Η ζωή σε δύο πράξεις.

–          Κατέβα

Έκλεισε απότομα το κινητό και περίμενε. Δεν ήξερε αν ήταν κοντά στο αυτοκίνητο, δεν έβλεπε. Λίγο η βροχή, λίγο οι υαλοκαθαριστήρες που την απομάκρυναν μάταια, δεν την βοηθούσε να καταλάβει. Για σιγουριά τον πήρε τηλέφωνο. Θέλησε ίσως να προετοιμάσει την ατμόσφαιρα της συζήτησης και τις διαθέσεις που θα τον καταπλάκωναν μόλις άνοιγε το στόμα της και αποφάσιζε να μετατρέψει την σκέψη σε λέξεις, τις λέξεις σε προτάσεις. Η βροχή έριχνε μικρές τσιμπιές στο παρμπρίζ του αυτοκινήτου χωρίς ωστόσο να καταφέρνει να το λυγίσει. Το μεγαθήριο μπροστά στην πιο ευρέως διαδεδομένη χημική ένωση του κόσμου. Ασύγκριτα μεγέθη. Όπως ασύγκριτη θα είναι και η επιχειρηματολογία της Στέλλας. Έχουν περάσει δύο λεπτά και ακόμα περιμένει. Είναι λίγο νευρική, κι αυτό έχει ως συνέπεια η αρχική νευρόσπαστη άνω-κάτω κίνηση του αριστερού της ποδιού να την οδηγήσει σε ένα εξωφρενικό χτύπημά του στο πατάκι του αυτοκινήτου. Τα αδυσώπητα χτυπήματα της στερούν μερικούς πόντους στο καλσόν. Δεν άκουγε όμως, ούτε είχε συναίσθηση των σπασμωδικών της κινήσεων. Ο ασταμάτητος ήχος της βροχής δεν την άφηνε να αφουγκραστεί την ένταση στο κορμί της. Χωρίς να σκεφτεί ότι κάτι δεν πάει καλά με την κινησιολογία της, ανοίγει την ταμπακιέρα και αρπάζει ένα τσιγάρο ξεσπώντας πάνω του. Ο κυρτός πλέον σωλήνας ανάβει και η στάχτη σκορπίζεται πάνω της, στο κάθισμα ανάμεσα στα πόδια της, στο χαλάκι, στο τιμόνι, παντού. Ο καπνός διαχέεται στον οργανισμό της αλλά η νικοτίνη δεν είναι σε θέση να βελτιώσει την σταδιακά αυξανόμενη ένταση του κορμιού της. Είναι εξάρτηση κυρίως ψυχολογική. Πριν προλάβει να αναρωτηθεί τον λόγο καθυστέρησής του, πετάει με αηδία το φίλτρο που μόλις είχε ρουφήξει. Ανασηκώνεται στο κάθισμα νιώθοντας τον ιδρώτα να ρέει στη μέση της με πορεία καθοδική. Κοιτάζεται στον καθρέφτη χωρίς να μπορεί να διακρίνει τους μαύρους κύκλους απ’ την χθεσινοβραδινή αγρυπνία. Κοιτάζει δεξιά, κοιτάζει αριστερά, δεν διακρίνει όμως καμία ανθρώπινη φιγούρα πέρα από αυτήν. Σα να ήθελε να νιώσει την παρηγοριά μιας παρουσίας σε απόσταση είκοσι μέτρων. Η βροχή, ο ήχος του χαμηλωμένου ραδιοφώνου και η ανάσα της διακόπτονται απότομα από τις αισθήσεις της. Ένας πόνος στο στομάχι την αναγκάζει να σφίξει την γροθιά της και να πιέσει το σημείο που αντιδρά με τρομακτική δύναμη. Σκύβει το κεφάλι, κλείνει δύο δευτερόλεπτα τα μάτια, ξορκίζοντας την αναπάντεχη ευαισθησία που την επισκέφτηκε μέσα στα μαύρα μεσάνυχτα. Ο πόνος απομακρύνεται, σηκώνει ξανά το κεφάλι, ενώ το πόδι συνεχίζει να βρίσκεται πρώτο στην παλμικό ρυθμό του οργανισμού της. Τα μαλλιά της δεν κατάφεραν να αποφύγουν τη ροή της βροχής όταν λίγη ώρα πριν ξεκίνησε να υγραίνει καθετί στο πέρασμά του. Εκείνη τα αγγίζει, τα φέρνει μπροστά στους ώμους, σκαρφίζοντας μία απατηλή αίσθηση ζεστασιάς και τρυφερότητας. Δαγκώνει τα χείλη της σκεφτόμενη την αργοπορία που την αναγκάζει να παρατείνει το χρονικό της ξέσπασμα. Ήδη η ενέργεια που ένιωθε όταν δημιούργησε τον υστερόχρονο συλλογισμό της, την οδηγεί με μαθηματική ακρίβεια σε συναισθηματική φθορά. Ξαφνικά το βλέμμα της εστιάζει μεταξύ της κολώνας της ΔΕΗ και του σκουπιδοτενεκέ. Ανάμεσά τους διακρίνει μία σκοτεινή, θολή φιγούρα που κατευθυνόταν προς το αυτοκίνητό της. Επιτέλους είχε έρθει. Το πόδι σταματάει, η ταμπακιέρα ανοίγει ξανά, τα μαλλιά τραβιούνται πάλι πίσω και η στάχτη συνεχίζει μέσα σε λίγα λεπτά πάλι να συμπληρώνει τα κενά που δεν πρόλαβε να καλύψει στην προηγούμενη τζούρα. Η πόρτα ανοίγει και βεβιασμένα εισέρχεται ο Παύλος. Η ψυχρή ατμόσφαιρα του εσώκλειστου χώρου γίνεται ακόμα πιο κρύα με το άνοιγμα και το κλείσιμο μόνο μιας πόρτας. Ο Παύλος τινάσσει σαν το σκυλί το νερό απ’ τα μαλλιά του, τους δίνει ένα πρόχειρο χτένισμα με τα δάχτυλά του και στη συνέχεια κοιτάει χωρίς δεύτερη σκέψη στα μάτια τη Στέλλα. Εκείνη σείεται ολόκληρη πια, χωρίς να μπορεί να κρύψει την αναστάτωσή της. Σε μια στιγμή υπεροψίας και αμηχανίας γυρίζει εκείνη και τον κοιτάζει…

–          Έρχομαι.

Ο Παύλος κοιτάει απ’ το παράθυρο για να εντοπίσει το ακριβές σημείο που στάθμευσε ακριβώς η Στέλλα. Βλέπει ακριβώς κάτω από το σπίτι του ένα Ford Fiesta σκούρο μπλε να έχει σταματήσει, με τα αλάρμ να αναβοσβήνουν ρυθμικά. Κοιτάζεται στον ολόσωμο καθρέφτη, σκουπίζει τα μάτια του, ελέγχει μήπως είναι ακόμα κόκκινα και περιμένει να ξεθυμάνουν. Χωρίς να ξεχνάει τις καθημερινές του συνήθειες περιποιείται με τα δάκτυλα τα μαλλιά του, προσπαθώντας να επωμιστεί μια στιγμή ανάπαυλας και ψυχικής προετοιμασίας. ΄΄΄Κινητό, λεφτά, κλειδιά, τσιγάρα΄΄. Τα είχε όλα μαζί του ήταν έτοιμος να φύγει. Απενεργοποιεί τον υπολογιστή, και κατευθύνεται προς την έξοδο. Σταματάει όμως απότομα γιατί κάτι ένιωθε πως είχε ξεχάσει. Μα φυσικά… Επιστρέφει πίσω, ανοίγει το συρτάρι του γραφείου και χώνει απρόσεκτα στην τσέπη του ένα μικρό δώρο πιθανόν για εκείνη. Πάει μέχρι την κουζίνα, βάζει ένα ποτήρι νερό και πίνει ένα ντεπόν. Το κεφάλι του κόντευε να σπάσει εκείνη τη μέρα. Ένα βάρος στο στήθος δεν τον άφηνε να επαναφέρει την ισορροπία στο εσωτερικό του. Μία στιγμή ανασφάλειας ήταν αρκετή για να κοιταχτεί ξανά στον καθρέφτη και να βεβαιωθεί πως τα μάτια του δεν ήταν υγρά πλέον, παρόλο που πονούσαν λίγο. Κλειδώνει, κατεβαίνει κάτω και λίγο πριν ανοίξει την πόρτα της εξόδου κοντοστέκεται. Παίρνει μια βαθιά ανάσα, σκάει ένα ατυχές μάλλον χαμόγελο και συνεχίζει…

–          Ήθελα να στα πω από κοντά γιατί κόντεψα να σκάσω, μα το θεό.

Εκείνη αδιαφορώντας, του απάντησε βραχνιασμένα και χαμηλόφωνα.:

–          Πες μου, τι έγινε δηλαδή;

–          Ήταν λέει απασχολημένος συνέχεια.. Έπαιρνα και ξανάπαιρνα αλλά τίποτα.. Μην στα πολυλογώ κάποια στιγμή που επικοινωνήσαμε κατάφερα να το πάω το θέμα εκεί που ήθελα.

–          Και τι είπατε;, απάντησε η Στέλλα επιθετικά.

–          Με πλήγωσε. Δεν μπορείς να φανταστείς. Δεν το περίμενα, τι να σου πω τώρα. Του ζήτησα χρήματα, μου είχε πει πως μπορούσε. Αλλά μάταια.. Σε μία τέτοια δύσκολη στιγμή με απέφυγε ο μοναδικός άνθρωπος που ήξερα ότι μπορούσε να με βοηθήσει. Με πλήγωσε, το καταλαβαίνεις;

Η Στέλλα προσποιείται και κοιτάει μπροστά της, αρνούμενη να συμμεριστεί τον πόνο του. Ακίνητη σαν άγαλμα, με έντονους μορφασμούς, νιώθει σκέψεις να της καταλύουν το μυαλό. Σκέψεις που σε διαφορετική περίπτωση θα είχαν μία εντελώς διαφορετική προσέγγιση. Ξαφνικά στρέφει το κεφάλι της, το σώμα της, την προσοχή της παράλληλα σε αυτόν, δημιουργώντας την εντύπωση ότι αυτός ο άνθρωπος είχε διαλέξει στρατόπεδο, δίχως τη σύμφωνη γνώμη του συνομιλητή της. Με οργή βρασμένη και γλώσσα καυτή, αφήνει τις σκέψεις της να πάρουν σάρκα και οστά.

–          Είσαι ένας ανεύθυνος, το ξέρεις; Έχεις συνειδητοποιήσει τι ακριβώς έχει συμβεί; Καλά να πάθεις! Στην έφερε για τα καλά λοιπόν! Ξέρεις κάτι όμως; Χέστηκα! Δεν με ενδιαφέρει καθόλου! Η αδράνειά σου μας οδήγησε σε αυτό το αποτέλεσμα! Συγχαρητήρια λοιπόν! Μην περιμένεις να ακούσεις καλή κουβέντα από μένα γι’ αυτό, δεν πρόκειται να σε παρηγορήσω. Γιατί μάλλον είμαι μόνη μου σ’ αυτό αγαπητέ μου!

Ο Παύλος έχει μείνει άναυδος. Κι αυτός με τη σειρά του στρέφει το κεφάλι του μπροστά, κοιτάζοντας ένα θολό τζάμι που μαίνεται απ’ τη βροχή. Η διαφορά με τη Στέλλα είναι ότι αυτός τώρα βλέπει. Μπορεί να μην διακρίνει τι υπάρχει πέρα απ’ αυτόν ανάμεσα στις εκατοντάδες χιλιάδες σταγόνες βροχής, αλλά μπορεί και παρακολουθεί με τις εικόνες του μυαλού του όσα είχε δει και μόλις ακούσει λίγα δευτερόλεπτα πριν. Έβλεπε σε γρήγορη κίνηση τις κουβέντες του καλύτερού του φίλου σε εικονικές πράξεις. Πρώτη πράξη, δεύτερη πράξη.. Δεν θα άντεχε και μία τρίτη. Θα ξεπερνούσε κατά πολύ τις δυνάμεις του. Πρώτη ταπείνωση, δεύτερη ταπείνωση.. Ήταν η πρώτη φορά στη ζωή του που είχε δεχτεί την απόρριψη και την εμπάθεια μέσα σε λίγες ώρες. Ένας άνθρωπος καλοσυνάτος, έντιμος ευχάριστος, απαλλαγμένος από νοοτροπίες και πάθη του παρελθόντος. Τα δύο αυτά χτυπήματα στα πιο ευαίσθητα σημεία του ψυχικού του κόσμου, δεν μπορούν να συγκριθούν με μία μαχαιριά με μία σφαίρα, με τίποτα. Η Στέλλα συνέχιζε να ανοιγοκλείνει το στόμα της βγάζοντας ήχους, αλλά το μόνο που άκουγε ο Παύλος ήταν ο ανατριχιαστικός ήχος όταν τα δόντια της εφάπτονταν καθώς μιλούσε. Από κει και πέρα όμως δεν άκουγε τίποτε άλλο. Σιωπή. Ήταν ήδη αρκετά όσα πρόλαβε να κρατήσει μέσα του, οπότε ήταν περιττή οποιαδήποτε άλλη αναφορά στο περιστατικό του. Η Στέλλα είχε γουρλώσει τα χαρακτηριστικά πράσινα μάτια της, ανάσανε με τέτοιο ρυθμό περισσότερο απ’ όσο μπορούσε να αντέξει η καρδιά της, πληγωμένη, φοβισμένη και αψυχολόγητη σύμφωνα με το μυαλό του Παύλου. Δεν μπορούσε πραγματικά να καταλάβει τον λόγο που αντιδρούσε με αυτό τον τρόπο. Το μοναδικό άτομο που περίμενε να του συμπαρασταθεί ή να του προφέρει λέξεις γλυκές, ανάλατες και παροτρυντικές ήταν αυτή.. Κι όμως στην παρθενική του απόρριψη ήρθε κι έδεσε το ξέσπασμα της Στέλλας πάνω του. Η Στέλλα εξακολουθούσε να εκτοξεύει λέξεις που χτυπάνε σαν ηλεκτρικό ρεύμα χιλιάδων βολτ αστραπιαία στην καρδιά του, χωρίς να μπορεί να κλείσει τον διακόπτη. Κουβέντες οι οποίες ίσως να διαρκούσαν για μερικά λεπτά, θα τον σημάδευαν για όλη του τη ζωή. Η τάση ήταν τόσο υψηλή που τα σημάδια μέσα του θα ήταν, δυστυχώς γι’ αυτόν ανεξίτηλα.

Η Στέλλα αδειάζει τις σκέψεις της, σταματάει να μιλάει και ο Παύλος εξακολουθεί να μην ακούει πλέον τίποτα. Εδώ και ώρα έχει καταφέρει να απομακρύνει τις λέξεις ως νοήματα, αλλά εκείνες δεν σταμάτησαν να βρίσκουν τον τρόπο να τρυπώνουν μέσα του και να του προκαλούν πόνο.

–          Δεν έχεις τίποτα να πεις; Η Στέλλα περιμένει να ακούσει μία ορθή απάντηση ύστερα από το λεκτικό της παραλήρημα. Έτσι κατάφερες να μας βοηθήσεις; Ξέρεις, δεν είμαι μόνη μου εδώ. Περίμενα ότι θα είχες φροντίσει γι’ αυτό. Ξέρεις τι νιώθω; Ότι δεν μπορώ να στηριχτώ πάνω σου πια. Ήταν ένα καλό μάθημα αυτό που έπαθες.

Ο Παύλος εξακολουθεί να πονάει. Μέσα του ουρλιάζει, φωνάζει, βρίζει, κατηγορεί την Στέλλα, τον φίλο του, τον εαυτό του, την ώρα και τη στιγμή που γεννήθηκε, τα πάντα. Έξω από αυτόν επικρατεί μια σιωπή υπό τις άναρχες ηχητικές συνοδείες της βροχής.

–          Δεν έχεις κάτι να πεις; Μίλα μου!

Εκείνος αποφασίζει να μην αφήσει τον εαυτό του να γίνει φερέφωνο του εσωτερικού του κόσμου.

–          Δεν έχω τίποτα να σου πω. Τι να σου πω δηλαδή;

–          Ποια είναι η γνώμη σου πάνω σ’ αυτά που σου λέω; Άδικο έχω; Ο τόνος της φωνής της Στέλλας έχει χαμηλώσει και το ύφος της έχει ήδη αλλάξει λίγο μορφή.

–          Δεν έχω τίποτα να σου πω. Πλέον κοιτάζονται στα μάτια, τα σώματά τους ευθυγραμμίζονται πλήρως, ωστόσο έχουν παγώσει με τέτοιο τρόπο λες και ένας τοίχος βρίσκεται ανάμεσά τους με δύο τρύπες στο κέντρο, ώστε να μπορούν να διακρίνουν αμυδρά ο ένας τον άλλο.

–          Ξέρεις το λάθος δεν είναι δικό μου, συνέχισε να της λέει. Ξέρεις ότι δικά μου λεφτά δεν έχω. Ο μόνος άνθρωπος που εμπιστευόμουν ήταν αυτός. Βασίστηκα σ’ αυτόν, μου είπε θα με βοηθήσει. Τι άλλο μπορούσα να κάνω;

–          Να σου γίνει μάθημα αυτό θέλω.. Θα τα πούμε αύριο το πρωί. Αυτή τη στιγμή θέλω να πάω να ξεκουραστώ..

