Ρουχ.

Δεν ήμουν ποτέ άνθρωπος της λεπτομέρειας. Κάθε μέρα ακολουθούσα το ίδιο δρομολόγιο με ορισμένες παραλλαγές, πάντα όμως ως σημείο στίξης είχα το σπίτι μου. Εκείνη τη μέρα κατέβηκα στην πόλη αφήνοντας πίσω δύο τζάμια σπασμένα, τον νιπτήρα ραγισμένο, τις πόρτες βυθισμένες. Μετά από όλα αυτά έφτασα στο κέντρο. Περίμενα την αύρα της πόλης να μου μιλήσει, τι να της έλεγα εγώ, δεν είχα ιδέα. Η σχέση μου με το αστικό κέντρο ήταν γραφική. Τα τρία καφενέ του στα οποία άφηνα τον εαυτό μου ελεύθερο τα βράδια, οι βιτρίνες των καταστημάτων την ημέρα, η τράπεζα, το παγκάκι για τσιγάρο και μπίρα χαμηλά, δίπλα στη θάλασσα. Ωραία. Εντόπισα κάτι. «Θα είναι μπροστά σου, πελώριος θα στέκει μα θα τον δεις μόνο όταν εσύ το θελήσεις». Δίπλα από τον εκθεσιακό χώρο είδα έναν πέτρινο κορμό, ήταν μισός, σπασμένος. Ναι, αυτός είναι. Ο μιναρές. Το τζαμί. Το παλιό που άντεχε ακόμα. Λίγο παρακάτω προσπάθησα να εντοπίσω ένα γυάλινο πάτωμα ανάμεσα στις τσιμεντένιες πλάκες του πεζόδρομου. «Οι άνθρωποι συνηθίζουν να βλέπουν αυτό που θέλουν. Εσύ θα δεις πραγματικά τι υπάρχει γύρω σου όταν θα σταματήσεις να βλέπεις αυτό που θέλουν οι άλλοι». Έψαχνα, δεν κατάφερνα να το βρω. Ρώτησα ένα περιστατικό μα γέλασε μαζί μου. Στεκόμουν ακριβώς δίπλα του. Δεν το πίστευα. Κοίταξα μέσα στο χάος του παρελθόντος. Ένας λαβύρινθος βρισκόταν εκεί κάτω. Φαίνεται πως είχαν φροντίσει να κρύψουν για τα καλά το παρελθόν, το άφησαν να κείτεται στο σκοτάδι. Προσπάθησα να θυμηθώ όλα όσα μου είχε πει. Τα τρία γράμματα.. Μα ναι, παραλίγο να το ξεχάσω. Έπιασα τον κατηφορικό πεζόδρομο που οδηγούσε στη θάλασσα. Κοίταξα το ρολόι μου ήταν κοντά τρεις. Κοιτούσα γύρω μου, έστρεψα το κεφάλι μου σε κάθε κρυφό σημείο ψάχνοντας το μισοφέγγαρο. «Το καλοκαιράκι όταν πιάσει πολύ ζέστη να πας να βρεις το μισοφέγγαρο εκεί. Ο ήλιος κι ένας θερμοσίφωνας μιας ταράτσας θα σου κάνουν παιχνίδια. Μα τότε θα βρεις τα τρία γράμματα..» Άρχισα να αισθάνομαι πως ήταν μεγάλη ανάγκη να τα βρω. Αγχώθηκα, ίδρωσα. Μα είπα να ηρεμήσω, έτσι δεν έβγαζα άκρη. Πήρα μια βαθιά ανάσα και προσπάθησα να γίνω λίγο πιο παρατηρητικός. Δεξιά τίποτα. Αριστερά οι σκιές εναλλάσσονταν. Ώσπου.. ξάφνου στον πέτρινο τοίχο της εθνικής τράπεζας σχηματίστηκε ένας ίσκιος σφαιρικός. Λίγο αργότερα πήρε το σχήμα που επιθυμούσα. «Το μισοφέγγαρο», ψέλλισα. Είχα βρει τον τόπο, μου έλειπε το σημείο. Έστριψα αριστερά στη γωνία της τράπεζας, βρήκα το χαλασμένο φρεάτιο, το μπαλωμένο πλακάκι με ξύλο. Έβγαλα το ξύλο, το τράβηξα με όση δύναμη μπορούσα. «روح» Αναζητώ τη μετάφραση στο διαδίκτυο, το μεταφράζω. «Ψυχή.» Έκλαψα. Στο κέντρο της πόλης που περπάτησα, που μέθυσα, που δεν έδινα λογαριασμό για τίποτα, να τώρα, ήμουν εδώ μπροστά από μια τράπεζα, από ένα φρεάτιο και έκλαιγα. Έκλαψα για τα «άσε με τώρα» στον πατέρα μου, τα «άλλη φορά», τα «πάλι για τα αρχαία μιλάς;» Μα εκείνος επέμενε να τα ανακαλύψω μαζί του. Δεν το έκανα ποτέ, δεν πρόλαβα. Μα ήταν το τελευταίο του ταξίδι που κατάφερε να με μυήσει στο πρώτο μου.

Το στιγμιαίο πλάνο μιας ζωής.

