλω απ’ το μυαλό μου…΄΄

Αυτή είναι η ιστορία του Τζόσεφ Ρόμπερντσον (Joseph Robertson). Ήταν ένας στρατιώτης του Αμερικανικού Στρατού κατά τη διάρκεια του Δεύτερου Παγκόσμιου Πολέμου και πολέμησε στη μάχη των Αρδεννών. Αυτή η μάχη ήταν η τελευταία μεγάλης κλίμακας επίθεση του Γ΄ Ράϊχ στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, μεταξύ 16 Δεκεμβρίου 1944 και 25 Ιανουαρίου 1945, κατά μήκος των συνόρων του Βελγίου και του Λουξεμβούργου, με σκοπό την κατάληψη του ποταμού Μεύση (Meuse) και του λιμανιού της Αμβέρσας.

Αυτός ο νέος άνδρας πολέμησε για τα εθνικά συμφέροντα της πατρίδας του. Όπως πολεμούσε επίσης για ελευθερία από τον ζυγό του ναζιστικού ιμπεριαλισμού. Είχε ωστόσο μία διαφορά σε σχέση με άλλους στρατιώτες. Ήταν πάνω απ΄ όλα άνθρωπος. Δεν περίμενε ότι θα δολοφονούσε. Ότι ο πόλεμος δεν ήταν αυτό που μπορεί να του περιέγραφαν πίσω στην Αμερική. Ο πόλεμος είναι σκληρός. Μία στολή σε κατατάσσει σε ομάδες. Ράβοντας μερικά γαλόνια πάνω της αμέσως η εξουσία από άνθρωπο σε άνθρωπο νομιμοποιείται. Μιλώντας μία διαφορετική γλώσσα, το σώμα σου φαίνεται να μοιάζει διαφορετικό και αυτό. Δημιουργείται η εντύπωση πως ο κάθε λαός σ’ αυτόν τον πλανήτη προέρχεται από κάπου αλλού. Έχοντας διαφορετικό χρώμα, αυτόματα σκέφτεσαι διαφορετικά, μιλάς διαφορετικά, αντιλαμβάνεσαι διαφορετικά. Η διαφορά  όμως έγκειται στο σεβασμό της διαφορετικότητας επί ίσοις όροις. Εκεί το διαφορετικό είναι συνάμα και ίδιο. Διότι στον ίδιο πλανήτη τελικά γεννηθήκαμε, στον ίδιο πλανήτη ζούμε και στο ίδιο χώμα καταλήγουμε…

Το τραγούδι των Crippled Black Pheonix ξεκινάει με τον Τζόσεφ Ρόμπερτσον να αφηγείται. Το τραγούδι και οι στίχοι του αναφέρονται στην τραγική ιστορία του πολέμου, του θανάτου, μιλάει για τους ανθρώπους που μας πότισαν το μυαλό να μισούμε. Γενναίος για κάποιους μπορεί να μην είναι που δεν σκότωσε μια ντουζίνα στρατιώτες των Ναζί. Είναι όμως  γενναίος που μοιράστηκε με τον κόσμο αυτή την ανθρώπινη ιστορία, δείχνοντας με τον πιο απλό τρόπο τη φρίκη του πολέμου. Δεν έχει σημασία αν τα θύματά σου είναι ένα ή πολλά περισσότερα. Ή από ποια σκοπιά το βλέπεις. Το ίδιο ισχύει για όλες τις περιπτώσεις πολέμων. Εκεί που η ανθρώπινη αξία γίνεται θύμα των ζωϊκών της ενστίκτων. Γίνεται έρμαιο του μοναδικού προτερήματος που έχει ο άνθρωπος έναντι των άλλων ζώων. Τη λογική ή αλλιώς τη νόηση. Ή μήπως τελικά δεν διαθέτει καθόλου;

Η ιστορία που αφηγείται ο Τζόσεφ Ρόμπερτσον είναι η ιστορία που έχω μεταφράσει στην αρχή της ανάρτησης. Καλή ακρόαση!

Advertisements