Ο Παύλος ανοίγει την πόρτα να βγει έξω περιμένοντας μία αντίδραση που τελικά την πετυχαίνει.

–          Που πας; Η Στέλλα αρχίζει αμέσως να νιώθει πάλι μόνη, δεν ήθελε να επανέλθει στην προηγούμενη νευρωτική κατάσταση. Είχε μιλήσει, είχε ξεσπάσει και είχε ηρεμήσει. Δεν γνώριζε όμως τον αντίκτυπο όσων μόλις πριν είχε κυριολεκτικά αφοδεύσει. Ο Παύλος διακόπτει την έξοδό του, ωστόσο το δεξί του πόδι ήταν ήδη εκτεθειμένο στις πεισματικές σταγόνες που δεν έλεγαν να κοπάσουν. Η πόρτα ήταν μισάνοιχτη, το ένα του χέρι κρατούσε το χερούλι και το άλλο το είχε αρπάξει η Στέλλα επιβλητικά με στοργική διάθεση και με διαφορετικές αυτή τη φορά προθέσεις.

–          Τι θέλεις;, της απάντησε ο Παύλος δίχως ίχνος εμπαιγμού ή επιθετικότητας.

–          Κάτσε λίγο.. Αύριο είναι μία δύσκολη μέρα και για τους δύο.. Η φωνή της έχει αποκατασταθεί, η Στέλλα επανήλθε στην Στέλλα των τριάμισι ήδη χρόνων σχέσης, όπως ακριβώς την γνώριζε εκείνος.

–          Δεν μπορώ.. Περίμενα κάτι διαφορετικό ίσως από σένα σήμερα. Μία τέτοια μέρα έπρεπε να ήμασταν μαζί. Και συ επέλεξες να μην είσαι. Δεν μπορώ να συνεχίσω να είμαι στοργικός μαζί σου, απ’ τη στιγμή που διάλεξες εσύ να μην είσαι μαζί μου απόψε. Ειδικά απόψε.. Σ’ αγαπάω. Αλλά τώρα θέλω να μείνω μόνος μου. Αύριο το πρωί θα σε έχω συγχωρέσει, αλλά όχι απόψε. Καληνύχτα Στέλλα.

Ο Παύλος ανασηκώνει το βρεγμένο δεξί του πόδι, που εδώ και ώρα είχε παγώσει και βγαίνει από το αυτοκίνητο. Η Στέλλα αποφάσισε να μην τον δεσμεύσει άλλο. Πρώτη φορά τον έβλεπε έτσι. Φοβήθηκε τη χροιά της φωνής του. Ήταν βαριά σαν σίδερο και βραχνή σαν σκουριασμένη. Τον άφησε να φύγει, χωρίς να έχει καταλάβει ακριβώς το λόγο. Η βροχή σαν μουσική συνοδεία ταινίας δυναμώνει καλύπτοντας πια κάθε πιθανό κενό που επέτρεπε μία κακοδουλεμένη και απρόσεκτη ορατότητα. Δεν τον βλέπει να απομακρύνεται. Κάνει μια γρήγορη επισκόπηση αλλά δεν τον εντοπίζει πουθενά. Σα να εξαφανίστηκε από προσώπου γης. Σαν ξυπνητήρι το πόδι της ξεκίνησε πάλι να τρεμοπαίζει, η ταμπακιέρα μέσα σε λίγα λεπτά είχε ελαφρύνει σε λίγα μόλις γραμμάρια και οι στάχτες έπεφταν με μανία στο σώμα του αυτοκινήτου σε ρυθμό σχεδόν ευθυγραμμισμένο με το ρυθμό της βροχής..

Η επόμενη μέρα είχε φτάσει. Η Στέλλα με την καλύτερή της φίλη και τον Παύλο συναντώνται έξω από την κλινική. Μέσα σε λίγα λεπτά η νοσηλεύτρια ειδοποιεί τον Παύλο πως η Στέλλα ήταν έτοιμη για εισαγωγή και πως θα έπρεπε να περιμένει με την άλλη κοπέλα απ’ έξω. Στον χώρο επικρατούσε χαμός. Μωρά κλαίγανε ασταμάτητα, γυναίκες βογκούσαν απ’ τους πόνους, η αίθουσα αναμονής ήταν γεμάτη από κόσμο. Το ασανσέρ απέναντί τους ανοιγόκλεινε συνεχώς, μαζεύοντας στον περιορισμένο χώρο παραπάνω επισκέπτες απ’ όσους ίσως θα μπορούσε να χωρέσει. Οι μυρωδιά από τις ανθοδέσμες δημιουργούσαν ένα κλίμα ευχάριστο και συγκινητικό για τον περισσότερο κόσμο που είχε συγκεντρωθεί εκεί. Για τον Παύλο ήταν μάλλον ένας πένθιμος συμβολισμός. Η μυρωδιά ενός τέλους, μιας νέας μουδιασμένης αρχής χωρίς χειροκροτήματα, αναφιλητά και ευχαριστίες. Είσοδος, έξοδος. Αυτή ήταν η διαδρομή που περίμεναν ότι θα έκαναν και έτσι έγινε άλλωστε. Μέσα σε δέκα λεπτά η διαδικασία είχε τελειώσει. Η νοσηλεύτρια φωνάζει τον Παύλο ενημερώνοντάς τον πως όλα είχαν κυλήσει ομαλά. Η άμβλωση είχε ολοκληρωθεί. Μετά από λίγη ώρα μπόρεσαν και οι δύο να την επισκεφτούν, ήταν ήδη ξύπνια. Ο Παύλος της έπιασε στοργικά το χέρι περιμένοντας να λάβει μία ανάλογη αντίδραση. Την έλαβε. Η Στέλλα του χαμογέλασε.

–          Δεν ξέρω γιατί αλλά δεν νιώθω τύψεις. Νομίζω πως τελικά ήταν πολύ ώριμη η απόφαση που πήραμε. Δεν γινόταν αλλιώς.. Η Στέλλα ήταν ήρεμη.

Εκείνος γεμάτος κατανόηση της έγνεψε στοργικά. Δύο ώρες της κρατούσε το χέρι μεταφέροντας όση αγάπη και συναίσθημα μπορούσε να συσσωρεύσει σ’ αυτό.

Η Στέλλα επωμίστηκε το μεγαλύτερο μέρος των εξόδων. Σε αντίθεση με τον Παύλο εκείνη εργαζόταν. Ο Παύλος πάλευε με το σύστημα καθημερινά. Με όση αξιοπρέπεια του είχε μείνει, σχεδόν αφυδατωμένος, προσπαθούσε να διεκδικήσει μία θέση εργασίας για να μπορεί να ανταπεξέλθει στις καθημερινές του ανάγκες. Πόσο μάλλον σε περιπτώσεις όπως αυτή που του έτυχε. Ακόμα περισσότερο, σε περιπτώσεις όπως αυτές που θέλεις να κρατήσεις μία ζωή που ήδη είχε αρχίσει να δημιουργείται.

Ο Παύλος πονούσε ακόμα από την χθεσινή βραδιά. Δεν είχε καταφέρει να αποβάλλει από μέσα του τις ανασφάλειες που μέσα σε λίγα λεπτά είχαν ειπωθεί σε κοινή θέα. Τον σταυρό που κουβαλούσε μέσα του τόσα χρόνια, ήρθε το αγαπημένο του πρόσωπο να του τις επιβεβαιώσει. Κατανοώντας όμως την περιπλοκότητα της κατάστασης είχε αρχίσει ήδη να μετατρέπει τον πόνο αυτό σε οργανικό, ώστε κάποια μέρα να μπορέσει να τον αποβάλλει..

Η Στέλλα καθόταν αφημένη στο κάθισμα του συνοδηγού, έτοιμη να επιστρέψει σπίτι για να ξεκουραστεί, ενώ η φίλη της ήταν αυτή που θα αναλάμβανε καθήκοντα θεραπευτικά αυτή τη φορά. Ο Παύλος εξίσου ταλαιπωρημένος κι αυτός, προσπάθησε να μην κάνει εμφανή τη θλίψη του.

–          Θα τα πούμε μετά;

Ο ήλιος έπεφτε πάνω στα μάτια της Στέλλας αναγκάζοντάς την σε άτακτο συνοφρύωμα. Ο Παύλος στάθηκε στο παράθυρο, έσκυψε και της φίλησε τα ταλαιπωρημένα, σκασμένα της χείλη. Η Στέλλα δεν του απάντησε. Έβγαλε το χέρι της απ’ το παράθυρο χαϊδεύοντάς του το μάγουλο, σαν τότε που βρέθηκαν μαζί για πρώτη φορά. Ο Παύλος μεμιάς ένιωσε οι πληγές που είχαν ανοίξει χθες να επουλώνονται σιγά σιγά.

–          Τι είναι; Ρώτησε περίεργος χωρίς να έχει λάβει ακόμα καμία απάντηση στην προηγούμενη ερώτησή του.

–          Συγνώμη. Σε αδίκησα. Έχω περισσότερες τύψεις για όσα σου είπα χθες παρά για όσα έγιναν σήμερα.. Αλλά κατάλαβέ με..

–          Μην ζητάς συγνώμη. Είναι η πρώτη μέρα μετά από καιρό που νιώθω πιο ώριμος από ποτέ. Από αυτά που μου είπες, απ’ όσα ζήσαμε το τελευταίο διάστημα. ΄Ώριμος που κατάφερα να δω πράγματα που με γυμνό μάτι δεν μπορούσα. Την δύναμη που έχει ο συνάνθρωπός μας την ύστατη στιγμή απελπισίας και ανάγκης. Είδα πολλά μέσα από τον πόνο. Και τώρα ξέρω πως είναι. Εσύ ήσουν σε δυσκολότερη θέση από μένα και τώρα γνωρίζεις καλύτερα πως είναι. Κι αυτό είναι μάθημα Στέλλα μου. Τίποτα δεν πέφτει κάτω χωρίς να κάνει θόρυβο. Και τώρα ξέρω κι εγώ. Και οι δύο βιώσαμε τον πόνο, τις τύψεις και την απόρριψη. Την απόρριψη Στέλλα. Κι όσο κι αν πονάμε τώρα, σ’ ευχαριστώ.

Η Στέλλα έδειχνε να καταλαβαίνει ακριβώς τι ήθελε να πει. Δεν το έδειξε όμως. Γιατί ντρεπόταν. Μιας και κατάλαβε πως τις κρισιμότερες στιγμές ενότητας και αλληλεγγύης τον πρόδωσε. Τα συναισθήματα όμως σε τέτοιες καταστάσεις είναι απρόβλεπτα. Έρχονται και παρέρχονται. Δεν άφηνε όμως τον εαυτό της να δει όλα όσα είχε κάνει για εκείνη, μέχρι και τη στιγμή που έφυγαν από την κλινική. ΄΄Κατηγορούσα το Θεό γιατί δεν είχα να φορέσω παπούτσια μέχρι τη στιγμή που είδα κάποιον να προσεύχεται χωρίς πόδια.΄΄. Έτσι φαίνεται να σκέφτηκε η Στέλλα όταν ξύπνησε από τη νάρκωση στο δωμάτιο. Στο διπλανό κρεβάτι ήταν ξαπλωμένη μία κοπέλα, μικροσκοπική αλλά όχι πολύ μικρή ηλικιακά. Είχε καλύψει το πρόσωπό της με τα λαδωμένα μαλλιά της, είχε μαζέψει το σώμα της σε στάση εμβρύου και ήταν μισοσκεπασμένη. Η Στέλλα απόρησε για την ιδιαίτερη πόζα που είχε σχηματίσει μιας και οι υπόλοιπες κοπέλες του θαλάμου είτε κοιτούσαν το ταβάνι σκεπτικές και προβληματισμένες, είτε μιλούσαν με τους επισκέπτες που τις παρηγορούσαν. ΄΄ Ένας θάλαμος με κοινή μοίρα΄΄, διαπίστωσε με θλίψη. Καθώς την περιεργαζόταν εξονυχιστικά, ένα κινητό τηλέφωνο χτύπησε κάτω από τα σεντόνια του κρεβατιού της διπλανής κοπέλας. Ο ενοχλητικός ήχος σφύριζε στα αυτιά όλων, μέχρι που η Στέλλα με όσες δυνάμεις είχε καταφέρει να συγκεντρώσει της είπε:

–          Συγνώμη το τηλέφωνό σου χτυπάει.

–          Δεν με ενδιαφέρει δεν θέλω να το σηκώσω, φαίνεται να είπε κάτω από τις τρίχες που είχαν κολλήσει στο πρόσωπό της.

–          Μα, μπορεί να είναι κάποιος δικός σου άνθρωπος, σήκωσέ το σε παρακαλώ.

Με αργές κινήσεις, καταναγκαστικά το βρίσκει και απαντάει.

–          Πού είσαι; Ναι, στην κλινική είμαι.. Γιατί δεν ήρθες ρε γαμώτο, γιατί να είσαι τόσο απάνθρωπος τελικά; Δεν με ενδιαφέρει, εγώ σε ήθελα εδώ και συ με πούλησες! Δεν τα θέλω τα λεφτά σου, θα στα στείλω πίσω! Δεν θέλω καμία σχέση μαζί σου το καταλαβαίνεις; Καμία! Λίγη στοργή και αγάπη ήθελα, όχι τα λεφτά σου!

Η κοπέλα κλείνει το κινητό και ξεσπάει σε κλάματα. Μία κυρία από το διπλανό κρεβάτι σπεύδει να την ηρεμήσει. Ο θάλαμος είχε ξαφνικά παγώσει, έχοντας όλοι την επιθυμία να εξαφανιστούν από κει με ένα ανοιγόκλειμα των ματιών αν ήταν δυνατό. Η Στέλλα είχε συγκλονιστεί. Ακουμπάει απότομα το κεφάλι της στο μαξιλάρι στρέφει το σώμα της στο πλάι και δάκρυα πλημμυρίζουν το δέρμα της. Μόλις είχε συνειδητοποιήσει τι είχε συμβεί χθες το βράδυ. Η υπολογίσιμη δύναμη που θα την κρατούσε ψύχραιμη δεν ήταν ο ίδιος της ο εαυτός αλλά το άλλο της μισό, όπως χαρακτηριστικά έλεγε. Ναι δεν είχε βρει τα χρήματα που θα τον καθιστούσαν προστάτη και δυνατό σε μια κρίσιμη στιγμή της σχέσης τους. Κι όχι μόνο αυτό αλλά εκείνος μόλις είχε βιώσει και την απόρριψη ενός κοντινού του ανθρώπου. Και αμέσως μετά ήρθε η στιγμιαία απόρριψη απ’ το άτομο που ίσως να ζητούσε κατανόηση, στοργή και αγάπη, όπως άλλωστε προσπαθούσε να δώσει σ’ αυτήν όλο αυτόν τον καιρό. Εκείνη όμως , δικαιολογημένα ίσως, δεν μπορούσε να σκέφτεται μόνο εκείνον, είχε λάβει εδώ και ενάμισι μήνα την πιο κρίσιμη απόφαση της ζωής της. Γι’ αυτό και κατάλαβε ακριβώς τα λόγια του. Γιατί τώρα ήξερε να διακρίνει και να μπορεί να ιεραρχεί με μεγαλύτερη ωριμότητα την θέληση, την προσπάθεια, την αγάπη..

Το αμάξι απομακρυνόταν απ’ το σπίτι του Παύλου. Εκείνος σκούπισε το ιδρωμένο του μέτωπο. Ίσως ήταν ιδρωμένο, ίσως όμως και να ήταν μία έκφραση ανακούφισης μιας απόφασης που ποτέ δεν ήταν σύμφωνη με τα λεγόμενά τους, αλλά αναγκαία.  Ίσως ήταν μία εκδήλωση αποβολής του πόνου που ένιωθε από χθες βράδυ. Ίσως απλά να ήταν τελικά ιδρωμένος..

Η Στέλλα είχε κλείσει τα μάτια αφήνοντας τον αέρα να πέφτει με δύναμη στο πρόσωπό της. Ένα δάκρυ προσπάθησε να γεννηθεί, αλλά ο αέρας είχε τη δύναμη να το εξατμίσει μέσα σε δευτερόλεπτα. Γεννήθηκε χωρίς να καταφέρει να εξυπηρετήσει το σκοπό του. Όπως ακριβώς μία ανθρώπινη ζωή..

Advertisements

Η απομυθοποίηση μιας νυχτερινής εξάρτησης.