Ένα πλάνο διαρκείας τον ακολουθούσε. Εκείνος ένιωθε πως το διέσχιζε, το προσπερνούσε ανάλαφρα και γνώριζε σχεδόν με ακρίβεια αυτή την απόσταση. Είχε μάθει τα βήματά του πάντα στο χρόνο του ρολογιού. Ένα τικ κι ένα τακ σηματοδοτούσε την εναρμόνιση του σώματός του με το ρυθμό που αντηχούσε στο περιβάλλον του. Κάτι διαφορετικό είχε συμβεί όμως αυτή τη φορά όταν ο άνεμος που του φύσηξε στο πρόσωπο ήταν το έναυσμα για να κάνει το όνειρό του πραγματικότητα. Ήταν το πλάνο που ονειρευόταν. Φαντάστηκε να κινηματογραφεί τον εαυτό του και να τον ακολουθεί σε χρόνο δέκα φορές πιο γρήγορο από εκείνο που είχε συνηθίσει να αντηχεί στο ρολόι του.

Ο αέρας χτυπούσε το πρόσωπό του πιο φυσικά από ποτέ, πιο γρήγορα από ποτέ. Ήταν η πρώτη φορά που η κόντρα για ένα αεράκι ή για ένα δυνατό άνεμο είχε τον πρωταρχικό ρόλο στις σκέψεις του ουρανού του. Ο ουρανός απηχούσε στις σκέψεις του μέσω κοινών συναισθημάτων. Ένας καθαρός ουρανός ήταν γι’ αυτόν ένα κάψιμο στα μάτια. Ένας βροχερός ουρανός ήταν δροσιά για το στόμα. Ένας συννεφιασμένος ουρανός ήταν η ισορροπία ανάμεσα στη χαρά και στη λύπη, στη γνώση των προβλημάτων και στη σοφία της ύπαρξής τους. Έτσι ένιωθε τη ζωή, έτσι η ζωή τον διαμόρφωσε.

Το πλάνο κατέληξε κι η ευεξία που του προσέφερε η φύση δεν μπορούσε να ξεπληρωθεί με ουράνια άσπρα, μπλε και γκρι χρώματα. Είχε ξεπεράσει το ρυθμό του χρόνου μέσα στη σκοτεινή μοναξιά του. Το πλάνο ολοκληρώθηκε. Ο τυφλός γέρος με το ποδήλατο κατέβηκε να ξαποστάσει. Υπερνίκησε το χρόνο του τικ τακ για πρώτη φορά στη ζωή του κι αυτό συνέχισε ακόμα κι όταν το σώμα του ήταν όρθιο, ακίνητο, στάσιμο. Οι χτύποι της καρδιάς του ανεβοκατέβαζαν τις τιμές τους με το χρόνο να βρίσκεται ακόμα κάπου στα μέσα της διαδρομής του πλάνου. Όλες του οι αισθήσεις είχαν διεγερθεί. Ναι, όλες. Διότι την όραση την ξεπέρασε όταν ξεπέρασε ο ίδιος τον εαυτό του. Όταν καβάλησε αυτό το ποδήλατο, όταν αφέθηκε σε μια ευθεία, όταν υπερνίκησε το χρόνο κι όταν οι αισθήσεις του προσέθεσαν την αίσθηση της στιγμιαίας αξίας στο είναι του.

Έτσι απλά.

solidarity-causes-black-and-white-small-47138

«Περίμενε μισό λεπτό, πάω να βάλω ένα ποτηράκι νερό κι έρχομαι».
«Κάτσε, μην σηκώνεσαι πάω να σου βάλω εγώ».

«Δεν έχω αυτοκίνητο, να βρεθούμε κέντρο κατά τις 8;»
«Έχεις αμάξι;»
«Όχι μωρέ σιγά, θα πάρω το λεωφορείο..»
«Δεν το συζητάω. Θα ‘ρθω εγώ να σε πάρω, θα περάσω στις 8..»

«Μπορείς να μου δανείσεις 100 ευρώ; Η ανάγκη βλέπεις, όλα ήρθαν στραβά.. Θα στα επιστρέψω σίγουρα, σύντομα θα..»
«Πάρε τα και θα τα βρούμε, σιγά, ξένοι είμαστε;»

«Γιαγιά θες βοήθεια;»
«Όχι παιδί μου, μόλις έφτασα σπίτι μου, να είσαι καλά..»

«Καθίστε, καθίστε.»
«Όχι δεν πειράζει σε δυο στάσεις κατεβαίνω..»
«Καθίστε, δεν υπάρχει πρόβλημα, ελάτε..»

«Αυτό είναι για σένα.»
«Δεν έπρεπε! Σου έχω πει, δεν θέλω δώρα μου αρκεί που ήρθες!»

«Μπορείς να αλλάξεις σταθμό, μου ‘χει πάρει τα αυτιά..»
«Βάλε ότι θες, δεν με νοιάζει.»

«Μαγείρεψες; Μα αυτό είναι το αγαπημένο μου φαγητό.»
«Ναι, το ξέρω..»

«Το λυπάμαι μωρέ το καημένο. Φέρε την Ίρμα σε μένα, θα στο κρατήσω εγώ όσο λείπεις.»

«Άσε κερνάω εγώ. Άσε σου λέω. Στο χρωστάω.»

«Εντάξει μην ανησυχείς. Θα βρω ένα εφημερεύων, θα στα πάρω εγώ. Ναι, έρχομαι.»

