Ο βωμός του εαυτού μας.

«Στο βωμό μιας εορτής εκπορνεύουμε τις απραγματοποίητες ζωές σας. Δημιουργούμε ήχους με τις φωνές μας, φτιάχνουμε αριθμούς με τους ανεξίτηλούς μας και κουρδίζουμε τα κενά των γραναζιών σας. Δημιουργούμε στιγμές για να θυμάστε και σας σφίγγουμε το χέρι με μια αόρατη ευχή για συντροφιά. Συνωμοτούμε και ταξιδεύουμε αντάμα στο παράλληλο, το επιθυμητό, το κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωση των ονείρων σας. Σας έχουμε ανάγκη.»
«Στο βωμό μιας εορτής σας παραδίδουμε τις ηδονές μας με το αντίτιμο που όρισε ο ανεξίτηλός σας. Θέλουμε να μας μιλάτε για να μην συλλογιζόμαστε, να μας αγαπάτε για να ικανοποιείται το απραγματοποίητό μας. Σας εμπιστευόμαστε τις στιγμές που παρελαύνουν στρατευμένες και νοθεύουν ζεστασιά τα σώματά μας. Αγοράζουμε χρώματα για να αναπνεύσουμε και λέμε τραγούδια για να μην μιλάμε στον παράλληλο εαυτό του ταξιδιού μας. Μας κάνετε επιθυμητούς καθώς βουλιάζουμε στον πάτο του ρεαλισμού μας. Η ανάγκη μάς έχει.»

Εντυπώσεις ενός αλλοδαπού.

Ταξιδεύοντας ανακάλυψα την προπατορική αξία των συναισθημάτων. Ως αρχάριος αφέθηκα στις σκέψεις και τις αντιδράσεις που μου προκάλεσαν, οδηγώντας με σε εσωτερικές αυτόανοσες συγκρούσεις οι οποίες τελικά απεδείχθησαν σωτήριες και καταλυτικές σε έναν κόσμο περισσότερο προσωπικό και ανηφορικό για ένα εύλογο χρονικό διάστημα.Το αποτέλεσμα με βρίσκει εδώ ξανά μπροστά από κάτι απρόσωπο εξαρχής, αλλά απόλυτα συνδεδεμένο και ανοιχτό για τον κάθε φίλο και ενδιαφερόμενο.