Είναι πολλές φορές τα βράδια που κάθεσαι τέτοιες περασμένες ώρες χαζεύοντας εντελώς μηχανικά και αφηρημένα εικόνες απ’ την τηλεόραση με το mute ενεργό, μιας και οι συνομιλίες που θα αντηχούσαν στο χωλ θα ήταν σαν μία ενοχλητική κρεατόμυγα που θα σβούριζε γύρω απ’το κεφάλι μου, απασφαλίζοντας έτσι την βαλβίδα του εγκεφάλου που είναι υπεύθυνη για την ψυχική μου ισορροπία. Διάβαζα στο διαδίκτυο σχολίαζα, δεν είχα κάποια φαεινή ιδέα να αποτυπώσω ψηφιακά απόψε τις σκέψεις μου, τους προβληματισμούς μου ή κάτι που μπορεί να με είχε ενθουσιάσει και να ήθελα να το μοιραστώ. Βέβαια σε όλο το δωμάτιο επικρατούσε μία καλοδουλεμένη ατμόσφαιρα, καθώς  η εσωτερική μου γαλήνη αντικατοπριζόταν στον φωτισμό, στην σιωπή που έτεινε να γίνει απόλυτη, στατική και αμετάβλητη. Σα να είχε σταματήσει ο χρόνος και γω συνέχιζα να ξεπερνάω τη διάσταση του χρόνου όπως την ξέρουμε.

Σ’ αυτό συνέβαλε και η μουσική συνοδεία που τυχαία σκέφτηκα να επιλέξω για το βράδυ αυτό, το soundtrack από την ταινία ΄΄The Proposition΄΄ δημιουργία του Nick Cave και του Warren Ellis. Εντελώς τυχαία επίσης θυμήθηκα πως ο Ψαραντώνης- ο αδερφός του Νίκου Ξυλούρη- είχε πολλά πάρε δώσε με τον Nick Cave. Θετικό παράδοξο πάντως. Έχοντας το κακό χόμπι του καπνίσματος έπιασα να στρίψω ένα τσιγάρο, το οποίο θα έδινε μεγαλύτερο νόημα στην κατασκευασμένη, αόρατη, αφανής κατά τ’ άλλα ατμόσφαιρα. Η συνθήκες αυτές δηλαδή είχαν προσαρμοστεί όπως τα δικά μου μάτια τις έβλεπαν.

Τυχαία λοιπόν πάλι συνειδητοποιώ ξαφνικά ότι μου απέμεινε ένα τελευταίο χαρτάκι για να στρίψω το τσιγάρο μου. Καταλαβαίνετε σ’ αυτές τις περιπτώσεις πως λειτουργεί ένας καπνιστής, σωστά; Είναι ικανός να θυσιάσει την ηρεμία του, να καταστρέψει την γαλήνη που έχτιζε εδώ και ώρα και να κατευθυνθεί προς την έξοδο κινδύνου. Καιρός; Ψύχος. Απόσταση; Δέκα λεπτά δρόμος για το περίπτερο. Διάθεση για δράση; Δεν υπάρχει δεν μπορώ , υπάρχει δεν θέλω. Σε αντίθετη περίπτωση; Δεν υπάρχει περίπτωση!

Εκεί λοιπόν που η καθολική λογική βρισκόταν σε αντιπαράθεση με την δική μου λογική, εντελώς τυχαία θυμήθηκα την ιστορία του Φορτίνο Σαμάνο. Πολλοί από σας θα τον ξέρετε από το τραγούδι του Θανάση Παπακωσταντίνου. Ο Φορτίνο Σαμάνο ήταν Μεξικανός υπολοχαγός του Ζαπάτα, που εκτελέστηκε το 1917 από τον ομοσπονδιακό στρατό. Δευτερόλεπτα πριν τον οδηγήσουν στο εκτελεστικό απόσπασμα, ζήτησε να καπνίσει ένα τσιγάρο. Το τελευταίο του τσιγάρο. Η απόλυτη εναρμόνιση του εσωτερικού του κόσμου στις τελευταίες -αντίστροφες πλέον- ανάσες της ζωής του.

Το τελευταίο τσιγάρο κι εκείνο σκέφτεται:
“Θα γίνω γέλιο να κρυφτώ σε παιδιά που ξεφαντώνουν
ο καιρός θα χάνεται ώσπου κάποιο απ’αυτά
θα φωνάξει “Λιμπερτά!” κι όπως θα κοιτάει τις κάνες
θα βρεθώ στα χείλη του σαν τσιγάρο ξανά…”

Εκείνη τη στιγμή σκέφτηκα να καπνίσω όσο πιο έντονα μπορώ το τσιγάρο μου. Ήξερα πως αύριο θα έχω τη δυνατότητα να κάνω κι άλλο. Όσα θέλω. Δικαίωμα μου δεν είναι; Διχάστηκα όσο να’ναι. Παν μέτρον άριστον όμως, οπότε κι εγώ συνέχιζα να κοιτάω το τσιγάρο που αργόσβηνε, γνωρίζοντας πως αύριο θα είμαι πάλι εδώ, στην ίδια θέση, την ίδια ώρα, με την ίδια μουσική, φτιάχνοντας την ίδια ατμόσφαιρα, για να ολοκληρώσω στο τέλος τις επιθυμίες μου με ένα τσιγάρο.. Ο Σαμάνο άλλωστε έκανε την τελευταία του τζούρα νιώθοντας πλήρης ικανοποίηση για τα λεπτά που  επρόκειτο να ακολουθήσουν. Ας μην γινόμαστε λοιπόν αχάριστοι και πλεονέκτες. Οι σκέψεις τρέχουν και χωρίς αυτούς τους σωλήνες. Και ναι όση ώρα γράφω δεν πήρα ούτε μία ρουφηξιά. Μην ξεχνάμε ότι η πηγή των σκέψεών μας ρέει στο μυαλό και απ’ το μυαλό θα φτάσει στην στοματική μας κοιλότητα. Ας εκμεταλλευτούμε αυτές τις έντονες στιγμές σκέψεων και ας μην μας συνεπαίρνουν συνέχεια οι κακές συνήθειες, οι εθισμοί και οι εξαρτήσεις..

Υ.Γ. Τελικά εκείνο το τσιγάρο το άφησα. Η ατομική λογική υπάκουσε στις προτροπές της καθολικής. Αυτό είχε ως συνέπεια ο εγκέφαλος να λάβει δράση και να καταφέρει να κρατήσει το στόμα μου κλειστό. Μια δική μου ταπεινή και σεβάσμια παραχώρηση προς τιμήν του Σαμάνο. Και η ατμόσφαιρα είναι πλέον ιδανική…

Ira Hayes: Αφήγηση σε πρώτο πρόσωπο.

” Άνθρωποι συγκεντρωθείτε γύρω μου, υπάρχει μια ιστορία που θέλω να σας πω, για έναν νέο, γενναίο Ινδιάνο που πρέπει να θυμάστε καλά, που ζούσε στη γη των Πίμα Ινδιάνων, μία περήφανη και ευγενική ομάδα, που καλλιεργούσε στην κοιλάδα του Φίνιξ, στη γη της Αριζόνας. .”

” Γεννήθηκα στο Σάκατον της Αριζόνα. Γεννήθηκα τελευταίος στην έκτη κατά σειρά γέννα της μάνας μου. Ο πατέρας μου είχε υπηρετήσει στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο. Μας συντηρούσε καλά παρά τις δυσκολίες. Aργότερα ως βετεράνος του στρατού, συντηρούσε την οικογένειά μου καλλιεργώντας βαμβάκι. Ήμουν δύσκολος χαρακτήρας. Δεν μιλούσα πολύ, δεν είχα διάθεση να συμμετέχω σε ότι έκαναν όλοι οι άλλοι. Παρατηρούσα πολύ όμως. Έβλεπα τον πατέρα μου να προσπαθεί συνεχώς για μια καλύτερη ζωή. Στα 9 μου καταφέραμε να νιώσουμε όλοι λίγο πιο άνετα. Μετακομίσαμε στο  Bapchule της Αριζόνας. Στο σχολείο όλοι φλέρταραν και μιλούσαν με τα κορίτσια, εγώ δεν ήμουν τέτοιος άνθρωπος. Δεν λέω, κοίταζα. Μου άρεσαν πολύ να τις χαζεύω. Δεν έκανα ποτέ κίνηση όμως, ήμουν λίγο δειλός. Έτσι με χαρακτήριζαν δηλαδή, νομίζω πως απλά ήμουν ντροπαλός. Και δειλός, ναι. Φαντάσου πως οι κοπέλες ήταν αυτές που με κυνηγούσαν καμιά φορά για ένα φιλί. Δεν ξέρω γιατί, αλλά ένιωθα φόβο, ίσως με κορόιδευαν κι όλας. Τελικά μιλούσα όταν ήθελα να πω κάτι σημαντικό.. Η φλυαρία των φίλων μου με κούραζε μερικές φορές. Αλλά όταν δεν την είχα για μεγάλο διάστημα στ’ αυτιά μου, μού έλειπε κι όλας. Με έλεγαν επίσης διαβαστερό. Ναι, μου άρεσε πολύ να διαβάζω. ΄΄Η γνώση΄΄, έλεγα, ΄΄ είναι δύναμη΄΄. Έτσι δεν είναι; Ήθελα όταν έρθει η ώρα να δουλέψω  να μπορέσω να το κάνω καλά. Όχι για τα μάτια του κόσμου. Για μένα. Κι ας παίρνω τρεις κι εξήντα, δεν με ενδιαφέρει.

Ύστερα όμως ήρθε ο πόλεμος.. Μετά την επίθεση στο Περλ Χάρμπορ σκεφτόμουν σοβαρά να καταταχτώ στους Πεζοναύτες. Ένιωθα πως  η χώρα μου, όχι μόνο είχε δεχτεί άμεση απειλή από τους Ιάπωνες, αλλά με αυτό τον τρόπο απειλούνταν και η ίδια η οικογένειά μου. Εμείς οι Ινδιάνοι έχουμε μάθει να είμαστε περιθωριοποιημένοι. Μας αδίκησαν, μας ξεσήκωσαν από τις εστίες μας, αλλά αυτή τη χώρα την αγαπούσα. Σ’ αυτά τα εδάφη μεγαλώσαμε. Και τώρα ήρθε η ώρα να τα υπερασπιστούμε. Έτσι έλεγα τουλάχιστον. Γιατί μέσα μου ήμουν ένας Αμερικάνος, όπως όλοι οι άλλοι και ήθελα απλά να νικήσουμε και να παραμείνουμε ελεύθεροι.. Άν η πατρίδα μου είναι ελεύθερη και ανεξάρτητη, τότε είμαι και γω.. Έτσι τουλάχιστον έλεγα.. Γιατί εκτός από τις πατριωτικές μου σκέψεις, ο μισθός που θα λάμβανα θα βοηθούσε την οικογένειά μου στο να ορθοποδήσει. Όσο αυτό βέβαια ήταν εφικτό..

Στις 24 Αυγούστου του 1942 κατατάχτηκα στους Πεζοναύτες. Το βράδυ πριν φύγω για την βασική μου εκπαίδευση είχαμε τραπέζι στο σπίτι προς τιμήν μου. Ο αρχηγός της φυλής, μας μίλησε για την γενναιότητα, την αφοσίωση και την τιμή που διακρίνει τη φυλή των Πίμα Ινδιάνων. Ήταν όμορφα εκείνο το βράδυ.. Μετά την βασική εκπαίδευση έκανα αίτηση για το σώμα των αλεξιπτωτιστών. Πήγα πολύ καλά και εκεί. Μετά από πολλές επιτυχημένες, εκπαιδεύσεις και συμμετοχές σε δύο πολέμους, επισκέφτηκα πάλι την οικογένειά μου το Φεβρουάριο του 1945. Καθώς έκανα τις διακοπές μου με τους δικούς μου, με ειδοποίησαν πως το σώμα των αλεξιπτωτιστών διαλύθηκε λόγω υπερβολικού κόστους και έτσι, ήμουν πλέον ένας έμπειρος οπλίτης, έτοιμος να υπερασπιστώ ξανά την πατρίδα..

Τότε ήταν που με κάλεσαν ξανά για δεύτερη φορά να υπηρετήσω. Το Σεπτέμβριο του 1944 ταξίδεψα στη Χαβάη. Μας ειδοποίησαν πως έπρεπε να πολεμήσουμε στο νησί Ίβο Τζίμα. Το Φεβρουάριο του 1945 ξεκίνησε η μάχη.. Την πέμπτη μέρα κι όλας η επιχείρηση είχε στεφθεί με απόλυτη επιτυχία. Ήταν πρωί ακόμα και o διοικητής Τσάντλερ Τζόνσον έδωσε εντολή να τοποθετηθεί η αμερικανική σημαία στην κορυφή του βουνού Σουριμπάχι. Πέντε άνδρες κάρφωσαν εκεί τη σημαία μας..

Η μοίρα όμως μου έπαιξε άσχημο παιχνίδι. Ο υπουργός Ναυτιλίας Τζέιμς Φόρσταλ ήταν εκεί όταν η πρώτη σημαία κυμάτισε για πρώτη φορά στην κορυφή του βουνού. Διέταξε προς κακή μας τύχη να την αντικαταστήσουμε με μία άλλη μεγαλύτερη γιατί την ήθελε για ενθύμιο.. Τότε ήταν που μαζί με άλλους πέντε άνδρες ανεβήκαμε στο Σουριμπάχι και ακολουθήσαμε την εντολή που μας δόθηκε. Εκεί τραβήχτηκε και μια φωτογραφία..

Κάποιοι βρήκαν ευκαιρία να εκμεταλλευτούν ορισμένους ανθρώπους για να διατηρήσουν ακμαίο το ηθικό των Αμερικάνων και για να κάνουν λεφτά.. Πολλά λεφτά.. Όταν γύρισα πίσω όλοι με ρωτούσαν: ΄΄ Εσύ είσαι o Ινδιάνος που ύψωσε τη σημαία στο Ίβο Τζίμα;΄΄Ναι,μας θεωρούσαν ήρωες. ΄΄Γιατί;΄, αναρωτήθηκα.. Τρεις ήμασταν αυτοί που επιβίωσαν και επέστρεψαν πίσω. Έμεινα έκπληκτος όταν με ειδοποίησαν ότι έπρεπε να επιστρέψουμε για να βοηθήσουμε στην αύξηση των εσόδων του κράτους για τις πολεμικές επιχειρήσεις.

Ένιωθα ότι ζούσα ένα εφιάλτη. Μας τριγύρναγαν από πολιτεία σε πολιτεία, από πόλη σε πόλη και όλοι μας αντιμετώπιζαν σαν θρύλους. Τι είχαμε κάνει; Ποιοί ήμασταν εμείς που αξίζαμε όλες αυτές τις τιμές; Όταν πάλεψα να αποδείξω ότι ο Χανκ Χάνσεν ΔΕΝ ήταν αυτός που σήκωσε τη δεύτερη σημαία, όλοι μου είπαν να κλείσω το στόμα μου.. Όλα ήταν ένα ψέμα. Οι χειραψίες, τα χαμόγελα, οι εγκωμιαστικές ομιλίες, τα πάντα. Πώς μπορώ να νιώσω ήρωας όταν από τους 45 άνδρες της διμοιρίας μου μόνο 5 επιβίωσαν, όταν 27 άτομα του λόχου μου από τα 250, κατάφερε να γλιτώσει το θάνατο ή τον τραυματισμό;  Όσοι με αποκαλούσαν ήρωα τους έλεγα δεν είμαι ήρωας, ήρωες είναι εκείνοι που έχασαν τη ζωή τους στη μάχη, που πέθαναν για μια πατρίδα ελεύθερη και τώρα οι οικογένειές τους κλαίνε και πενθούν τα δικά τους παιδιά! Εμείς ποιούς τιμούμε, σε ποιούς αποδίδουμε  αυτές τις τιμές; Σε όσους επέζησαν και είδαν το θάνατο από μακριά; Δεν μου αξίζουν τέτοιες τιμές, σκοπός τους ήταν μόνο να πουλήσουν φρόυδες ελπίδες για να μαζέψουν λεφτά, εκπληρώνοντας τα πολιτικά τους απωθημένα, καταδικάζοντας τη ζωή 6 ανθρώπων για το γενικό συμφέρον των υπόλοιπων εκατομμυρίων Αμερικανών..

Όλοι ήθελαν να γνωρίσουν από κοντά ΄΄τον Ινδιάνο που σήκωσε τη σημαία στο Ιβο Τζίμα΄΄, κερνώντας τον ένα ποτό. Γυρνούσα πίσω στην οικογένειά μου για να απομακρυνθώ από όλη αυτή την ψεύτικη αναγνωρισιμότητα αλλά δεν μπορούσα να κρυφτώ. Το μόνο που ήθελαν είναι να με κερνάνε ποτά! Έτσι έμπλεξα με τον αλκοολισμό. Έπινα για να ξεχάσω. Δεν ήθελα να θυμάμαι ποιος ήταν αυτός που αποκαλούσαν ήρωα. Δεν κατάφερα ποτέ να νιώσω άξιος. Άξιοι ήταν όλοι αυτοί που είχαν μείνει πίσω στο Ίβο Τζίμα και δεν ξαναγυρνάνε πια..

Ένα βράδυ, πίσω στο Σάκατον της Αριζόνας, πήγα να παίξω χαρτιά με τα αδέρφια Βερνόν και Κένεθ. Πίναμε, καπνίζαμε, τζογάραμε, τσακωθήκαμε.. Είχα πιεί πολύ εκείνο το βράδυ. Με βρήκανε νεκρό το πρωί στις 24 Φεβρουαρίου 1955. Πέθανα αλλά όχι σαν ήρωας. Πέθανα για τους άνδρες που χάθηκαν πίσω. Θέλησα να τους επισκεφτώ πιο νωρίς. Ήθελα να απομακρυνθώ από τους ανθρώπους που χειροκροτούσαν εμένα για να επισκεφτώ αυτούς που θα χειροκροτώ εγώ.. Τους πραγματικούς ήρωες.. Μακάρι εκείνος ο άνδρας να μην είχε τραβήξει ποτέ εκείνη τη φωτογραφία..