«Έλα ρε μάνα να κάνουμε ένα τσιγάρο. Σήμερα δεν σε είδα καθόλου.»

«Να σου πω κάτι; Σ’ έχω στην καρδιά μου ρε φίλε. Το ένιωσα και στο είπα.»

Γιατί στα μικρά, γινόμαστε μεγάλοι. Κι όταν δεν μας φτάνει αυτό που μπορεί να βλέπουμε καμιά φορά στον καθρέφτη, φροντίζουμε να το βλέπουμε μέσα από τα μάτια των άλλων.

Το συμβόλαιο της ζωής.

Untitled_painting_by_Zdzislaw_Beksinski_1984

Δεν κατάφερα να εισέλθω στον κόσμο της πραγματικότητας ποτέ. Αναγκάστηκα να αντιλαμβάνομαι το πραγματικό, αυτό δηλαδή που κρίνει τον άνθρωπο ως αντικείμενο εκδιδόμενο στις επιταγές αυτής της πραγματικότητας με όρους συμβολαίου. Τι κι αν δεν είχε την υπογραφή μου; Υπήρξε η εποχή που δεν γνώριζα ακόμα πως υπάρχουν γράμματα, λέξεις, μορφασμοί, νεύματα, σύμφωνες και αντίθετες ρητορικές που αλληλεπιδρούσαν μεταξύ τους. Γεννήθηκα ως μέλος μιας ομάδας, της ομάδας που με δημιούργησε. Οι δεσμοί αίματος αποτελούσαν αυταπόδεικτα στοιχεία της κτήσης. Μοναδικό μέσο για να αντιλαμβάνομαι τα πράγματα και τις συνθήκες που με αφορούσαν ή που είχαν κάποια επιρροή πάνω μου ήταν οι πέντε μου αισθήσεις. Έμαθα αργότερα από διανοούμενους δίχως ονοματεπώνυμο και από πνευματικούς της θεωρητικής σχολής, πως η διάνοια είναι κάτι πολύ σημαντικό σε αυτή την πραγματικότητα, είναι το όπλο που θα μας δημιουργήσει κίνητρα για να σταθούμε αντάξιοι στο λεγόμενο πραγματικό περιβάλλον. Ξαφνικά αυτή η διάνοια, δίχως τις κατάλληλες έννοιες ακόμα να έχουν εισχωρήσει στο συνειδητό και το ασυνείδητό μου, με έκαναν να αναρωτηθώ το λόγο που μπορεί να χρωστάω σε αυτούς τους πραγματικούς τη διάνοιά μου και γιατί άραγε να πρέπει να αποδείξω πως έχω την απαιτούμενη διάνοια για να τους ευχαριστήσω. Κι έφτασε κάποια στιγμή ο χρόνος σε ένα τέλμα διότι αυτή η ρεαλιστική απεικόνιση των πραγμάτων έφερε στην επιφάνεια το –κατά τα λεγόμενα- φαντασιακό μέρος της οντότητάς μου, εκείνο το κομμάτι που αντιλήφθηκε πως για εκείνο ακριβώς προοριζόταν. Δίχως λοιπόν να έχω γνωρίσει ακόμα καλά τις πραγματικές τους εμπειρίες, τα πρωτόκολλα που σε καθιστούν διάνοια ή απλά έξυπνο, αποφάσισα να γνωστοποιήσω το φαντασιακό – κατά τα λεγόμενα – μέρος του εαυτού μου και να ρωτήσω τι συμβαίνει σε αυτή την περίπτωση. Η απάντηση ήταν πως η ομάδα μου, η ομάδα που με δημιούργησε, μου είπε πως είμαστε ένα σύνολο που απαρτίζεται από μια χούφτα ανθρώπους και γι’ αυτό το λόγο πρέπει να θεωρούμε τους εαυτούς μας τυχερούς που ανήκουμε σε μια τέτοιου είδους φατρία. Η αυθεντικότητα των δεσμών αίματος μας έκανε μοναδικούς, αυτό υπονοούσαν με λέξεις απλουστευμένες. Κι ύστερα έρχονται οι άλλες ομάδες στις οποίες πρέπει να προσχωρήσουμε, να αλληλεπιδράσουμε και κατά συνέπεια να ενσωματωθούμε. Αυτή είναι η πραγματικότητα, μου είπαν. Οι σκέψεις μου επηρεάστηκαν, εμπιστεύτηκα το σύνολο και αποφάσισα να ακολουθήσω το γενεαλογικό μου συμφωνητικό. Και το επίκτητο συμβόλαιο της πραγματικότητάς τους. Διότι αναλογιζόμενος της συνέπειες στην περίπτωση υιοθέτησης μιας –κατά τα λεγόμενά τους- φαντασιόπληκτης ψευδαίσθησης, της ενδεχόμενης δηλαδή στήριξης της δικής μου ομάδας, θα κατέληγα να ήμουν ένα άτομο. Ένα άτομο μιας και όλοι ανήκαν σε ομάδες οπότε θα ήμουν τελικά μόνος μου, μακριά από το ρεαλιστικό μοντέλο μιας επιτυχημένης ζωής. Μόνο που δεν γνώριζα πως στο επόμενο χρονικό τέλμα αυτές οι οντότητες που ήθελαν να βιώσουν και να χτίσουν τη ζωή τους με βάση την διάνοια που δεν διδάχτηκαν ποτέ, ήταν πάντα μονάδες αυτόβουλες, διακριτές και σύμφωνα με το καταστατικό, περιθωριοποιημένες που δεν άξιζαν ίσης μεταχείρισης. Διασκορπισμένοι στα μήκη και τα πλάτη της γης φαίνεται πως αποτελούσαν μειοψηφία μα το αντίθετο φάνηκε πως συνέβαινε. Από τις ελεύθερες γαίες που χρησιμοποιούσε ο άνθρωπος για την επιβίωσή του ξάφνου η επιβίωση έγινε πολυτέλεια και κατά συνέπεια οριοθετήθηκε η αυτόβουλη εξέλιξη στο όνομα της καθολικής εξέλιξης των πάντων. Κι έτσι όλοι αυτοί οι αυτόβουλοι άνθρωποι μετατράπηκαν σε μονάδες στο όνομα της πολιτικοποίησης των ανθρώπινων αξιών. Κι αν τα κατά μέσο όρο ογδόντα χρόνια ζωής ενός ανθρώπου διέπονται από κανόνες από τη στιγμή της γέννησής του, τα σαράντα πρώτα είτε παλεύει μέσα στις ομάδες για να επιβιώσει αυτοβούλως με αποτυχία, είτε αγωνίζεται για να προσεγγίσει τις μονάδες. Κι αν ποτέ οι ομάδες λειτουργούσαν ως μονάδες αυτοβούλως στο όνομα της ανθρωπότητας, τότε η ανθρώπινη ζωή θα επιτελούσε το σκοπό για τον οποίο ήρθε στη γη και πάνω απ’ όλα θα είχε μια ζωή στην οποία το φανταστικό θα ήταν πραγματικό και οι πραγματικότητα των όρων και των κανόνων μια φθηνή απομίμηση του νοήματος της ζωής.