” Τον έλεγαν Άιρα Χέιζ ο μεθυσμένος, δεν θα μπορεί να απαντήσει πλέον, ούτε ο μεθυσμένος από το ουίσκι Ινδιάνος, ούτε ο πεζοναύτης που πήγε στον πόλεμο…”

Η ιστορία του Άιρα Χέιζ (Ira Ηayes) είναι μία ιστορία που την ανακάλυψα από το ομώνυμο τραγούδι του Johnny Cash ΄΄The Ballad of Ira Hayes΄΄.  H ιστορία του δεν αφορά σε τόσο μεγάλο βαθμό τον πόλεμο και τις συνέπειες που είχε στη ζωή του. Σημαντική είναι η απάρνηση ενός ολόκληρου συστήματος από έναν Ινδιάνο που αγαπάει την πατρίδα του. Ο Άιρα Χέιζ σηκώνει στους ώμους του το σκληρό βάρος της αλήθειας και την υπεράσπισής της μέχρι εσχάτων. Μέσα στις στημένες εξέδρες με το όνομά του να αντηχεί στις πατριωτικές εκδηλώσεις που λάμβαναν χώρα εκείνη τη περίοδο, ο Άιρα ήταν το μοναδικό αδιάψευστο στοιχείο της πραγματικής φύσης των πραγμάτων. Δεν άντεξε το βάρος μιας αναγνωρισιμότητας ωφελιμιστικής, καταναλωτικής, μιντιακής. Έτρεξε να κρυφτεί αλλά η ίδια του η χώρα τον είχε καταδικάσει σε ένα αιώνιο ηρωικό τέχνασμα.  Η μάχιμη πλευρά του τον οδήγησε και στο τέλος της ζωής του. Πέθανε στη δική του προσωπική μάχη για μια ζωή χωρίς ήρωες, χωρίς πρότυπα και επευφημίες…

Η καταναλωτική αναζήτηση της ευτυχίας.

Λένε πως οι γιορτές των Χριστουγέννων που μόλις πέρασαν και γενικότερα οι γιορτές αυτές που συμπίπτουν με την αλλαγή του έτους δημιουργούν ένα κλίμα ευφορίας, αγαλλίασης, συγκίνησης, κατάνυξης, επανατοποθέτησης, απολογισμού κλπ. Σαφώς οι συμπεριφορές και οι απόψεις των ανθρώπων διαφέρουν, το υποκειμενικό στοιχείο είναι αδιαμφισβήτητο. Όπως είχα γράψει και στην πρώτη μου δημοσίευση ένα χρόνο πριν στην ”Κατάθλιψη των εορτών” , οι γιορτές κατά την προσωπική μου εκτίμηση κατασκευάστηκαν δεν δημιουργήθηκαν. Οι όροι δημιουργία και κατασκευή δεν έχουν και τόση μεγάλη διαφορά, εξαρτάται όμως από το περιβάλλον και την πρόθεση της σημασίας που θέλεις να δώσεις. Μιλώντας δηλαδή συγκεκριμένα για τις γιορτές των Χριστουγέννων, με αφορμή τις θρησκευτικές και ιστορικές συγκυρίες, η κατασκευή προϊόντων, αγαθών και εμπορευμάτων με σκοπό το κέρδος είναι αυτό ακριβώς που η ίδια η λέξη εννοεί. Με αφορμή όμως τις θρησκευτικές αποφάνσεις (οι οποίες οδήγησαν στην γιορτή της γέννησης του Ιησού και της ετήσιας εμφάνισης του Άγιου Βασίλη) η σύνθεση μελωδικών μουσικών ήχων στα εορταστικά πλαίσια ή η σύνθεση ενός πίνακα σχετικά με τη γέννηση του θεανθρώπου, αυτό χαρακτηρίζεται δημιουργία. Νόμιμες και αποδεκτές και οι δύο προθέσεις.

Εκείνο που με κάνει βέβαια να απορώ είναι ο υπερβολικός καταναλωτισμός των εορτών. Δεν θα αναφερθώ στις ψυχολογικές προθέσεις του καθενός, δεν είναι κάτι το οποίο δίνει ευχαρίστηση νομίζω. Μία βόλτα στην αγορά με έκανε να γουρλώσω τα μάτια μου και να ζήσω για ακόμα μία φορά τις κοινωνικές αντιθέσεις οι οποίες, με λίγη παρατηρητικότητα, αυτές τις μέρες είναι πιο διακριτές. Είχα σταθεί σε ένα κεντρικό σημείο καπνίζοντας ένα τσιγάρο και παρατηρούσα. Μόνο αυτό. Έκανα μία στάση ανάμεσα στους ανθρώπους που περπατούσαν άναρχα και βεβιασμένα και αποφάσισα να κάνω αυτό που ήμουν σίγουρος πως κανείς γύρω μου εκείνη τη στιγμή δεν σκέφτηκε να κάνει. Αποφάσισα να κοιτάξω γύρω μου. Να βγω σε ένα μίνι συμπέρασμα από  ένα δείγμα ανθρώπων μόλις 15 λεπτών.

Μία γυναίκα σταμάτησε μπροστά μου, γύρω στα 40, κρατώντας με το ένα χέρι γυαλιστερές σακούλες , ενώ με το άλλο προσπαθούσε να μιλήσει στο κινητό λέγοντας : ” Βρίσκομαι στην αγορά, τρέχω και δεν προλαβαίνω άστα. Ε, ναι έχω κάποιες υποχρεώσεις και θέλω να έχω τελειώσει μέχρι το μεσημέρι.” Εκεί ήταν που αναρωτήθηκα. Γιατί; Γιατί να αναλώνεται ένας άνθρωπος στην εκπλήρωση τέτοιων υλικών υποχρεώσεων όταν βαθιά μέσα του εάν γινόταν να τις αποφύγει θα το έκανε στο δευτερόλεπτο; Το λυπηρό είναι πως η υλική ικανοποίηση ίσως και να γεμίζει το κενό των ανθρώπων μέσα τους. Δεν την κατηγόρησα γι’ αυτό που είδα. Απλά αμέσως αναρωτήθηκα πώς γίνεται αυτές οι γιορτές που υποτίθεται ότι αναδεικνύουν και εγκωμιάζουν τα ανθρώπινα συναισθήματα και το αίσθημα αλληλεγγύης μεταξύ των ανθρώπων, αντιθέτως  όλα αυτά εξαγοράζονται με δέκα, είκοσι, τριάντα χαρτονομίσματα…

Πέρα από παρόμοιες περιπτώσεις που συνάντησα μπροστά μου όσο στεκόμουν όρθιος παρακολουθώντας το γνωστό καταναλωτικό κοινωνικό φαινόμενο της εποχής μας σε μία έξαρση, ένας ζητιάνος μου τράβηξε επίσης το ενδιαφέρον. Ναι, είμαι από αυτούς που δεν δίνουν σε όλους χρήματα. Ο συγκεκριμένος όμως κρατούσε πατερίτσες και είχε κομμένο πόδι. Κρατώντας ένα μικρό καλάθι έκανε σταδιακά στάσεις ζητώντας γύρω του ένα κέρμα, οτιδήποτε. Μου φάνηκε πολύ αξιοπρεπής. Φαινόταν ταλαιπωρημένος και άτυχος με την ζωή. Και σίγουρα δεν ανήκε σε κανένα κύκλωμα ζητιανιάς που βλέπουμε κατά καιρούς. Πόσο πρωτότυπη η συνέχεια.. Ο κόσμος τον απέφευγε σαν αδέσποτο σκύλο, άλλαζε ματιά μόλις εκείνος του απηύθυνε το λόγο, απέφευγε στην ουσία την σκληρή πραγματικότητα. Όπως ακριβώς αποφεύγει με ευκολία στο χαζοκούτι αποδεχόμενος την κατάσταση ως έχει, έτσι ακριβώς έμαθε να απομακρύνεται και στις πραγματικές συνθήκες. Απλά αντί να αλλάξει κανάλι στην συγκεκριμένη περίπτωση αλλάζει το βλέμμα του κοιτώντας αλλού.. Αυτές είναι οι καταστάσεις που με απογοητεύουν στις ”γιορτές”. Γιατί για γιορτές μόνο μέσα σε εισαγωγικά μιλάμε. Και δεν ζητάω από κανένα να αλλάξει τον κόσμο. Αυτό δεν γίνεται. Τουλάχιστον ας προσπαθήσει να αλλάξει τον κόσμο γύρω του, τον κόσμο που τον περιβάλλει, τον κόσμο που έχει τη περιορισμένη δυνατότητα να βλέπει μόνο με τα δικά του μάτια.. Για την ιστορία και μόνο, σε αυτόν τον άνθρωπο έδωσα μερικά ψιλά. Με κοίταξε βαθιά στα μάτια και μου είπε δυνατά και καθαρά: ”ευχαριστώ πολύ!” Μπορώ να πω με βεβαιότητα πως ήταν μία από τις ελάχιστες αληθινές και ειλικρινείς απαντήσεις που έλαβα αυτές τις γιορτές. Ίσως γιατί γνώριζα πως αυτό που έδωσα στο ζητιάνο ήταν ότι πολυτιμότερο είχε εκείνη τη στιγμή…

Έχοντας πλέον παρέα μαζί μου εισήλθα σε ένα πολυκατάστημα μετά από παρακίνηση της παρέας για μερικά ”υποχρεωτικά” δώρα.( Δεν βγάζω φυσικά την σκούφια μου απ’ έξω.) Μέσα στην γκλαμουριά των καλλυντικών, των αρωμάτων και των ευγενικών χαμόγελων -επί πληρωμή-, παρατήρησα για άλλη μια φορά, ότι κάτω από τα αστραφτερά πλακάκια και τους φρεσκοβαμμένους τοίχους του καταστήματος, κρύβονταν μόνο καλώδια, αποχετεύσεις, σκουριά και σκοτάδι. Έτσι ακριβώς δείχνουν μερικοί άνθρωποι. Το γεγονός που με έκανε να φτάσω στο σημείο να θέλω να παρέμβω στο σήριαλ της πραγματικότητας που παρακολουθούσα είχε να κάνει με δύο παιδιά.

Δύο παιδιά λοιπόν γύρω στα 15, έφτασαν στο πολυκατάστημα για να πουν τα κάλαντα, την ημέρα των Χριστουγέννων. ”Να τα πούμε;”, ρωτάνε γεμάτα άγχος και ένταση από τον βίαιο ρυθμό καταναλωτισμού μεταξύ των υπαλλήλων και των πελατών. ”Πείτε τα, πείτε τα”, απαντάει μία υπεύθυνη χωρίς καν να δει τα πρόσωπα των παιδιών.” Καλήν εσπέραν άρχοντες,κι αν είναι ορισμός σας…” Περιμένοντας να δω την εξέλιξη της σκηνής αυτής, μόλις τα παιδιά τελείωσαν τα κάλαντα γυρνάει η υπεύθυνη και τους λέει: ”Έχετε ψιλά; Πολλά ψιλά;” ”Έχουμε αλλά είναι πολλά δεν μπορούμε να τα μετρήσουμε τώρα”, απαντάνε τα παιδιά νιώθοντας την απειλή ενός μεγαλύτερου που κάτι θέλει από αυτά. ”Παιδιά χρειαζόμαστε ψιλά στο μαγαζί για βγάλτε τα να τα μετρήσουμε”. Τα παιδιά αμήχανα τοποθετούν πάνω σε ένα πάγκο πολλά κέρματα έτοιμα για ”διαχείριση”. Η υπεύθυνη ξεκινάει να μετράει ενώ τα παιδιά είχαν κάνει κύκλο γύρω της γιατί έβλεπαν πως κάτι που με κόπο είχαν κερδίσει ίσως να γίνονταν καπνός. ”45 ευρώ, Μαρία δώσε τους 50”, φωνάζει σε μία συνάδελφο η υπεύθυνη δίχως να γνωρίζει κανείς εάν ήταν όντως τόσα ή περισσότερα. Δίνει δύο χάρτινα των 20 και ένα των 10 στα παιδιά χαιρετώντας τα με τη φράση ” και του χρόνου”. Τα παιδιά μέσα σε λίγα λεπτά δεν ήξεραν τι είχε συμβεί. Γιατί πολύ απλά δεν είχε σημασία το ποσό που κέρδισαν. Ή αν ήταν 40, 50, 100 ευρώ. Αξία γι΄ αυτά τα παιδιά είχε η προσπάθεια που κατέβαλλαν για να κερδίσουν αυτά τα ψιλά. Μία διαδικασία προσπάθειας για να βγάλουν τα πρώτα τους χρήματα. Έστω κι έτσι… Φεύγοντας το ένα παιδί, κρατώντας στα χέρια του τα τρία χαρτονομίσματα, γύρισε και κοίταξε για τελευταία φορά τα ψιλά στον πάγκο, τα ψιλά που είχε στην τσέπη του από το πρωί και πρόσεχε μην του πέσουν, μην του τα κλέψουν..

Το θέμα λοιπόν δεν είναι η αξία του δώρου που θα πάρεις, η ποιότητα, το μέγεθος, η λαμπρότητα που θα το κάνει να ακτινοβολεί. Σημασία έχει μαζί με το δώρο που θα πάρεις να δώσεις και μία μεγάλη, ζεστή αγκαλιά συνοδευόμενη από μία ευχή για καλύτερα χρόνια, για περισσότερη ευτυχία στη ζωή που περνάει κρίση. Ας επενδύσουμε στα συναισθήματά μας γιατί αυτά δημιουργούνται, δεν κατασκευάζονται…

Εφηβικές σημειώσεις ενός ημερολογίου…

Τα χιλιόμετρα δεν υπολογίζονται εύκολα από τον ανθρώπινο νου. Η κατανόηση της απόστασης είναι αυτή που αριθμείται έντονα. Μας ξυπνάει το αίσθημα και τη συνειδητοποίηση της ξενιτιάς. Αναγνωρίσιμο είναι το γεγονός ότι πολλά πράγματα λειτουργούν καλύτερα σε χώρους που δεν θεωρούμε δικούς μας. Η άγνωστη μυρωδιά της γης ανοίγει διάπλατα τα πνευμόνια και η ηδονή της ηρεμίας είναι μοναδική.  Η επαφή με ξένους, άγνωστους εξωτερικούς χώρους προκαλεί ανατριχίλα. Νιώθεις σαν τον πρώτο άνθρωπο πάνω στη γη που έχει την ανάγκη να διαπιστώσει ότι αυτό που βρίσκεται μπροστά του και θαυμάζει είναι αληθινό. Εκστασιάζει τη σκέψη και την οδηγεί σε ανθρώπινες πλασμένες ιστορίες με αμείωτο το ενδιαφέρον.  Το μυαλό κοσκινίζει και φιλτράρει όλες τις αυτοδημιούργητες ιστορίες και τις κατατάσσει στην κατηγορία ΄΄οι πιο ενδιαφέρουσες΄΄. Συνδυάζει λοιπόν το μυαλό, την εικόνα καθ’ αυτή, και την εικόνα την πλέον επιθυμητή.  Η πρόθεση του ανθρώπου να βρίσκεται σε ένα συγκεκριμένο εξωτερικό χώρο, μίας ξένης, απομακρυσμένης χώρας αποτελεί την πλέον αναμφισβήτητη παρουσία του εκεί.

Έτσι είναι η ξενιτιά. Η χρονική και αριθμητική απόσταση δύο χωρών. Η διαφορά έγκειται και στην ποικιλία των χρωμάτων, των ανισόρροπων συνδυασμών υλικών πραγμάτων και έμβιων όντων.  Είναι ένα άλλο σύμπαν η ζωή σε ξένα και άγνωστα εδάφη. Αγαπάς τον τόπο που γεννήθηκες και λατρεύεις τον τόπο που τώρα ζεις. Νοσταλγείς τις ασπρόμαυρες, ξεθωριασμένες αναμνήσεις του παρελθόντος, σε πιάνει φόβος με τη σκέψη του αποχωρισμού της σημερινής γης. Της γης του δικού σου παρόντος. Φωτογραφίζεις καθημερινά στιγμές της ζωής και ύστερα τις συνθέτεις σε ένα αξιόλογο συλλεκτικό παζλ. Η ευτυχία και η ζωή τοποθετημένες σε ένα υλικό κομμάτι χαρτιού.  Μία υλική υπόσταση αναδεικνύει το πώς είχαν τα πράγματα -μέχρι και τώρα δηλαδή- στις ευτυχισμένες στιγμές της ζωής και κυρίως πώς θα ήθελες να είναι κάθε μέρα. Ίσως όχι με φόντο το ίδιο μέρος ή το ίδιο πρόσωπο. Η επιθυμία αυτή παρατηρείται κυρίως στην διατήρηση της ίδιας αίσθησης της ευτυχίας. Δεν απαιτούνται διατριβές και έρευνες για να το νιώσει κανείς αυτό. Αρκεί μία αντίδραση που θα προκληθεί σε συγκεκριμένη χρονική στιγμή, με συγκεκριμένο αριθμό ατόμων και -το πιο σημαντικό- συνήθως απροσδόκητα.

Ο χώρος που ζεις, το περιβάλλον που βρίσκεσαι, το οριοθετημένο κομμάτι γης στο οποίο βιώνεις τη ζωή σου, είναι απλώς η βάση της δημιουργίας. Τα εφόδια που αναφέρθηκαν είναι απλά μία κινητήρια εσωτερική δύναμη. Εφόσον ο άνθρωπος τα συνειδητοποιήσει όλα αυτά, είναι πλέον σε θέση να πάρει τα κατάλληλα χρώματα και να αρχίσει έτσι να ζωγραφίσει τη ζωή του. Δε μένει παρά να θέσει σε εφαρμογή αυτή την κινητήρια δύναμη και να αρχίζει, πρακτικά πλέον, να δημιουργεί σε όλες τις φάσεις, σε όλα τα ανθρώπινα επίπεδα. Η ευτυχία μέσα σε όλο αυτό το σύνολο κατακτιέται και με την προσωπική προσπάθεια του καθενός. Η αντίδραση για την αίσθησή της απροσδόκητα διαφέρει από την αίσθησή της ύστερα από εσωτερική πάλη και προσπάθεια ωσότου φτάσει στο επιθυμητό αποτέλεσμα, στην πραγμάτωση των στόχων. Η δυστυχία είναι ένα κομμάτι της ζωής που δεν συνίσταται να συζητιέται, παρά μόνο να αποφεύγεται. Έτσι είναι λοιπόν κάποιες από τις απειροελάχιστες φάσεις της ζωής. Μίας ζωής διασπασμένης σε αναμνήσεις δύο ζωών. Ένα όνειρο μπορεί να αντικαταστήσει την πραγματικότητα. Αρκεί το όνειρο να μην μετατραπεί στο χειρότερό μας εφιάλτη. Η μετάβαση -θεωρητικά τουλάχιστον- από πραγματικότητα σε όνειρο και ύστερα σε εφιάλτη έχει μία λογική ροή. Αν όμως η πραγματικότητα μετατραπεί σε εφιάλτη; Και ακόμα χειρότερα: Αν πιστέψουμε ότι ο εφιάλτης αποτελεί μία βέβαιη ψευδαίσθηση; Τότε;

 

Ατενίζοντας το μέλλον…

Βγήκα στο μπαλκόνι κρατώντας στο δεξί μου χέρι μια φλυτζάνα διπλού ελληνικού καφέ και στο αριστερό μία άσπρη πλαστική καρέκλα και με δυσκολία έχω σφηνώσει κάπου εκεί ανάμεσα κ τον καπνό μου προκειμένου να ξεκινήσει η πρωινή ιεροτελεστία του καφέ. Εάν είχα βέβαια έναν αργιλέ θα ήταν επίσης ένα τονωτικό πρωινό. Ξαναμπαίνω μέσα, φέρνω λίγο χαρτί να σκουπίσω την σκονισμένη καρέκλα και κάθομαι αναπαυτικά ατενίζοντας κάτι το κλασσικό, το συνηθισμένο. Δύο μεγάλες πολυκατοικίες απέναντι μου και μπροστά τους να ορθώνεται ένα παλιό σπίτι το οποίο είχε ένα πανέμορφο κήπο από διάφορα κηπευτικά ενώ ζήλεψα υπερβολικά τις φορτωμένες λεμονιές που δεν άντεχαν το ίδιο τους το βάρος και ξεφορτώνονταν σιγά σιγά ότι με μεράκι είχαν γεννήσει. Αυτό που σκέφτηκα ήταν λίγο τραγικό καθώς τα λεμόνια που έπεφταν με δύναμη στο χώμα σάπιζαν αργά και βασανιστικά, ποτέ όμως η ίδια η λεμονιά δεν τα παράτησε συνεχίζοντας απτόητη την δημιουργία τους. Κοιτώντας στο δρόμο παρατήρησα πολλά παιδιά τριγύρω, γονείς να έρχονται να τα αφήνουν και μετά από λίγες ώρες να επιστρέφουν και να τα παίρνουν. Είχε πολλή κίνηση: μία σχολή καράτε, ένα φροντιστήριο αγγλικών, λίγο πιο πέρα ένα δημοτικό σχολείο, ένα γυμναστήριο… Καλή γειτονιά, ήσυχη, σκέφτηκα. Η πολυκατοικία βρισκόταν σε ανηφορικό σημείο οπότε κατάφερνα και αντίκριζα λίγο θάλασσα, αλλά ο ουρανός είχε την τιμητική του στα μάτια μου μιας και ανοιγόταν διάπλατα μπροστά μου, ήταν για μένα κάτι το εντυπωσιακό μέσα σε μια πόλη. Μέχρι εκείνη τη στιγμή τίποτε δεν με είχε κάνει βγω σε κάποιο είδους συμπέρασμα ή να υποθέσω ότι όλα αυτά τα ερεθίσματα μπορεί να σήμαιναν κάτι να είχαν κάποιο είδος αξίας μέσα μου. Κάποια στιγμή δίψασα και θέλησα να μπω μέσα να πιω λίγο νερό, ο καφές μού είχε φέρει λίγο ζέστη, ήθελα να δροσιστώ. Εκεί ήταν το σημείο που σταμάτησα απότομα μόλις αντίκρισα το σαλόνι, την κουζίνα, την εξώπορτα.

Η καινούρια ζωή που ξεκίνησα είχε σαφώς το τίμημά της. Αυτό κατάλαβα. Σε αυτό το σπίτι ο άνθρωπος που θα ανοίγει την πόρτα είμαι εγώ. Θα νοσταλγώ τις στιγμές που στο πατρικό μου άκουγα το κλειδί να μπαίνει στην πόρτα και να προσπαθώ απ’το μέσα δωμάτιο που βρισκόμουν να καταλάβω ποιός είναι… ΄΄Είναι ο πατέρας μου; Μπα αυτός κλείνει την πόρτα πίσω του χρησιμοποιώντας πάντα το κλειδί Αθόρυβος όπως πάντα… Η αδερφή μου είναι σίγουρα αφού βαράει την πόρτα πίσω της λες και θέλει να ξυπνήσει όλη τη γειτονιά… Ακούω κάτι κλειδιά αλλά δεν ανοίγουν την πόρτα, πάλι η μάνα μου έβαλε τα κλειδιά μέσα στις τσάντες με τα ψώνια απ’το σούπερ μάρκετ και τα ψάχνει…΄΄Δεν ήξερα ότι θα μου λείψει κάτι τέτοιο… Βγαίνοντας πάλι στο μπαλκόνι πάντα έκανα λίγο μπροστά το κεφάλι απ’το διαχωριστικό μπας και κάθεται στη βεράντα κανένα απ’τα ξαδέρφια μου και πιάσουμε την κουβέντα… Πόσο αστείο πραγματικά, δεν βρισκόμασταν ποτέ σ’ένα σπίτι αλλά τα λέγαμε όλα πάντα απ’το μπαλκόνι. Ξυπνάω επίσης το πρωί και δεν λέω να σηκωθώ ίσως γιατί περιμένω να με ξυπνήσει η αδερφή μου με το πιάνο που ξεκινάει απ’τις 7 και μου σπάει κάθε φορά τα νεύρα… Ναι αλλά μετά θα κάτσουμε να πιούμε καφέ, να κάνουμε ένα τσιγάρο…

Επιστρέφω στην συντροφιά του καφέ ανάβοντας το φίλο μου και ρουφώντας τον με δύναμη και νοσταλγία. Ξέσπασα σ’αυτόν εκείνη τη στιγμή αλλά ήξερα και ξέρω καλά μέσα μου πως ένα νέο ξεκίνημα δημιουργεί πάντα ενθουσιώδεις κινήσεις, η απόφαση πάρθηκε μετά από αισιόδοξες σκέψεις οπότε το στάδιο της σύγκρισης ή της έλλειψης απροσδόκητα αγαπημένων πραγμάτων μόνο καλό μου προσέφεραν. Κοιτάζοντας πάλι τις πολυκατοικίες, τους δρόμους, τα παιδιά, τον ουρανό, τη θάλασσα…. Ήξερα πως ήμουν απόλυτα ευθυγραμισμένος με την μοίρα μου και πως βρισκόμουν στο σωστό μέρος με όλες αυτές τις νέες προοπτικές να μου ζητάνε να τις ανακαλύψω και να τις επισκεφτώ…

Ιδεολογική καριέρα με ένα στοίχημα χαμένο

Το δωμάτιο είναι γεμάτο καπνό, ένα γκρίζο περιβάλλον που έχει προ πολλού σκεπάσει τους ξεθωριασμένους σοβάδες του μικρού δωματίου με το στρογγυλό τραπέζι. Η ατμόσφαιρα είναι αποπνικτική, ενώ τα τσιγάρα δεν λένε να σβήσουν έχοντας γεμίσει το τασάκι γκρίζες στάχτες οι οποίες έχουν ήδη αρχίσει να επεκτείνονται διάσπαρτα στην ψυχρή επιφάνεια του τραπεζιού. Τρεις κάφτρες διακρίνονται, η μία στα δεξιά, η άλλη στο κέντρο και η τελευταία στα αριστερά. Επαναλαμβάνουν τις ίδιες μονότονες σπασμωδικές κινήσεις χωρίς ίχνος πρωτοτυπίας ή εναλλαγής. Καμιά φορά η μία από αυτές χάνεται μέσα στο αχανές σύννεφο αλλά μέσα σε ένα λεπτό μία φλόγα της δίνει πάλι ζωή για να συνεχίσει το ανθυγιεινό έργο της. Όσο περνάει η ώρα οι κάφτρες χάνουν τη σταθερή πορεία τους και αρχίζουν να τρεμοπαίζουν, φαίνονται αγχωμένες, ανήσυχες και ενίοτε κάνουν χορευτικούς κύκλους απομακρύνοντας για μια στιγμή την επιθετική, μουντή τοπική ατμόσφαιρα. Η πόρτα ανοίγει απότομα και μία αναστάτωση προκαλείται, το σύννεφο καπνού απομακρύνεται μανιωδώς έξω απ΄το δωμάτιο μη μπορώντας ακόμα και το ίδιο την κυριαρχία του στο χώρο. Ένας άντρας, γύρω στα 50, ψηλός, εμφανίσιμος, καλοστεκούμενος , φορώντας ένα σακάκι κοτλέ και μια κακοδεμένη ριγέ σκούρα γραβάτα εισέρχεται επιθετικά μέσα, κρατώντας ένα μπλε φάκελο ο οποίος περιείχε ένα σωρό χαρτιά, ανάκατα έτοιμα να πέσουν κάτω. Η ατμόσφαιρα άρχισε να καθαρίζει εμφανίζοντας απ’το πουθενά τρεις σκιές οι οποίες φάνηκαν να παίρνουν σταδιακά ανθρώπινη υπόσταση μόλις το οξυγόνο έπιασε δουλειά αποστειρώνοντας το χώρο. Μόλις ολοκληρώθηκε η μετάβαση αυτή, τρεις άνδρες ήταν  καθισμένοι σε πλαστικές μαύρες καρέκλες με το κεφάλι κατεβασμένο προς τα κάτω με τέτοιο τρόπο ώστε θα νόμιζες πως  υπέφεραν απ’το πόνο και αναγκάστηκαν να επιστρατεύσουν τους φιλοσοφικούς όρους της νιρβάνα για να επουλώσουν τις πληγές τους.Ο κύριος με το φάκελο έκλεισε αθόρυβα την πόρτα και στάθηκε μπροστά τους, δεν υπήρχε καρέκλα να κάτσει. Άνοιξε το φάκελο, έψαξε μέσα στο χάος των γραφειοκρατικών του αναφορών να βγάλει μια άκρη και σύντομα κοίταξε και τους τρεις με μια απορία.  Άρχιζε να μοιράζει  στον καθένα μία λευκή κόλλα και μία κόλλα αναφοράς  με τις οδηγίες να είναι ξεκάθαρες. Η διαδικασία κύλησε ως εξής: Θα απαντούσαν σε δύο απλές ερωτήσεις, όμοιες για όλους, μια διαδικασία την οποία δεν γνώριζαν…

  • (Τάσος) 1η ερώτηση: Σε ποιόν ιδεολογικό χώρο τοποθετείς τον εαυτό σου;

Απάντηση:Θεωρώ τον εαυτό μου κομμουνιστή. Υπάρχει ανάγκη για μια άλλη μορφή εξουσίας, τη Λαϊκή Εξουσία, η οποία θα έχει σοσιαλιστικό χαρακτήρα. Πιστεύω πως στο κοντινό μέλλον θα ανατραπεί το υπάρχον σύστημα παίρνοντας οι τάξεις και τα κοινωνικά στρώματα την εξουσία στα χέρια τους , η αποκαλούμενη δηλαδή εργατική τάξη, που πλήττονται απ’την πολιτική των μονοπωλίων, η οποία θα αντισταθεί και θα ανατρέψει τον ιμπεριαλισμό και τον καπιταλισμό ες αεί. Η κοινωνία αυτή θα οργανώσει την οικονομία προς όφελος του λαού, θα κοινωνικοποιήσει τα βασικά μέσα παραγωγής και θα οργανώσει τους μικροπαραγωγούς σε συνεταιρισμούς οι οποίοι θα αντιταχθούν στις αδυσώπητες πολιτικές της Ε..Ε και του ΝΑΤΟ. Δεν σταματάω να πιστεύω στους αγώνες που έχουμε κάνει και θα είμαι εκεί πάντοτε να τους υποστηρίζω.

2η Ερώτηση: Στη συνέχεια θα κριθείτε για τα προσόντα και τις δεξιότητές σας ανεξάρτητα από τις ιδεολογικές σας πεποιθήσεις. Πιστεύετε πως θα μπορέσετε να ανταποκριθείτε;

Απάντηση: Θεωρώ πως έχω δώσει ήδη πολλούς αγώνες υπερασπίζοντας τις ιδέες μου, έχω αποκτήσει εμπειρία στο να επιμένω σε κάτι το οποίο μπορεί να με οδηγήσει στα άκρα, ξέρω να χειρίζομαι το λόγο μου, θέλω να αποκτήσω εργατικά δικαιώματα και να αρχίσω σταδιακά να συνεισφέρω πρακτικά στο κοινωνικό σύνολο για να μπορώ και μόνος μου να διεκδικώ με περισσότερο σθένος αυτά που μου αναλογούν.

  • (Γιώργος) Ερώτηση 1ηΣε ποιόν ιδεολογικό χώρο τοποθετείς τον εαυτό σου;

Απάντηση:Δεν θέλω να τοποθετήσω τον εαυτό μου απαραίτητα σε κάποιο ιδεολογικό χώρο, θεωρώ πως είναι άτοπο. Αυτό που υποστηρίζω είναι πως οι Έλληνες πρέπει να διεκδικήσουν τις θέσεις που τους αξίζουν στη χώρα. Το προνόμιο δηλαδή του πολιτεύεσθαι να ασκείται αποκλειστικά απ’τους ομοεθνείς μας, καθώς και τα δημόσια αξιώματα και οι πολιτικές θέσεις να είναι κατειλημμένες μόνο από Έλληνες. Θεωρώ επίσης πως θα πρέπει να αναβαθμιστεί η εκκλησιαστική παιδεία και να δοθεί βάση στις Ελληνορθόδοξες αρχές και ιδανικά. Τέλος να πω πως πρέπει κάποια στιγμή να απελαστούν όλοι οι λαθρομετανάστες έτσι ώστε να μπορούμε εμείς να διεκδικούμε μία θέση στο δημόσιο ή στον ιδιωτικό τομέα, μειώνοντας έτσι την ανεργία, απομακρύνοντας τα  ξένα εργατικά χέρια. Δεν έχω να πω κάτι παραπάνω σ’ αυτό.

2η Ερώτηση: Στη συνέχεια θα κριθείτε για τα προσόντα και τις δεξιότητές σας ανεξάρτητα από τις ιδεολογικές σας πεποιθήσεις. Πιστεύετε πως θα μπορέσετε να ανταποκριθείτε;

Απάντηση: Φυσικά και το πιστεύω αυτό, είμαι Έλληνας και γνωρίζω πολύ καλά πώς να αντιμετωπίζω δύσκολες καταστάσεις, είτε αυτό έχει να κάνει με την εργασία μου είτε με το Έθνος, οπότε θεωρώ πως μπορώ να ανταποκριθώ σε κρίσιμες στιγμές και σε έκτακτα περιστατικά.

  • (Παύλος) 1η ΕρώτησηΣε ποιόν ιδεολογικό χώρο τοποθετείς τον εαυτό σου;

Απάντηση: Ανήκω στον αντιεξουσιαστικό χώρο, είμαι φανατικός υποστηρικτής μιας δράσης με χαρακτήρα αντιθεσμικό, προάγω την ελευθερία και ονειρεύομαι ένα κόσμο χωρίς κοινωνικές και οικονομικές ανισότητες. Τοποθετώ απέναντί μου όχι τους ληστές των τραπεζών στο όνομα της φτώχειας, αλλά την καθημερινή ληστεία των τραπεζικών συστημάτων σε βάρος των ασθενέστερων κοινωνικών τάξεων. Αγωνιζόμαστε για μία αντιεξουσιαστική και αταξική κοινωνία που θα στηρίζεται στην αμοιβαία εθελοντική συνεργασία μεταξύ των μελών της.