Το θρανίο των βουβών.

green-room-1997

«Γρήγορα!», τα διαβολικά πνεύματα της σκέψης του φώναζαν στο αυτί καθώς προσπαθούσε να τελειώσει το γραπτό στην ώρα του. «Πρέπει, πρέπει να γράψεις, να προοδεύσεις! Για να νικήσεις!», ανώφελα έστυβαν το μυαλό του οι ματαιόδοξες πλύσεις του εγκεφάλου. Μια κοιτούσε τον πίνακα, μια τον καθηγητή. Το βλέμμα του παιδαγωγού όπως επίσημα χαρακτηριζόταν, τον πότιζαν οι λέξεις της απαγόρευσης, του κανόνα, της έννομης τάξης και της ορθής συμπεριφοράς. Το  ‘καλό παιδί’ σήμαινε ‘κανονικό παιδί’. ‘Ο καλός μαθητής ήταν ‘ο μαθητής της γνώσης’. Πολλά ‘μην’ και ‘δεν’, αναρίθμητες αναπάντητες ερωτήσεις, απλουστευμένοι προβληματισμοί που όμως δεν εκκολάφθηκαν καν για να ειπωθούν στην σχολική τάξη. Το βάρος των ανέλπιστων διδαχών μαράζωσαν εκείνο το μέρος του εγκεφάλου που θα καλούσε τον πομπό και τον δέκτη σε επικοινωνία. Το καταστατικό των ενδοσχολικών κανόνων στεκόταν μπροστά του, υπενθυμίζοντας τι πρέπει και τι απαγορεύεται. Αυτό που τον προβλημάτιζε ήταν το τι θα’ πρεπε. Η ευχετική επίκληση στο χτίσιμο και τη συγκρότηση του πνεύματος απείχε από τη σφαίρα της κανονιστικής θεώρησης των γραμμάτων. Μέσα σε όλα αυτά, ένα χέρι απλώθηκε και του πήρε το γραπτό, ο χρόνος είχε τελειώσει. Έτριψε λίγο τα χέρια του μήπως και στάξει το άγχος του στο θρανίο των βουβών και αποχώρησε.

Στο δρόμο θαύμασε ένα ωραίο γκράφιτι πάνω σε ένα άγαλμα, τιμή στα πεσμένα σώματα του παρελθόντος, φυγή για το παρόν που χτίστηκε πάνω του. Κοίταξε ψηλά στον ουρανό ψάχνοντας τον ήλιο που δεν άφηναν πλέον τα κτίρια να επιβληθεί, μόνο σε μεγάλες, πολύχρωμες γραμματοσειρές διάβαζε για την αξία του όπως την ιστορία στα βιβλία. Γύρισε σπίτι, έβγαλε τα παπούτσια του, έπλυνε τα πόδια του, φόρεσε τις παντόφλες του και γύρισε στο δωμάτιό του. Έπιασε ένα σχολικό βιβλίο, ένα εξωσχολικό βοήθημα κι ένα μπλε τετράδιο και τα τοποθέτησε στο ράφι. Έβγαλε ένα άλλο σχολικό βιβλίο, ένα άλλο εξωσχολικό βοήθημα και ένα άλλο μπλε τετράδιο και τα τοποθέτησε πάνω στο γραφείο. Άπλωσε τα πόδια του πάνω σ’ αυτό το γραφείο πάτησε κλικ στον υπολογιστή κι έβαλε ήχο και εικόνα. Ήχους των κυμάτων που παφλάζουν και σκάνε πάνω σε κάποιο βράχο και εικόνα από ένα νησί του Αιγαίου. Έκλεισε τα μάτια, μύρισε με την ψυχή του το ολόγραμμα της φύσης. Το τοίχος της πραγματικότητας είχε πέσει κι η ελευθερία φάνταζε επανάσταση.