2η Ερώτηση: Στη συνέχεια θα κριθείτε για τα προσόντα και τις δεξιότητές σας ανεξάρτητα από τις ιδεολογικές σας πεποιθήσεις. Πιστεύετε πως θα μπορέσετε να ανταποκριθείτε;

Απάντηση: Ναι, πιστεύω πως μπορώ να ανταποκριθώ, αυτό θα το δείτε και εσείς στην πράξη.

Ο νεαρός στην αριστερή πλευρά λεγόταν Τάσος. Ήταν κομμουνιστής  απ’τα γεννοφάσια του όπως συνήθιζε να λέει γεμάτος αυτοπεποίθηση. Ο Γιώργος ήταν ο τύπος στη μέση. Ακροδεξιός, φλέρταρε υπερβολικά με τον εθνικοσοσιαλισμό, νοσταλγός του φασισμού και των απολυταρχικών καθεστώτων. Ο τρίτος ήταν ένας αναρχικός ο Παύλος, ένα μέλος του αντιεξουσιαστικού χώρου.

Οι ερωτήσεις απαντήθηκαν και οι σελίδες παραδόθηκαν στον κύριο με τη γραβάτα. Έριξε μια γρήγορη ματιά και ζήτησε από τον Τάσο να τον ακολουθήσει. Έξω απ’το δωμάτιο ένα σμήνος ανθρώπων φώναζε στο τηλέφωνο, υπέγραφε παραμιλώντας χαρτιά, χαμογελούσε σε πελάτες, έκανε ουρά στον ψύκτη για νερό, έδενε τα κορδόνια του για να πάρει μια ανάσα απ’ τη βαβούρα και έφευγε γρήγορα καθώς σχολούσε, εφαρμόζοντας το σακάκι του και κλείνοντας συγχρόνως ανισόρροπα  τον χαρτοφύλακα. Ο Τάσος παραξενεύτηκε απ’την ανθρώπινη χάβρα. Οδηγήθηκε σε ένα γραφείο στο οποίο η ησυχία αρμονικά επανήλθε και του ζητήθηκε να καθίσει. Ένας κύριος, έχοντας αφήσει προ πολλού τα εξήντα χρόνια ζωής είχε αρχίσει ήδη να διαβάζει τις απαντήσεις που ο υποψήφιος  είχε δώσει. Με γυαλιά αυξημένης πρεσβυωπίας, ακουμπισμένα χαμηλά στη μύτη τον κοίταξε λοξά και λίγο αργότερα του λέει: ΄΄ Όλοι θα απορείτε γιατί να απαιτήσω να μου γράψετε περιληπτικά τις ιδεολογικές σας θέσεις αντί να σας εξετάσω αξιοκρατικά, με βάση τις δεξιότητές σας, σωστά; Ήθελα να κάνω ένα μικρό πείραμα για την θέση που άνοιξε και ομολογώ πως ήδη τα αποτελέσματα είναι ενθουσιώδη. Αρχικά, θα σας πω πως όλοι κάνατε το πρώτο μεγάλος λάθος. Δεχτήκατε να απαντήσετε σε ένα φυλλάδιο που σας κρίνει ιδεολογικά, κομματικά και όχι με βάση τις σπουδές σας, τις γνώσεις σας ή την προϋπηρεσία σας. Σωστά;΄΄Ο Τάσος σπεύδει να του απαντήσει: ΄΄ Κοιτάξτε το ζητούμενο είναι πως εγώ ήθελα απλά να αποδείξω…΄΄ —Μην προσπαθείτε να δικαιολογηθείτε σας καταλαβαίνω. Αυτό βέβαια δεν σας κρίνει για τη θέση εργασίας που έχει ανοίξει. Η δουλειά λοιπόν έχει ως εξής. Λόγω των δύσκολων εποχών που διανύουμε και γενικότερα της οικονομικής κρίσης που έχει ξεσπάσει τον τελευταίο καιρό, αποφασίσαμε να δημιουργήσουμε μία θέση που θα έχει να κάνει με την απόλυση των εργαζομένων. Δηλαδή θα σας δίνουμε εμείς μία λίστα με το προσωπικό που πρόκειται δυστυχώς να χάσει τη δουλειά του και εσείς θα καλείτε τους υπαλλήλους στο γραφείο σας, κάνοντας λιγότερο οδυνηρή την είδηση της απόλυσης. Κι αυτό γιατί δεν θα θέλαμε να είχαμε περιπέτειες με τα δικαστήρια. Θα σας κάνουμε αρχικά μία μικρή εκπαίδευση στο πώς να απαλύνετε τον πόνο των εργαζομένων στο άκουσμα της απόρριψης και πώς θα τους κάνετε να πιστέψουν πως μία φυγή από ένα εργασιακό χώρο ρουτίνας και μηδενικών προοπτικών μπορεί να αποτελέσει ευκαιρία για αναζωογόνηση και δημιουργία  νέων στόχων. Πώς σας φαίνονται όλα αυτά;, είπε ο υπερβολικά κουστουμαρισμένος ηλικιωμένος. Ο Τάσος σκέφτεται, τον κοιτάει αμήχανα και χωρίς να έχει συντάξει κάποια σοβαρή πρόταση στο μυαλό του λέει: ΄΄ Απ’ τη στιγμή που κατάλαβα το νόημα του πειράματός σας δεν πρόκειται να πέσω στην παγίδα και να αρνηθώ αυτή τη δουλειά. Θα συνεχίσω να πολεμάω για κάτι γουρούνια σαν και σας, εάν χρειαστεί να χάσω τη δουλειά μου θα το κάνω, αλλά δεν πρόκειται προς το παρόν να αρνηθώ..΄΄ Ο γέρος κοίταξε χαμογελώντας τον Τάσο, αυτός ανταπόδωσε το χαμόγελο χωρίς να γνωρίζει πως ουσιαστικά έπεσε στην παγίδα του εργοδότη, ο οποίος έλαβε μία ατέλειωτη ικανοποίηση για όλους αυτούς που πολεμούν εναντίον του, για τις συνθήκες εργασίας που έχει επιβάλλει. Το ίδιο συνέβη και στη συνέχεια με το Γιώργο και τον Παύλο. Οι απαντήσεις που ακούστηκαν ήταν πάνω κάτω οι εξής: ΄΄ Θέλω οι συμπολίτες μου να δουλεύουν ξέρετε.. Όμως το πρόβλημα δεν το έχω με εσάς αλλά με αλλοεθνείς που θα μπορούσαν να μου πάρουν τη δουλειά μέσα στην ίδια μου τη χώρα. Ή ακόμα και τους Έλληνες που τους υποστηρίζουν. Θέλω να συνεισφέρω στον αγώνα για μια Ελλάδα με πολίτες τους Έλληνες, γι’αυτό άλλωστε σε ένα πόλεμο θα υπάρξουν και θύματα… Ας είμαι λοιπόν εγώ αυτός που κάποια στιγμή μπορεί να ευχαριστούν και εγώ αυτός που θα τους εξιλεώσει..΄΄ Η τελευταία άποψη για το είδος της εργασίας που θα αναλάμβαναν ήταν η εξής: ΄΄ Θα ήθελα μια δουλειά στην οποία να μπορώ να απολύω συγχρόνως  υψηλά υφιστάμενα πρόσωπα με φουσκωμένους τραπεζικούς λογαριασμούς. Θα ήθελα κάποια στιγμή στο μέλλον να επικρατήσει μία μικρή Μαριναλέντα εδώ μέσα. Μπορεί να μην γίνεται αλλά αν γνωρίζω ότι έχω περιθώρια εξέλιξης σαφώς και θα ήθελα να το προσπαθήσω…΄΄

Είχε βραδιάσει, ο ηλικιωμένος εργοδότης βρισκόταν σπίτι του καθισμένος σε ένα μεγάλο, μαύρο, δερμάτινο καναπέ. Πληκτρολογεί έναν αριθμό στο κινητό του τηλέφωνο, η άλλη γραμμή απαντάει και αμέσως τον πιάνει ένα βραχνό, άρρωστο, δυνατό γέλιο. Μόλις ηρέμησε λέει στην άλλη γραμμή του τηλεφώνου: ΄΄ Η μέρα σήμερα αγαπητέ μου ήταν συγκλονιστική. Τρία στα τρία που λέμε! Θα τους προσλάβω τελικά και τους τρεις, έχω εντολή να αντιμετωπίσω αυτό το ψυχανώμαλο  πρότζεκτ πολύ προσεκτικά, για να μην δημιουργηθούν ταραχές και ξεκινήσουν πάλι τις καταλήψεις τους, με τα κωλοαιτήματά τους… Ναι, σωστά τα λες. Βέβαια, μα αυτός είναι ο σκοπός, ποιος θέλει να δημιουργήσει φοβίες και συνθήκες τρόμου στο προσωπικό που θα παραμείνει;΄΄ Βάζει τα πόδια του πάνω στο δερμάτινο σκαμπό, αλλάζει μηχανικά κανάλι στην τηλεόραση και αποχαιρετάει τον άγνωστο φίλο του: ΄΄  Τη δόξα πολλοί εμίσησαν, το χρήμα ουδείς..!΄΄

Επιστροφή στις άναρχες δομές της φύσης

Βρίσκομαι μπροστά σε ένα αφηρημένο σημείο, περιτριγυρισμένος από βρεγμένο χώμα με πράσινα κλωνάρια να ξεπροβάλλουν, με ζωύφια να κάνουν βόλτες γύρω απ’το ψυχρό μου μέτωπο με τον αέρα να θέλει να με διαπεράσει χωρίς όμως να αντέχει το βάρος μου. Οι πιπεριές έχουν ξεραθεί, οι ελιές είναι πλέον ανακουφισμένες απ’το βάρος των καρπών τους. Κάνω ένα βήμα μπροστά και νιώθω το παπούτσι μου να χώνεται αρμονικά στο χώμα που με ευχαρίστηση το υποδέχεται. Κοιτάω δεξιά και μια νέα οικοδομή ξεπροβάλλει στη θέση ελαιόδεντρων που πριν δεκαετίες προγονικές οικογένειες  πάσχιζαν να μαζέψουν. Συνεχίζω τον ανάλαφρο βηματισμό μου πλησιάζοντας στο τέλος της διαδρομής χωρίς τίποτε να με επηρεάσει, κανένας να με ενοχλήσει, ούτε να προσπαθήσει να μου σταματήσει το δρόμο ή να μου αλλάξει πορεία. Τα ζωύφια συνεχίζουν διάσπαρτα να με περικυκλώνουν με βάρδιες αλλά ποτέ δεν θέλησαν να με πιέσουν ή να με κάνουν να σταματήσω. Τα πόδια μου είναι ξεκούραστα και νιώθω τη σιγουριά του σημείου που βρίσκομαι. Για αρκετή ώρα ακόμα το χώμα θα συνεχίζει να με χαλαρώνει μέχρι να ευχαριστηθώ τη βόλτα μου και ολοκληρώσω τις σκέψεις μου. Κόβω ένα φύλλο από μια ελιά προκαλώντας το φόβο στα μικροσκοπικά έντομα έχοντας βρει μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα καλύτερη και πλουσιότερη τροφή. Το μυρίζομαι, το σφίγγω στη χούφτα μου, νιώθω την ικανοποίηση της προσωπικής μου στιγμής και ύστερα το αφήνω απαλά στο έδαφος. Αυτό με τη σειρά του σε συνεννόηση με μία άλλη δύναμη της φύσης θα το απομακρύνει μέχρι να εξασθενήσει, να ξεραθεί και αναγεννηθεί ξανά με νέα αποθέματα σε οξυγόνο, αποτελώντας κι αυτό ένα μέρος του σύμπαντος, ένα κομμάτι της παρθενικής γης. Επιστρέφω στο πρόχειρο κατάλυμα, προσέχοντας το βηματισμό μου σεβόμενος το σημείο που εγκάρδια το παρθενικό σπίτι μού χάρισε. Πιάνω μία πέτρα χαμογελώντας και την πετάω ανάλαφρα, απρόσεχτα χωρίς να θέλω να πετύχω κάτι συγκεκριμένο, μόνο για να νιώσω την ικανοποίηση αυτής της πράξης. Ένιωθα χαρούμενα που επέστρεψα στη φύση. Ο ψυχικός μου κόσμος για πρώτη φορά κοιμήθηκε χωρίς να αμφιβάλει για την εμπιστοσύνη που μου έδειξε και χωρίς να βρίσκεται σε επαγρύπνηση. Γνώριζε καλά πως για λίγες ώρες βρίσκεται σ’ένα Σπίτι που ίσως ήταν γραφτό να μένει, προορισμένος να ζήσει, γεννημένος να δει. Λίγο αργότερα εισπνέω τον καθαρό αέρα που ξαφνικά πολεμάει με τον καπνό απ’τις καμινάδες προσπαθώντας να κερδίσουν την είσοδό τους στον οργανισμό μου, ένα κλίμα ζεστό και εύκρατο. Λίγο αργότερα η προσωπική μου μέθεξη λαμβάνει τέλος, κλειδώνω το κατάλυμα, μπαίνω στο αυτοκίνητο και σιγά σιγά επιστρέφω στον ”πολιτισμό”.
Το βράδυ της ίδιας μέρας κατεβαίνω μια βόλτα στο κέντρο.Θέλησα να δω λίγο κόσμο, κρατούσα μαζί μου τη φωτογραφική μου, κάτι περίεργο μπορούσε να μου κλέψει το βλέμμα να αισθανθώ δέος όπως το πρωί, να καταφέρω να πείσω τον εαυτό μου ότι δεν χρειάζεται να αμφιβάλω για την πόλη που μένω για την πόλη σαν πόλη, για την επιλογή τη δική μου, των ανθρώπων που χαρακτηρίζονται ως πολίτες. Παρκάρω στην Ολύμπου και παρασυρόμενος απ’την ένταση και τις βεβιασμένες, απότομες κινήσεις των ανθρώπων αναπτύσσω ταχύτητα χάνοντας ουσιαστικά το σκοπό ενός μικρού ταξιδιού χωρίς τελικό προορισμό. Ήταν γύρω στις 21.30 και ήδη φτάνω στην πλατεία Ναβαρίνου. Εκεί παρατηρώ μια συγκέντρωση εκατό περίπου μαζεμένων ανθρώπων οι οποίοι είχαν στήσει μία εξέδρα με την μουσική να σου τρυπάει τα αυτιά. Υπέθεσα ότι αυτό δεν αποτελούσε κάποιο είδος συμποσίου αλλά λογικά υπήρχαν σοβαρότεροι λόγοι που σε καλούσαν να μυηθείς τον κύκλο τους και να τους ακολουθήσεις. Ο κόσμος γύρω απ’αυτούς περνούσε αδιάφορος σε σημείο να αρνείται να πάρει ένα από τα φυλλάδια που δήλωναν τους σκοπούς της συγκέντρωσης τους, ένα αρνητικό, απαθές πλήθος το οποίο εφοδιασμένο με ένα πολύ φτωχό λογισμικό ήταν προγραμματισμένο να ακολουθεί τη διαδρομή που του είχε ανατεθεί στον εγκέφαλο δίχως στάσεις, χωρίς καθυστερήσεις. Υπήρχαν και εκείνοι που έπαιρναν την φυλλάδα και ευθαρσώς την πετούσαν κάτω ή περίμεναν να συναντήσουν κάποιον τενεκέ για να την αποβάλλουν από πάνω τους. Αυτοί που τις μοίραζαν δεν έδιναν σημασία σε τέτοιες άσχημες συμπεριφορές, ήταν συνηθισμένοι. Στέκομαι για περίπου πέντε λεπτά χαζεύοντας την κατάσταση, σχεδιάζοντας μέσα μου τις κατάλληλες σκέψεις και εκείνες τις συμπεριφορές που δεν θα πρόσβαλαν τη συγκέντρωση και το λόγο που τους έκανε να μαζευτούν. Παίρνω την απόφαση να ερευνήσω τις αιτίες που κάποιοι θέλησαν να ενημερώσουν τους λεγόμενους ευσυνείδητους πολίτες και να αποφασίσω εάν επρόκειτο για κάτι ενδιαφέρον, ανησυχητικό, άξιο προσοχής ή αν αφορούσε μία επαναλαμβανόμενη και χιλιοπαιγμένη κασέτα κατά του καπιταλισμού, του Δ.Ν.Τ και της κυβέρνησης Παπανδρέου. Με είχε κουράσει η ιστορία αυτή γι’αυτό και βρίσκομαι σε μία εσωτερική αναζήτηση αυτές τις μέρες, επιδιώκοντας την εύρεση θεραπείας του ψυχικού μου κόσμου, ξεκινώντας από τις βάσεις της ευτυχίας των καθημερινών πραγμάτων. Αναγκάζομαι λοιπόν να αλλάξω την ψυχολογία εκείνης της ημέρας μετά την ειρηνική μου συμφωνία με τη φύση και στράφηκα,μπορώ να πω επιθετικά, σε αυτούς που μοίραζαν το κείμενο, οι οποίοι κάτι επιδίωκαν, κάτι ήθελαν δημοσίως να πουν. Ζητάω από ένα νεαρό να μου δώσει ένα φυλλάδιο και το κάνει. Στο κείμενο έγραφαν:

Θανάσιμος τραυματισμός 7χρονης ρομά στο Μενίδι από μπάτσο της ομάδας ΔΙ.ΑΣ.