Είμαστε μόνοι μας.

Ναι είμαστε μόνοι μας. Διότι εάν εκλογικέψει κανείς τα πάθη τότε μετατρέπεται σε ακόλουθο μιας στρατευμένης θεωρίας. ‘Ήρεμα, να το συζητήσουμε!’, φωνάζει ο τυχόν αδικημένος που μπροστά στο βάρος της ανελέητης σκλαβιάς προσπαθεί να εκλογικέψει την αδικία του. Να της προσθέσει μέλι, κεράσι και λίγο ψωμί που του περισσεύει για να αντέξει το συστηματικό πρωτόκολλο. ‘Αυτό που ήθελα να πω είναι πως..’, και συνεχίζει να αναμοχλεύει και να συγκεντρώνει όσα του έμαθε ο δρόμος, το χώμα και η πέτρα για να ανταπεξέλθει στο ύψος των περιστάσεων. ‘Ανάθεμα την ώρα και τη στιγμή που βρίσκομαι εδώ, ν’ ανάβουν το καντήλι σου και να μην μπορεί να στεριώσει φλόγα απ’ τα δάκρυα της μάνας σου!’, συλλογιέται και ζητά να ακουστεί μα δεν γνωρίζει την υπέρτατη συνείδηση που θα καθόριζε το θάρρος του.

Μόνος και μόνοι εξακολουθεί και εξακολουθούμε να παραμένουμε. Μόνο ιδρώτας ζέχνει και μεταφέρει τη δροσιά του ανάμεσα στα πελώρια κτίρια κι αυτός διαλέγει πάλι να εκλογικευτεί σηκώνοντας το δάχτυλο δείχνοντας τον ιδρώτα του διπλανού του. ‘Αυτός, όχι αυτός, αυτή, αυτοί’. ‘Όλοι τους!’, φωνάζει, φωνάζουμε και φωνάζουν γιατί απλά είναι το πιο εύκολο πράγμα στον κόσμο. Να σηκωθεί το δάχτυλό σου και να δείξει τα μικρόβια του άλλου. Που μυρίζουν το ίδιο, βρωμάνε ασύστολα και συ προσπαθείς να ξεχωρίσεις το πιο αρωματισμένο. Κι όταν στρέψεις το δάχτυλο ενάντια στον ίδιο σου τον εαυτό τότε αυτό θα συμβεί μόνο όταν είναι εξοπλισμένο. Όταν τα πάθη υπερισχύσουν και συγκρουστούν με τον στρατευμένο λογισμό μας τότε ο εαυτός δικάζεται ανελέητα και στρέφει το εξοπλισμένο δάχτυλο στο ίδιο του το πρόσωπο. Και φεύγει. Μόνος.

Το παράδοξο της κατάπνιξης των παθών είναι η εκ των προτέρων μη εφαρμογή τους. Κι όσα αναδείχθηκαν τυχαία, εκπολιτίστηκαν και γράφτηκαν σε βιβλία. Πρώτη παράγραφος, δεύτερη παράγραφος, παραπομπές στα πάθη του τάδε και του δείνα. Έγιναν βιβλία σε σχολές, σε συγκεντρώσεις και σε πανεπιστήμια. Διδάχτηκαν. Κι αν τα πάθη είχαν ανθρώπινη μορφή θα γελούσαν με ουρλιαχτά. Κι έρχεται η στιγμή που η διδακτέα ύλη θα θελήσει να συγκρουστεί με τους εκπολιτισμένους. ‘Ναι, αυτούς, αυτούς!’ Μέχρι εκεί. Αυτή είναι η εξέλιξη (και όχι η πρόοδος!) των παθών όσο κι αν διαστρεβλώθηκε απ’ τα γεννοφάσκια της.

Ο άνθρωπος είναι μόνος, το ξέρει, το βλέπει μιας και αποδίδεται στα πάθη του το κλάμα, η συγκίνηση, η αλληλεγγύη και η συμπόνια. Μια εξέλιξη των παθών του ανθρώπου για τον άλλο και τον άλλο και τους άλλους, όταν αυτοί οι ίδιοι οι αίτιοι κλαίνε για τα δικά τους, τα ολόδικά τους. Μα μόλις σταθούν, μόλις ο άλλος κι οι άλλοι ακούσουν το στρατευμένο πάθος τους και δώσουν ένα χέρι βοηθείας, τότε ξεκινούν κι οι ίδιοι οι  ‘πληγωμένοι και καταπονημένοι’ να δείχνουν με το δάχτυλο τους άλλους και άλλους..

Ένας φαύλος κύκλος δηλαδή στον οποίο το διακριτό και το πλουραλιστικό διαχέεται με όρους διακριτούς και πλουραλιστικούς.

Το ταξίδι της ψυχής.