Το μεσημέρι της Τετάρτης 5/1/2011, μπάτσος της ομάδας ΔΙΑΣ παρέσυρε και σκότωσε με τη μηχανή του μία 7χρονη αθίγγανη έξω από καταυλισμό των Ρομά στο Μενίδι. Σύμφωνα με τις μαρτυρίες των αυτόπτων μαρτύρων ο μπάτσος έσυρε το θύμα του για 150 μέτρα και το εγκατέλειψε αιμόφυρτο στη μέση του δρόμου.

Το κορίτσι, που είχε βγει για να πει τα κάλαντα, μεταφέρθηκε στο ΚΑΤ όπου και υπέκυψε στα τραύματά του. Μετά την ανακοίνωση του θανάτου, ακολούθησαν συμπλοκές μεταξύ των κατοίκων της περιοχής και μονάδων ΜΑΤ που έσπευσαν για καταστολή της οργής. Ο μπάτσος οδηγήθηκε στο ΑΤ Ν. Ιωνίας όπου μετά από ανάκριση αφέθηκε ελεύθερος.

Από τα οδοφράγματα που στήνουν στο Μενίδι οι Ρομά για το θάνατο του κοριτσιού, μέχρι τα οδοφράγματα των κατοίκων της Κερατέας ενάντια στην κατασκευή ΧΥΤΑ, αυτό που διαφαίνεται είναι η συσσωρευμένη οργή των κομματιών της κοινωνίας. Των ανθρώπων σε διαφορετικούς τόπους, με διαφορετικές καταβολές και αφορμές, που επιλέγουν να εξεγερθούν ενάντια στη κρατική εξουσία και αυθαιρεσία.Η όξυνση της κρατικής καταστολής συνδέεται άμεσα με τις συνεχιζόμενες αναδιαρθρώσεις, το πανδαιμόνιο μέτρων-νόμων και την επιχειρούμενη διάλυση του κοινωνικού ιστού.

Ο θανάσιμος τραυματισμός του κοριτσιού στο Μενίδι, δεν ήταν ένα τυχαίο περιστατικό, και έρχεται να προστεθεί σε μια σειρά “κατορθωμάτων” του κρατικού κατασταλτικού μηχανισμού και ειδικότερα της ομάδας ΔΙ.ΑΣ. Έχοντας λευκή επιταγή από τους πολιτικούς προϊσταμένους τους, επιτίθενται καβάλα στις μηχανές κατά συρροήν και κατ’ εξακολούθηση εναντίον διαδηλωτών και όχι μόνο. Ενδεικτικά αναφέρονται η επίθεση δικυκλιστών μπάτσων στη πορεία το Δεκέμβρη 2009, ο σοβαρός τραυματισμός διαδηλώτριας και η ατιμωρησία τους, η επίθεση στη πορεία 15/11/10 και στην απεργία της 15/12/10.

Αμέσως κατάλαβα πως επρόκειτο για μία 7χρονη ψυχή. Ένα κορίτσι προσπαθώντας να βγάλει το ψωμί της ( ίσως βέβαια με την ”συνδρομή” των γονέων της), έπεσε θύμα από έναν αστυνομικό, από ένα όργανο του κράτους το οποίο στη συνέχεια με μία εγκληματική συμπεριφορά το εγκατέλειψε διαινωνίζοντας τα σενάρια περί ατιμωρησίας των κρατικών οργάνων και μετατρέποντας τις κακουργηματικές πράξεις σε αναστολές και απανωτές εφέσεις. Για την περίπτωση της Κερατέας δεν μπόρεσα να λάβω θέση, απλά το περιστατικό αυτό το είδα σαν άλλη μία στρατηγική εκμετάλλευσης των φυσικών πόρων της χώρας μετατρέποντάς τους σε τοξικές και βιοχημικές μονάδες με την επιβολή και περιφρούρηση της αστυνομίας, αδιαφορώντας πλήρως για τα αιτήματα των κατοίκων της. Όντως κάτι τέτοιο είναι φρικτό. Τους κόπους μιας ζωής να τους βλέπεις να καταστρέφονται με φτηνές αποζημιώσεις που εκβιαστικά γίνονται αποδεκτές. Εκείνο όμως που με συγκλόνισε ήταν ο θάνατος της 7χρονης αθίγγανης. Η αδιαφορία και ο ρατσισμός στο μεγαλείο του. Η απατηλή ανωτερώτητα των Ελλήνων παίρνει διαστάσεις ασυδοσίας όταν συνοδεύεται από κάποιο είδους εξουσίας.  Με έπιασε οργή και απόγνωση. Αφενός για το περιστατικό καθ’αυτό αφετέρου για το πώς αντιμετωπίζουν οι περαστικοί ένα τέτοιο συγκλονιστικό γεγονός. Συνένοχοι και υποστηρικτές  έμμεσων ακροδεξιών πεποιθήσεων. Η ειρωνεία είναι πως σχεδόν κανείς από αυτούς δεν θα το παραδεχόταν. Η πορεία ξεκίνησε από τη Ναυαρίνου και συνέχισε Αλεξάνδρου Σβώλου, Ερμού, Αριστοτέλους, Μητροπόλεως , Αγίας Σοφίας, λεωφόρος Νίκης καταλήγοντας πάλι πίσω στην πλατεία Ναυαρίνου. Κάθομαι σε ένα παγκάκι τελειώνοντας το μπουκάλι νερό που είχα καθ’όλη τη διάρκεια της πορείας ενώ δύο παιδιά που ήταν δίπλα μου έρχονται να με ρωτήσουν αν αισθάνομαι καλύτερα. Τους έγνεψα πως είμαι μια χαρά και τους έσφιξα το χέρι να τους ευχαριστήσω για το ενδιαφέρον τους και τη συμπαράστασή τους. Είχαν προηγηθεί κυνηγητά, δακρυγόνα και πετροπόλεμος με τη διμοιρία των αστυνομικών που προσπάθησαν να εκτονώσουν τα πλήθη με βρισιές, λογομαχίες και τραμπουκισμούς.  Αυτή τη φορά η πέτρα που πέταξα δεν συνοδευόταν από χαμόγελα, ούτε ο καπνός που είχε επικρατήσει στην ατμόσφαιρα προερχόταν από κάποιο ζεστό, σπιτικό τζάκι ή ήθελε να βρει ζεστασιά στα πνευμόνια μου. Την πέτρα την πέταξα γιατί οι ίδιοι οι αστυνομικοί προσπάθησαν να μας σακατέψουν με άνανδρες μεθόδους υπό την προστασία της μάσκας οξυγόνου και του οπλισμού τους. Σηκώνομαι  περπατώντας ανάλαφρα όπως το πρωί με σκοπό να επιστρέψω στο αυτοκίνητό μου. ” Τα ζωύφια και τα έντομα δεν με πείραξαν.Είναι δυνατόν;” Αυτό σκεφτόμουν μόλις συνειδητοποίησα τι είχε συμβεί. Στο δρόμο καθ’όλη τη διάρκεια της πορείας ορκίζομαι πως δεν προκάλεσε κανένας. Το ορκίζομαι. Όλοι μας είχαμε εκείνο τον ανάλαφρο βηματισμό διασχίζοντας τα σημεία μας χωρίς όμως να καταστρέφουμε ή να εμποδίζουμε όσους προσπερνάμε. Το ίδιο ένιωθα και το πρωί. Γνώριζα καλά πως με την παρουσία μου ενοχλούσα μέσα στη φύση κάθε έμβιο οργανισμό. Με περικύκλωσαν. Με προειδοποίησαν πως βαδίζω σε ξένα νερά, κι όμως δεν με πείραξαν. Ενστικτωδώς κατάλαβαν ότι δεν αποτελώ καμία απειλή γι’αυτούς και με άφησαν για λίγο να γευτώ την αιώνια γαλήνη που τους περικλείει. Αντίθετα στον πολιτισμό που κυριαρχεί ένα ανώτερο ζώο, ο άνθρωπος, δεν σεβάστηκαν την παρουσία μας και αυτό είχε ως αποτέλεσμα να μην σεβαστούμε και εμείς τη δική τους. Μα έτσι δεν γίνεται κάθε φορά; Ξέρω καλά πως μόλις γυρίσω σπίτι θα επιβεβαιωθούν οι χαρακτηρισμοί που υποψιάζομαι για την ειρηνική πορεία που είχαμε, για το δικαίωμα να αντιδράμε όταν ένα παιδί σκοτώνεται… Την επομένη το πρωί θα αναζητήσω για άλλη μία φορά τη γέννεση της ειρήνης και θα προσπαθήσω να αποκωδικοποιήσω με το πέρας των χρόνων τι είναι αυτό τελικά που μας κάνει καλύτερους. Μία -ανθρώπινα κατασκευασμένη- δημοκρατία που πρεσβεύει την ειρήνη, την έννομη τάξη και τους πολίτες της; Ή μήπως μία αναρχία αμοιβαίας και αλληλένδετης συμπεριφοριστικής αλυσίδας που διέπεται από υποσυνείδητους προκαθορισμένους φυσικούς κανόνες;

Πηγή κειμένου :http://athens.indymedia.org/index.php?lang=el

Η δεκαετία της επανάστασης

Ο νεαρός Παύλος είχε μόλις ξυπνήσει ξεκούραστος και χορτασμένος από έναν ύπνο 9 ολόκληρων ωρών και ήταν έτοιμος σιγά σιγά να ξεκινήσει μια μικρή επανάληψη μιας και τα σχολεία άνοιγαν πάλι την Παρασκευή. Είχαν περάσει πλέον τα Χριστούγεννα, ο νέος χρόνος μόλις είχε ξεκινήσει και ο νυσταγμένος Παύλος αναγκάστηκε να επιστρέψει πάλι σε μια δύσκολη πραγματικότητα. Μαθηματικά, φυσική, χημεία, νεοελληνική γλώσσα, αρχαία ελληνική γλώσσα… Άρχισε να ξεκαθαρίζει πάλι τις σημειώσεις του αλλά οι αντοχές του μόνο για κάτι τέτοιο ήταν ικανές το πρώτο πρωινό του 2011… Ευτυχώς είχε φάει τα δημητριακά του και ένιωθε λίγο καλύτερα τώρα. Πέρασε μια ώρα η οποία ήταν ουσιαστικά μία ώρα προσαρμογής και ένα ΄ζέσταμα΄, ίσα ίσα για να αρχίσει πάλι να μπαίνει στο κλίμα. Σε γενικές γραμμές ο Παύλος ήταν ένα παιδί το οποίο ήθελε απλά να παίζει μπάλα, να αράζει με τους φίλους του στις πλατείες και -καμιά φορά- να φλερτάρει κάποιες απ’τις συμμαθήτριές του, όχι βέβαια για να κάνει απαραίτητα κάτι μαζί τους αλλά για να αρχίσει σταδιακά να επιβεβαιώνει τον εφηβικό του ανδρισμό. Ήδη είχε αρχίσει να σκέφτεται την ώρα που θα ξυπνήσουν οι φίλοι του και θα πάνε μια βόλτα στο κέντρο να πιουν ένα καφεδάκι μιας και ο χυμός πορτοκάλι θεωρούνταν εδώ και καιρό κάτι το  ξεπερασμένο… Αγαπούσε τη μουσική, ο πατέρας του είχε ένα παλιό πικάπ και κάθε τόσο έχωνε τα χέρια του στις κούτες με τα βινύλια για να έρθει σε επαφή με σκόνες δεκαετιών, να δοκιμάσει κάτι που του είχε ξεφύγει ή που το εξώφυλλο δεν του είχε κάνει την προηγούμενη φορά και τόση μεγάλη εντύπωση. Για την ηλικία του τον Παύλο τον χαρακτήριζε ένας ανησυχητικός ρομαντισμός, πράγμα που σήμαινε ότι ζούσε ουσιαστικά τη ζωή του και αντιμετώπιζε τον κόσμο γύρω του σύμφωνα με τα δικά του κριτήρια. Κουρασμένος λιγάκι απ’το πασάλειμμα που έκανε, θέλησε να διαβάσει λίγο εφημερίδα, νά κάτι καινούριο γι’αυτόν..! Την είχε αφήσει ο πατέρας του στην κουζίνα επιστρέφοντας το πρωί απ’τη δουλειά. Για μια στιγμή σκέφτηκε να διαβάσει κάτι πιο χαλαρό και ανάλαφρο, μια κίνηση που δεν είχε τολμήσει ποτέ πριν. Είχε ακούσει από τους γονείς του ότι το διάβασμα είναι ένα χόμπι δημιουργικό, καθαρά προσωπικό και ήταν μια καλή εξάσκηση για το μυαλό. Είχε κουραστεί από το καθημερινό υποχρεωτικό διάβασμα και ίσως το τόλμησε για αντίδραση ενάντια στο δικό του κατεστημένο. Ήρθε σε πρώτη επαφή με μια πολιτική εφημερίδα. Έτυχε εκείνη η μέρα να έχει αφιερώσει τις φυλλάδες της στα σημαντικότερα γεγονότα της δεκαετίας που πέρασε. Του φάνηκε πολύ ενδιαφέρον και γρήγορα ανέτρεξε στην σελίδα 5 της εφημερίδας.