Φύλαξε προσεκτικά μέχρι και το τελευταίο αντικείμενο στη βαλίτσα της, δίχως ακόμα να γνωρίζει τη σημασία του αναγκαίου ή του περιττού σε μια τέτοια περίσταση. Η αυλόπορτα σφύριξε με την χαρακτηριστική της παραφωνία και έδωσε το σύνθημα για την αναχώρηση. Η πόρτα χτύπησε, ενώ εκείνη με ανοιχτές ήδη τις αγκάλες όδευσε προς την εξώπορτα. Ένας ψηλός, καμπουρωτός νεαρός, την αγκάλιασε άγαρμπα, δίνοντας την εντύπωση πως πρόκειται για επανασύνδεση. «Είσαι έτοιμη;», αποκρίθηκε ο νεαρός. Η γιαγιά του αμήχανα, του έγνεψε καταφατικά και χαμογέλασε ενοχικά για τις στιγμές απελευθέρωσης και ξενοιασιάς που ενδεχομένως θα ακολουθούσαν. Τον φίλησε στο μάγουλο συμβολικά όπως ακριβώς έκανε στο μακαρίτη τον άντρα της, το γιο της και τώρα στον εγγονό της, το μεστωμένο σπόρο που φύτρωσε τελευταίος, για να μπορεί αργότερα να προσφέρει οξυγόνο σε όσους το είχαν ανάγκη. Ένα μεγάλο σιδερένιο κλειδί διαπέρασε την κλειδαριά και έκανε τον κύκλο του με δυσκολία. Φαίνεται πως εδώ και καιρό το παρελθόν στοίχειωνε το παρόν στο όνομα της τιμής και της υπόληψης. Η αυλόπορτα σφύριξε ξανά προκαλώντας ανατριχίλα, λες και κάθε άψυχο αντικείμενο του σπιτιού φώναζε με παράπονο μπροστά στην αποχώρηση του ιδιοκτήτη του. Ο νεαρός την παρότρυνε με ένα ευγενικό σπρώξιμο προς το εμπρός, αφήνοντας πίσω μια ατμόσφαιρα πεπαλαιωμένη που ίσως σε μερικές ημέρες να αποκτούσε πάλι την παλιά της ψυχική αίγλη.

35207_410088833466_562598_n

Το λιμάνι βρισκόταν σε απόσταση μόλις δέκα λεπτών από το σπίτι, διαδρομή όμως που διήρκησε το διπλάσιο. Λίγο το πρόβλημα στα πόδια της γιαγιάς, λίγο το βαρύ φορτίο του νεαρού στα χέρια και τις πλάτες του, προκάλεσε την αργοπορία, που όμως δεν ήταν ο μόνος λόγος για τις δυσκολίες που ξεκίνησαν από νωρίς. Ο αέρας μαινόταν στο νησί παρασέρνοντας κάθε λογής ευαίσθητα αντικείμενα και ανθρώπους κάθε ηλικίας. Η γιαγιά αντικρίζοντας το βαπόρι θυμήθηκε τη μοναδική επιθυμία του συζύγου της πριν χρόνια να ταξιδέψει στην Αλεξάνδρεια. Το δρομολόγιο Κάσος-Κρήτη δεν ήταν προφανώς το ίδιο, όμως το ταξίδι θα αποτελούσε μέρος της ανεκπλήρωτης αυτής επιθυμίας, πραγμάτωση του πιο κρυμμένου μυστικού της γιαγιάς. Να μπει σε βαπόρι. Να μπει καλοκαίρι με τον ήλιο να καίει ψηλά. Και να φυσάει. Να φυσάει πολύ… Του άρεσε του μακαρίτη να νιώθει τον αέρα, να του χτυπάει το πρόσωπο. Να αισθάνεται λέει πως οι ψυχές τον χαϊδεύουν και του κρατάνε συντροφιά.. Εκείνη χαμογέλασε για λόγους που κανείς δεν γνώριζε και προχώρησε με τον εγγονό της για επιβίβαση.

Ο κόσμος, διάσπαρτος στα καθίσματα και το κατάστρωμα του πλοίου, περίμενε στην αφετηρία για τις καλοκαιρινές του διακοπές. Κι οι δυο μαζί βγήκαν στο κατάστρωμα, με τον αέρα να τους παρασέρνει προς κάθε κατεύθυνση. Ο νεαρός συμβούλεψε την γιαγιά του να μπουν πάλι μέσα, ήταν λέει επικίνδυνο περισσότερο για εκείνη. Αυτή αρνήθηκε, ήθελε για μια στιγμή να νιώσει την ύστατη απελευθέρωση μετά από αναμονή περίπου μισού αιώνα. Όνειρα που στραγγίστηκαν ζητούσαν ήλιο, νερό και οξυγόνο για την τέλεση του δικού τους, άγνωστου μυστηρίου. Ο εγγονός της σάστισε που την έβλεπε να συμπεριφέρεται περίεργα. «Μια στιγμή παιδί μου, μια στιγμή και φεύγουμε», του απάντησε ενώ συγχρόνως έκλεισε τα μάτια της και κράτησε σφιχτά το χέρι του εγγονού της. Ήταν ότι πιο κοντινό είχε στον άντρα της, ήταν το ίδιο αίμα που μπορούσε να εκπληρώσει την επιθυμία της. Προσπάθησε να νιώσει τον αέρα όπως τον περιέγραφε εκείνος και μάλλον τα είχε καταφέρει. Μετά από λίγα δευτερόλεπτα άνοιξε τα μάτια της, κοίταξε έντονα το μπλε τ’ ουρανού και της θάλασσας, νιώθοντας κατά το ήμισυ  μια μετενσάρκωση που έμελλε να καθορίσει τόσο το ταξίδι για την Κρήτη όσο και την επιστροφή αργότερα στο σπιτικό της.

Προορισμός των διακοπών ήταν το Ρέθυμνο, εκεί που ζούσε εδώ και χρόνια ο γιος της με την οικογένειά του. Επισκέφτηκε το πατρικό του άντρα της κοντά στο τζαμί του Καρά Μουσά, πήγε μέχρι τους Μύλους, το Χρωμοναστήρι, έφαγε παγωτό, γέλασε, κουράστηκε, έφτασε μέχρι τον Πλατανιά και κολύμπησε, αγόρασε πλεκτά, ξύλινες χειροποίητες κορνίζες, περπάτησε απόγευμα ξυπόλητη στην παραλία, πήγε στο μοναστήρι της Αγίας Ειρήνης, προσκύνησε, συλλογίστηκε, έκλαψε.. Έκλαψε για το τέλος, όχι ως λήξη, αλλά ως ολοκλήρωση μιας ψυχής που σφύριζε παράφωνα σαν την ξεχασμένη, σκουριασμένη αυλόπορτα του σπιτιού της και τώρα τραγουδάει για μερικές σταγόνες λάδι που μαλάκωσαν την ψυχή της και την οδήγησαν στην κάθαρση..

Η χιονοστιβάδα του θεάματος.

546102_301331339940537_650693800_n

Και να, που μέρες εορτάζουσες και μέρες λαμπρές με φώτα ζεστά στεκόμαστε στη σειρά για να αφαιρέσουμε τις πέτρες που εμποδίζουν την κατολίσθηση της ύλης, το ντόμινο μιας σειράς προγραματισμένων χιονοστιβάδων. Κι όλα αυτά έρχονται σε συνοδεία, κι οι μέρες οι ασθενικές μαζί, που τίποτα δεν τις μεταβάλλει ακόμα κι αν το χιόνι τις καλύψει.

Στις μέρες τις ασθενικές ”οι ασθενικοί” στέκονται γυμνοί με τα πόδια βουτηγμένα στο χιόνι σ’ ένα πυκνό σκοτάδι μπροστά στις διαφημιστικές θερμαινόμενες λάμπες της χριστουγεννιάτικης ανάστασης. Κι όλοι εμείς που αφαιρέσαμε τα πετρώματα που εμπόδιζαν την όψη της κανονιστικής πραγματικότητας, σταθήκαμε στην άκρη του βουνού με τις φωτογραφικές μηχανές περιμένοντας για την απαθανάτιση της στιγμής που θα κάλυπτε το α και το β του εαυτού μέσα στο χρόνο, αναπολώντας το, αδημονώντας το, δοξάζοντάς το. 

Κι ενώ βλέπαμε με το χέρι στο κουμπί το χιόνι πώς πέφτει, πόσο ορμητικά σαρώνει και σκεπάζει την πραγματικότητα, εμείς επιμένουμε να το εξυψώνουμε μετρώντας αντίστροφα 3, 2, 1. Κι είναι αυτούς που άλλοτε θα φτύναμε που μας συρρικνώνουν, που μας αδικούν, μας αφυδατώνουν, είναι όμως μέρος του γ έως το ω του εαυτού μας, είναι άλλης δικαιοδοσίας,  ήτοι ο χρόνος οριοθετείται σύμφωνα με το εθιμικό δίκαιο Εσωστρέφειας και Υποκρισίας.

——————————————

Το κουδούνι πράγματι χτύπησε. Κι ήρθε και του μίλησε για τότε που έμενε από πάνω του. Μα δεν ήρθε για κανέναν. Ήρθε γι’ αυτήν. Και την αξιοπρέπειά της. Φεύγοντας της έδωσε μια τσάντα πατάτες. Ευχαρίστησε βουρκωμένη, νιώθοντας ο ένας καλά κι ο άλλος καλύτερα. Στην τσάντα είχε βάλει κι ένα εικοσάρικο, για να μη θίξει όσα ζητήθηκαν αλλά δεν λέχθηκαν. Μέρες γιορτών. Μέρες χαράς. Μέρες θαυμάσιες, παράξενες μέρες…

Από μπαλκόνι σε μπαλκόνι.