11 Σεπτεμβρίου 2011: ΄Τρία αεροπλάνα πέφτουν πάνω στα πανύψηλα κτίρια του Παγκόσμιου Κέντρου Εμπορίου στο Μανχάταν και το Πεντάγωνο στην Ουάσινγκτον. Ένα τέταρτο αεροπλάνο κατέπεσε στην ύπαιθρο. Συνολικά 2.995 άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους, μεταξύ των οποίων 343 πυροσβέστες και 60 αστυνομικοί.΄ Κάτι σα να του έλεγε του Παύλου αυτό το περιστατικό, το ανέφεραν κατά καιρούς στο σχολείο. ΄΄Αλλά…Τόσοι χιλιάδες ήταν αυτοί που πέθαναν..; Και αυτοί που το έκαναν; Τιμωρήθηκαν τουλάχιστον..;΄΄, φάνηκε να σκέφτηκε γεμάτος απορία ο Παύλος. Πήγε αμέσως στην επόμενη είδηση η οποία έλεγε: ΄Οκτώβριος του 2001: Ένα μήνα μετά την 11η Σεπτεμβρίου, η κυβέρνηση Μπους αποφασίζει να εισβάλλει στο Αφγανιστάν στο όνομα του «πολέμου κατά της τρομοκρατίας». Περισσότεροι από 2.000 στρατιώτες της διεθνούς συμμαχίας έχουν χάσει τη ζωή τους σε αυτό τον πόλεμο.΄ Ο Παύλος είχε μείνει με ανοιχτό το στόμα. Απόρησε με τη βεβιασμένη αντίδραση των ανθρώπων, οι οποίοι αντί να προστατέψουν τις οικογένειες τους, να τηρήσουν αυτά που έλεγαν οι δικοί μας αρχαίοι φιλόσοφοι για την δημοκρατία ( τα είχε φρέσκα απ’το σχολείο), ουσιαστικά έκαναν πράξη το ΄΄οφθαλός αντι οφθαλμού΄΄, μεγαλώνοντας τη λίστα των νεκρών; ΄΄Μα έτσι κάνουν δηλαδή οι άνθρωποι; Εντάξει, δολοφονίες γίνονται, ληστείες και τέτοια, οι ειδήσεις στην τηλεόραση μας κρατούν ενήμερους γι’αυτά, αλλά τόσο πολύ δεν το περίμενα!΄΄ Προσπαθεί να καταλάβει αλλά το σοκ και η γνωριμία του με μία πραγματικότητα στην οποία ζούσε αλλά δεν ήξερε τίποτε γι’αυτήν, έπαιρνε σάρκα και οστά. 21 Απριλίου 2002: ΄Ο Jean-Marie Le Pen περνά στο δεύτερο γύρο των προεδρικών εκλογών. Πίσω από τον Ζακ Σιράκ (19,88%), ο ηγέτης του Εθνικού Μετώπου, με τη βοήθεια της αποχής-ρεκόρ, έλαβε 16,86% των ψήφων.΄ Αναρωτιέται ο μικρός ποιος μπορεί να είναι αυτός και γιατί να έχει τόση μεγάλη σημασία η άνοδος ενός πολιτικού και το κόμματός του. Μετά λύπη του διαπιστώνει πως αυτός ο κύριος ήταν ο πρόεδρος ενός κόμματος το οποίο έχει χαρακτηριστεί από πολλούς ως ακροδεξιό, εθνικιστικό, συντηρητικό (να και ένα καλό του Ίντερνετ σκέφτηκε). Απ’ευθείας του ήρθαν στο μυαλό κουβέντες του πατέρα του από τα δύσκολα χρόνια της δικτατορίας στην Ελλάδα και πώς μία κυβέρνηση εξίσου συντηρητική και εθνικιστική, έβαλε σε τέτοια μεγάλη δοκιμασία τη χώρα μας και κατάφερε να εξουδετερώσει μεγάλο μέρος των ίδιων της των πολιτών μαζί με τα στοιχειώδη δικαιώματά τους. Για άλλη μια φορά απόρησε…Προχώρησε με μεγάλο ενδιαφέρον παρακάτω και διαβάζει άλλο ένα σημαντικό γεγονός της δεκαετίας που πέρασε: ΄20 Μαρτίου 2003: Ο Τζορτζ Μπους αναγγέλλει τον πόλεμο κατά του Ιράκ. Ο Σαντάμ Χουσεΐν συλλαμβάνεται το Δεκέμβριο του ίδιου έτους και εκτελείται με συνοπτικές διαδικασίες στις 30 Δεκεμβρίου 2006.΄ Συνεχίζει το ψάξιμο, έχοντας αφήσει εδώ και πολύ ώρα τα μαθήματά του, και ανακαλύπτει πως η δολοφονία ενός ανθρώπου όπως αυτή του Σαντάμ Χουσεΐν θεωρείται τελικά αβάσιμη, άδικη και όλα έγιναν με πρόφαση χημικά και βιολογικά όπλα μαζικής καταστροφής, απειλή δηλαδή κατά της ανθρωπότητας. Προχωράει συγκλονισμένος παρακάτω ρουφώντας κυριολεκτικά όλα όσα είχαν συμβεί στον κόσμο και θυμώνει όταν συνειδητοποιεί ότι  κανένας δεν μπήκε στον κόσμο να τον ενημερώσει, να του δείξει το πραγματικό πρόσωπο των πολιτισμένων ανθρώπων που είναι υπέρμαχοι της δημοκρατίας και της δικαιοσύνης και σε ένα άλλο επίπεδο τα πολιτισμένα κράτη με τον ΟΗΕ, το ΝΑΤΟ και την Ευρωπαϊκή Ένωση…Όλοι μαζί και πάντα χώρια δηλαδή. 1η Σεπτεμβρίου 2004: Ένας Τσετσένος βομβιστής αυτοκτονίας καταλαμβάνει ομήρους εκατοντάδες παιδιά και ενήλικες σε σχολείο της Μπεσλάν, στη Βόρεια Οσετία. Η επίθεση, που πραγματοποιήθηκε στις 3 Σεπτεμβρίου, είχε ως τραγικό απολογισμό 331 νεκρούς…..26 Δεκεμβρίου 2004: Ένα τεράστιο τσουνάμι πλήττει τις ακτές του Ινδικού Ωκεανού. Είχε προηγηθεί ένας σεισμός μοναδικού μεγέθους στον πυθμένα της θάλασσας στα ανοικτά Σουμάτρα που προκάλεσε το παλιρροϊκό κύμα. Λίγες ώρες αργότερα, γιγαντιαία κύματα, που έφταναν και τα 10 μέτρα ύψος, έπληξαν την Ινδονησία, την Ταϊλάνδη, τη Σρι Λάνκα, την Ινδία και τη Μαλαισία, σκοτώνοντας περισσότερους από 220.000 ανθρώπους και αφήνοντας περισσότερους από ένα εκατομμύρια πρόσφυγες….13 Ιουνίου 2009: Ο ιρανικός λαός αντιδρά στην επανεκλογή του Μαχμούντ Αχμαντινετζάντ. «Γράψαμε Μουσαβί, διαβάζουν Αχμαντινετζάντ», έγραφαν οι διαδηλωτές, στα χρώματα του κινήματος διαμαρτυρίας. Τιμωρία τους ήταν αμείλικτη: φυλακίσεις, βασανιστήρια, απαγχονισμοί…12 Ιανουαρίου 2010: Ισχυρός σεισμός πλήττει την Αϊτή. Το επίκεντρο απέχει 25 χλμ. από το Πορτ-ο-Πρενς, την πρωτεύουσα του νησιού. Απολογισμός: πάνω από 200.000 νεκροί, εκατοντάδες χιλιάδες τραυματίες και πάνω από ένα εκατομμύριο άστεγοι…20 Απριλίου 2010: Έκρηξη σημειώνεται στην πλατφόρμα Deepwater Horizon στον Κόλπο του Μεξικού, προκαλώντας 11 θανάτους. Πρόκειται για τη χειρότερη πετρελαιοκηλίδα στην ιστορία των ΗΠΑ. Μετά από πολλές προσπάθειες, το σχίσμα θα σφραγιστεί στις 15 Ιουλίου.

Ο Παύλος αφήνει κάτω την εφημερίδα στραβοκαταπίνοντας. Καταλαβαίνει πως είναι μικρός ακόμα δεν θα μπορούσε να τα θυμάται όλα αυτά. Όμως είναι στα 16 του, θεωρεί αδικαιολόγητο να μην έχει ενημερωθεί για κανένα απο αυτά τα γεγονότα παρά μόνο για τους Δίδυμους Πύργους. Νιώθει οργή, κάθεται στο κρεβάτι του και είναι έτοιμος να κλάψει απ’τα νεύρα του. Νιώθει οργή για τους γονείς του που νομίζει πως του κρύβουν την πραγματικότητα, το τι συμβαίνει εκεί έξω. Νιώθει μίσος για τους δασκάλους του οι οποίοι του διδάσκουν για το Σωκράτη και τον Αριστοτέλη χωρίς όμως να έχει μάθει κανείς απο αυτούς τίποτα τόσες χιλιάδες χρόνια. Θυμώνει που τους παρουσιάζουν την δημοκρατία και τις αρχές της ως κάτι εφαρμόσιμο, σαν ένα δεδομένο που υπάρχει αλλά δεν κυριαρχεί στη συνείδηση κανενός. ΄΄Για ποιο λόγο να μαθαίνω για το Μέγα Αλέξανδρο ενώ ήδη υποψιάζομαι ότι και αυτός με τη σειρά του ήταν ένας ακόμα στυγνός δικτάτορας..; Όταν γνωρίζω πως ζω σε μία δημοκρατική χώρα, γιατί με διδάσκουν ότι οι Τούρκοι είναι οι κακοί της υπόθεσης απ’τη στιγμή που κι εμείς λογικά έχουμε συμβάλει στην ένταση και στις αλλεπάλληλες εχθροπραξίες; Τελικά δεν υπάρχει ποτέ μία πλευρά… Ή μάλλον ποτέ δεν ισχύει απαραίτητα αυτό που σου λένε ή αυτό που θέλουν να σου πλασάρουν…Ποιος μου λέει πως αν βγω απ’αυτό το σπίτι δεν θα με χτυπήσει κανένας αστυνομικός επειδή διαμαρτύρομαι για την κοινωνία που ζούμε και αντί να τιμωρηθεί αυτός θα πάω αυτόφωρο,ενώ εκείνος θα την σκαπουλάρει; ΓΙΑΤΙ να μαθαίνω πράγματα που με κοιμίζουν αντί να επιδιώξουν να με ξυπνήσουν; Γιατί…΄΄

Ο Παύλος ταραγμένος αποφάσισε να μην εμπιστευτεί κανένα ξανά. Κυρίως τους μεγάλους. Διότι από τη μία οι καλοί κοιτάνε να σε προστατέψουν για να μην αναμιχθείς με όλα αυτά, να μην αποκτήσεις κριτική σκέψη και μετά κατεβαίνεις στους δρόμους υπερασπιζόμενος τα δικαιώματά σου και βρεθεί εκτεθειμένη η σωματική σου ακεραιότητα. Από την άλλη μεριά υπάρχει και πάλι η σκοπιμότητα -των κακών αυτή τη φορά- οι οποίοι επιδιώκουν με ξεχασμένες αρχές και ανεφάρμοστες δεοντολογίες να σε κρατήσουν σε μια ωραιοποιημένη κατάσταση και όλα όσα συμβαίνουν γύρω σου είτε να μην τα θεωρείς πρόβλημα δικό σου, είτε να νομίζεις ότι είναι κάτι πολύ μακρινό άρα δεν πρόκειται να βλάψει ούτε εσένα ούτε τον περίγυρο σου…

Η ιστορία ενός Άλλου

Ήταν απόγευμα λίγο μετά τις 7. Ο ήλιος είχε ήδη αρχίσει να παραδίδει τις φλόγες του και να γέρνει πίσω από τα βουνά. Το ταξίδι του συνεχιζόταν αδιάκοπα στο πέρας των χρόνων.Στο δρόμο ο κόσμος περνούσε βιαστικά, αφηρημένα, αδιάκοπα. Οι εποχές δεν επέτρεπαν την διακοπή των εργασιών, ούτε την ολιγόλεπτη ψυχαγώγησή τους θαυμάζοντας το πιο οφθαλμοφανές επίτευγμα της φύσης. Το πλήθος προχωρούσε με γρήγορους ρυθμούς, είτε σκεπτικό  με τα χέρια στις τσέπες, είτε κρατώντας την πραμάτεια του έτοιμη για πούλημα ή απλά περπατούσε με απελπιστικά αργό βηματισμό, χωρίς κάποιο συγκεκριμένο πλάνο στο μυαλό του, με τα χέρια ξηρά και αφυδατωμένα, έχοντας ίσως αποτύχει στο σημερινό παιχνίδι της ζωής. Μόνο λίγο πιο κάτω μία ανθρώπινη σκιά βρισκόταν στο ίδιο σημείο για αρκετή ώρα, δίχως να αλλάζει στάση ή θέση, σα να ήταν υπάκουη από το σώμα που την αποτελούσε. Σα να την είχε διατάξει να παραμείνει κοιτώντας μόνο προς τον ήλιο. Ήταν ο Τζόσουα. Τον κοιτούσε λές και χάζευε ένα έργο τέχνης. Την ίδια στιγμή είχε τραβήξει τα βλέμματα των περαστικών οι οποίοι μουρμούριζαν λέξεις και μικρές προτάσεις καθώς τον προσπερνούσαν.Kρατούσε στο δεξί του χέρι μία φθαρμένη μαύρη θήκη κιθάρας. Ένα δυνατό μουρμουρητό από πίσω του τον έκανε να ξυπνήσει από τον περίεργο λήθαργο στον οποίο είχε πέσει και να προσγειωθεί σχετικά απότομα στην πραγματικότητα. Συνέχισε να περπατάει ανέμελα χωρίς να τον επηρεάζει ο μηχανικός ρυθμός των υπόλοιπων ανθρώπων που πρώτα τον κοιτούσαν όσο πιο διακριτικά γινόταν και ύστερα απομακρυνόντουσαν βιαστικά. Ο Τζόσουα χάζευε γύρω του. Δεν φαινόταν προβληματισμένος με την φορτισμένη ατμόσφαιρα που είχε πλακώσει την πόλη. Μόνο ο Λευκός Πύργος έστεκε περήφανος και αγέρωχος προστατεύοντας τους πολίτες της, με τα μάτια του να είναι καρφωμένα στον Θερμαϊκό. Ήταν ήδη πέντε μέρες εκεί, έμενε σε ένα κεντρικό ξενοδοχείο, μακριά από τις ταραχές που λάμβαναν χώρα εκείνη την εποχή. Ήταν πολυταξιδεμένος και ίσως η άνεσή του να δικαιολογείται από τη οικονομική ευχέρεια που είχε σε σύγκριση με το παρηκμασμένο τοπίο που διαπίστωνε γύρω του. Είχε αρχίσει να ανυσηχεί. Έπρεπε να βγάλει σε πέρας την αποστολή που του είχε ανατεθεί. Είχε ψάξει τον βασικό ιστό της πόλης αλλά πουθενά δεν βρήκε το πρόσωπο που αναζητούσε. Είχε περάσει ήδη μία ώρα κάνοντας βόλτα στην Αριστοτέλους πάνω από 5 φορές. Άρχισε να πιστεύει πως βρισκόταν σε λάθος σημείο. Διαπίστωνε μια διχόνοια μεταξύ ανθρώπων που βρίσκονταν κάτω από τον κυματισμό της ίδιας σημαίας. Εκείνο που τον έπεισε για την περίεργη κατάσταση –που εν μέρει ήταν ενήμερος- ήταν η αδιαφορία της αστικής τάξης σε βάρος φτωχών, κατατρεγμένων και πεινασμένων ψυχών που παρακαλούσαν για μια μπουκιά ψωμί, πουλώντας τα ενδύματά τους, τα υφαντά τους, τα παπούτσια τους, τα μουσικά τους όργανα και κάθε λογής περουσιακό στοιχείο προκειμένου να βγάλουν και απόψε την βραδιά. Άρα αυτό που έπρεπε να κάνει ήταν να σταματήσει να συννενοείται με τους νεοιδρυθέντες δυσλειτουργικούς μηχανισμούς του αυταρχικού κράτους και να αναζητήσει στην πηγή του προβλήματος το πρόσωπο που έψαχνε να βρεί. Προσπάθησε να ξεχωρίσει κάποια δύστυχη μορφή γύρω του η οποία θα μπορούσε να ξεχάσει για μια στιγμή τον αγώνα της καθημερινότητας και θα του έδινε μερικές πληροφορίες που σίγουρα είχε πολύ ανάγκη. Στο βάθος διέκρινε μία ευγενική θηλυκή φυσιογνωμία. Πουλούσε κουλούρια μαζί με άλλα τρία άτομα, πιθανώς οι γονείς της και ο αδερφός της. Αγόρασε ένα κουλούρι και διστακτικά επιστράτευσε το φτωχό ελληνικό του λεξιλόγιο για να τους απευθύνει το λόγο. <<Κάτι να ρωτήσω θέλω, μπορώ;>> είπε χαμηλόφωνα. Κανείς δεν του έδωσε σημασία , μόνο το κορίτσι τον κοίταξε στα κρυφά εξαιτίας ίσως της διαφορετικότητάς του. << Σας παρακαλώ να ρωτήσω θέλω>>. Ο άντρας τον κοιτάει επιθετικά στα μάτια και του λέει <<τΤι γυρεύεις εσύ εδώ; Από πού ξεφύτρωσες;>> Ο Τζόσουα κοιτάει απορημένος και προσπαθεί να καταλάβει. << Τι θέλεις ρε παληκάρι, δεν βλέπεις πως πρέπει να βγάλουμε το ψωμί μας; Άιντε τράβα το δρόμο σου…>>Συνεχίζει να κοιτάει συγχυσμένος αλλά μάλλον αρχίζε να καταλαβαίνει. <<Θέλω βοήθεια ψάχνω κάποιον.. Τη λένε Αριστέα Μιχαηλίδη.Ξέρετε;>> Ο άντρας αδιαφόρησε πλήρως και με μία χειρονομία του έδειξε το δρόμο για να φύγει. Το κορίτσι τράβηξε την μπλούζα του πατέρα της και του έκανε νόημα πως θέλει να του μιλήσει στ’αυτί. Ο πατέρας της έσκυψε και έγνεψε καταφατικά. Ο Τζόσουα κρεμιόταν από τα χείλη τους. << Την Αρίστενα εννοείς; Έφυγε, έφυγε.>> Εκείνος απάντησε απαιτητικά με μία έκφραση απελπισίας στο πρόσωπό του δίχως να μπορεί να αρθρώσει λέξεις. <<Έφυγε; Μα… Πού; Πού πάει..;>> Ο άντρας του μίλησε αμείλικτα επισημαίνοντας έτσι την αδιαφορία του .  << Πέθανε! Έφυγε δεν κατάλαβες; Μας είπαν πως ξεψύχησε στην Καβάλα τον Ιούνη του ‘33. Λυπάμαι φίλε…>> Ο Τζόσουα έμεινε με το στόμα ανοικτό. Συνεχιζε να τον κοιτάει προσπαθώντας να πείσει τον εαυτό του πως όλο αυτό που άκουγε ήταν ένα ψέμμα. Έσκυψε το κεφάλι συγκλονισμένος και παρέμεινε ακίνητος έτσι για ένα λεπτό. Έβαλε το χέρι στην τσέπη και έβγαλε μερικά ψιλά. Με το χέρι του έδειξε πως ήθελε άλλο ένα κουλούρι. Το κορίτσι ταραγμένο κι αυτό από τη στενοχώρια του αγνώστου του έδωσε το κουλούρι. Έφυγε σκυφτός, με αργά βήματα. Τα χέρια του κρέμονταν αφήνοντας το κουλούρι να πέσει κάτω. Είχε περπατήσει καμιά δεκαριά μέτρα προσπαθώντας να συνέλθει απ’το σοκ και ξαφνικά σταμάτησε. Πήγε στο απέναντι πεζοδρόμιο και κάθησε. Θυμήθηκε τη μάνα του που από την Αφρική είχε βρεθεί για δέκα χρόνια στην Κρήτη πίνοντας ρακές στα 15 της, ύστερα για δουλειά στη Θεσσαλονίκη και αργότερα εκδιώμενη έβαλε πλώρη για Αμερική.Λίγο μετά το κραχ του ’29 επέστρεψε στην Ελλάδα για να βρει εκείνους του Έλληνες που κάποτε την είχαν βοηθήσει. Δεν ήξερε όμως πως οι Έλληνες είχαν καταπιαστεί με το έργο της αποκατάστασης των προσφύγων από εκείνο το περιβόητο ανθρώπινο κύμα του 1922… Ο Τζόσουα έβγαλε μια καλοδιατηρημένη κιθάρα και άρχιζε να παίζει ένα τραγούδι άγνωστο στη γλώσσα και στους κύκλους της Θεσσαλονίκης…

΄΄ I’m so worried now

I’m worried now but I hope not to be worried long

Because I’m gonna pack my little old suitcase

By  gone this road I’ll be gone…΄΄