Ο χρόνος κυλάει μα εμείς εξακολουθούμε να τον επισκεφτόμαστε νοερά σε ύστερο χρόνο. Νοσταλγούμε τις στιγμές που πέρασαν, που ζήσαμε και που τώρα συνειδητοποιούμε ότι είχαν μεγαλύτερη αξία από αυτή που πιστεύαμε. Ο άνθρωπος εάν είναι σώφρον δεν αλλάζει και πάρα πολύ μιας και ο χρόνος όταν κυλάει τον κάνει μονάχα πιο ώριμο. Τρέχουμε τρέχουμε μα δεν τον προλαβαίνουμε το χρόνο. Αγγίζουμε, μυρίζουμε, αφουγκραζόμαστε, αναλύουμε, γελάμε, γελάμε πολύ, χαμογελάμε ίσως πιο συχνά μα να πού στο τέλος όλα αυτά τα στοιχεία διατηρούν το παρελθόν φρέσκο μέσα σε ένα αιώνιο παρόν. Μια στιγμή, μια αφορμή, δυο τρία δευτερόλεπτα σηματοδοτούν κάτι που για κάποιο λόγο αργότερα θα θέλαμε να βιώναμε ξανά, κυρίως σε στιγμές αδυναμίας, ανασκόπησης ή ακόμα και εκβιαστικά μιας και το συναίσθημα μπορεί καμιά φορά να επαναληφθεί μέσω μιας εικόνας έντονης και καθαρής, σαν να ‘ταν τώρα. Πάντα απορούσα καμιά φορά για τις παιδικές μου θαμπές και συγχυσμένες εικόνες. Μέσα στο χάος των παιδικών μου αναμνήσεων είναι εντυπωσιακό πόσο ξεκάθαρα είναι ορισμένα περιστατικά.  Το ίδιο συμβαίνει και σήμερα. Σε μια ώριμη χρονικά ηλικία όμως τα πράγματα καμιά φορά που μας συγκλονίζουν χαρακτηρίζονται ανεκτίμητα αρκετά αργότερα. Είτε διότι τα καταγράφουμε πλέον ως μαθήματα και αναγκαία κακά είτε γιατί επιθυμούμε την επανάληψή τους ξανά και ξανά αν και φυσικά γνωρίζουμε πως εκεί έγκειται και η μαγεία του χρόνου και της ίδιας της ζωής.

Μέσα σε όλα αυτά, το μπλογκ αποκτάει εξίσου την ανάλογη αξία όταν κάνεις μια επιθεώρηση σε παλαιές αναρτήσεις. Διότι η προσωπική ιστορία του καθενός καταγράφεται όπως ακριβώς γράφτηκε τότε. ‘Ατενίζοντας το μέλλον” είχα ονομάσει το νέο δρόμο που κρατούσε ήδη μερικούς μήνες και θα διαρκούσε συνολικά δύο χρόνια. Αυτά τα δύο χρόνια πέρασαν και βρίσκομαι για άλλη μια φορά κάπου αλλού. Η αρχή μιας συνέχειας. Διότι όλοι μας αναρωτιόμαστε καμιά φορά ποιο το νόημα για όλα όσα προσπαθούμε, πού θα οδηγηθούμε, αν τελικά αξίζει η συνεχής προσπάθεια, αν θα νιώσουμε κάποια στιγμή ότι οι κόποι μας πιάσαν τόπο που λέμε αν αν αν.. Καμιά φορά δεν έχει σημασία το αν και το πότε και το γιατί. Παραδόξως οι δύσκολες στιγμές είναι που μας οδηγούν πολλές φορές στον σωστό το δρόμο και είναι η αιτία που ευλογούμε τη ζωή, τον οποιοδήποτε βρίσκεται εκεί πάνω, για όλα όσα με ιδρώτα αποκτήσαμε αλλά δίχως αυτόν ακριβώς τον ιδρώτα δεν θα είχαμε ίσως την αίσθηση της ελπίδας, της προσπάθειας, της νίκης..

Προχωρώντας λοιπόν προς κάτι άγνωστο σε πραγματικό χρόνο, επιθυμώντας ωστόσο την επίτευξη αυτού του αγνώστου στον κόσμο των ιδεών και των συναισθημάτων, ας κρατήσουμε τους ανθρώπους που έχουμε ανάγκη κοντά μας, αποδίδοντας όμως και ένα φόρο τιμής στο περιβάλλον που μας συντρόφευε με το πέρας των χρόνων. Αυτοί οι τοίχοι εξακολουθούν να βρίσκονται εκεί, οι φωνές μας μπορεί να αντηχούν ακόμα εκεί μέσα. Περάσαμε κι εμείς από αυτά τα σοκάκια, τα γνωρίσαμε, τα θυμόμαστε και εκείνα με τη σειρά τους μας γνώρισαν. ‘Εχουμε την πεποίθηση πως προσφέρονται για περπάτημα περισσότερο σε μας παρά στους καινούριους. Η θέα από το μπαλκόνι είναι η ίδια, δεν άλλαξε κι αυτό καμιά φορά προκαλεί νοσταλγία.. Ας μην ξεχνάμε λοιπόν όταν τα επισκεφτούμε ξανά πως θα νιώσουμε το ίδιο αίσθημα νεότητας και ζεστασιάς μόνο που αυτή τη φορά θα είναι περισσότερο αμήχανο, ξεθωριασμένο αλλά πάντα ζωντανό και ευπρόσδεκτο. Πάντα διαθέσιμο για τους περαστικούς που μοιράστηκαν εκεί τις στιγμές τους ξοδεύοντας αστείρευτη ενέργεια, ασύδοτους ερωτισμούς, εκρηκτικές συμπεριφορές..

Μια καινούρια θέα απλώνεται μπροστά μου θυμίζοντάς μου πως η ζωή αναπαράγει, αναπλάθει, αναδημιουργεί με βάση την ενέργεια που ξοδεύουμε και αφιερώνουμε σε αυτήν. Αρκεί να μην ξεχνάμε να ξαποσταίνουμε καμιά φορά και να συνειδητοποιούμε με τι ταχύτητα τρέχουμε… Όλοι γνωρίζουμε και θέλουμε να πιστεύουμε πως σημασία δεν έχει ο προορισμός αλλά το ταξίδι που κάνεις προκειμένου να φτάσει σε αυτόν..