Κάθισα σε μια πόλη διαφορετική, νοσταλγική αλλά ξένη, ήπια λίγο τσάι, έκανα ένα τσιγάρο ενώ ο ιδρώτας έρεε με ρυθμό τέτοιο που υπερέβαλλε, κάθε μου συναίσθημα ανασφάλειας και αγωνίας προδιδόταν από τους ανοιχτούς πόρους που είχαν δώσει την άδεια για σπατάλη. Κοιτούσα τους περαστικούς, τους θαμώνες και σκεφτόμουν εάν με κοιτάνε κατά τον ίδιο τρόπο, εγώ ήμουν τελικά ο ξένος ή εκείνοι ήταν ξένοι για μένα; Έπρεπε να αποφασίσω τον ρόλο που θα έπαιζα. Δεν γνωρίζω εάν υπερέβαλα ή όχι αλλά κανένας δεν μου είχε δώσει διαπιστεύσεις. Η ανοησία μου έφτασε στο σημείο να θεωρεί τα στριφτά μου τσιγάρα αφορμή για σχόλια μαθαίνοντας λίγο πριν πως καπνός στο εμπόριο σαν τον δικό μου δεν υπήρχε. Μία γυναίκα πέρασε από μπροστά μου με μαντίλα συνοδευόμενη από τον σύζυγό της , την ίδια στιγμή έστριψα τα μάτια μου στο δρόμο που είχε γεμίσει νερά από την νοικοκυροσύνη των μαγαζατόρων. Άν και δεν είχα κάνει κάτι κακό ούτε κατά διάνοια, ένοιωσα λίγο φόβο και ηθική υποχρέωση ίσως γι’αυτή μου την κίνηση. Με τη βαλίτσα στη διπλανή μου καρέκλα περίμενα έναν φοιτητή από το πανεπιστήμιο που θα με παραλάμβανε. Ένα αεράκι φύσηξε στεγνώνοντας λίγο το μέτωπό μου, προκαλώντας μου ανατριχίλα. Θυμήθηκα πόσο πρόσφατο γεγονός είναι η Κύπρος, που, πλάκα πλάκα, βρίσκεται μόλις 3 ώρες από ‘δω ή ακόμα πιο φρέσκα στη μνήμη μας τα Ίμια. Δεν ήθελα να ξεκινήσω να σκέφτομαι τους ιστορικούς σταθμούς Ελλάδας και Τουρκίας διότι είτε θα έφταναν στη μνήμη μου οι απόψεις των φίλων και γνωστών (σημειωτέον δεν ήταν καθόλου κολακευτικές), είτε θα δημιουργούσα σενάρια επιστημονικής φαντασίας για την δική τους άποψη περί ημών. Έχοντας λοιπόν όλες αυτές τις συγχυσμένες αντιδράσεις προσπάθησα να ενσωματωθώ στο δικό τους περιβάλλον με βάση τις ιστορικές μου γνώσεις. Τι στο καλό, Έλληνες και Τούρκοι καταφέρναμε πάντα και συμβιώναμε, μοιραζόμασταν, ανταλλάσσαμε, πολύ απλά ζούσαμε. Σαφώς και υπάρχουν εξαιρέσεις αλλά η κοινωνική διάσταση των πραγμάτων έδειχνε το αντίθετο. Κι αυτό δεν το λέω εγώ αλλά η ελληνική γλώσσα, που με  μια γκάμα λέξεων και φράσεων ερχόμενες εξ ανατολής, αποδεικνύει περίτρανα αυτές τις αλληλεπιδράσεις. Ναι αυτά σκεφτόμουν από τη μια στιγμή στην άλλη. Μέχρι που ήρθε η στιγμή να σηκωθώ από την καρέκλα μου και να βαδίσω προς το ξενοδοχείο. Σταμάτησα σε ένα κατάστημα ψιλικών. Με σπαστά τουρκικά του ζήτησα οδοντόκρεμα, οδοντόβουρτσα. Ένας νεαρός γύρω στα 35 σκουντάει τον φίλο του, σινιάλο ίσως πως αυτός είναι από αλλού φερμένος. Αλμάνυα; (Γερμανία), με ρωτάει ο διπλανός. Γιουνάν  Γιουνάν (Έλληνας) του απαντάω εγώ. Για κάποιο λόγο αισθάνθηκα δυσφορία. Κάτι αναπάντεχο συνέβη. Γκιρίτ, Γκιρίτ!, φωνάζει με γουρλωμένα τα μάτια ο άλλος νεαρός. Εγώ έμεινα να τον κοιτάω σαστισμένος. Για κάποιο επίσης λόγο βροντοφώναζε πως είναι Κρητικός. Του απαντάω πως όχι απλά είμαι Έλληνας αλλά και γέννημα θρέμμα Κρητικός. Ε, αυτό ήτανε τα’χασε. Έρχεται προς το μέρος μου μ’αγκαλιάζει, εγώ τα’ χω χάσει, εκείνος έχει σκάσει ένα χαμόγελο ίσα κυριολεκτικά με την Κρήτη. Μου ζήτησε να τον επισκεφτώ ξανά, να πιούμε τσάι, να τα πούμε. Το κωμικό της υπόθεσης ήταν ότι με κοιτούσε μπροστά από το ταμείο μην πιστεύοντας πως στην πόλη του θα εμφανιζόταν κάποιος συμπατριώτης του κι εγώ την ίδια στιγμή περίμενα να λάβω τα προϊόντα για το οποία με παρακίνησαν να εισέλθω στο κατάστημα. Κάπως αμήχανα τον ρωτάω: η οδοντόβουρτσα; Ά ναι ναι, μου απαντάει και εκεί κατάλαβα πως κάθε του αντίδραση ήταν πραγματική και αυθεντική. Τον χαιρέτησα και έφυγα. Περπατώντας για κανένα εικοσάλεπτο συνειδητοποίησα πως ο ιδρώτας είχε εξατμιστεί, τα χέρια μου ήταν στεγνά και η καρδιά μου στη θέση της. Ο πρώτος Τούρκος που συνάντησα με αγκάλιασε. Και η συνέχεια είχε κι άλλες τέτοιες συμπεριφορές ή εκφράσεις. Αυτή τη στιγμή κερδίζω έδαφος. Όχι εγώ δηλαδή. Αλλά ο κλασσικός, αιώνιος και αντιπροσωπευτικός φραπές που τους έμαθα και που κάθε πρωί μερικοί από αυτούς τον καταναλώνουν σε μεγάλες ποσότητες. Α, και το τάβλι φυσικά. Ή τάβλα. Ή όπως να’ ναι. Σημασία έχει το αντικείμενο. Η σημασία του ως έκφραση μιας ιδιοσυγκρασίας κοινής. Σαν έναν άνθρωπο με προτερήματα και ελαττώματα.

Η ζωή σε δύο πράξεις.

–          Κατέβα

Έκλεισε απότομα το κινητό και περίμενε. Δεν ήξερε αν ήταν κοντά στο αυτοκίνητο, δεν έβλεπε. Λίγο η βροχή, λίγο οι υαλοκαθαριστήρες που την απομάκρυναν μάταια, δεν την βοηθούσε να καταλάβει. Για σιγουριά τον πήρε τηλέφωνο. Θέλησε ίσως να προετοιμάσει την ατμόσφαιρα της συζήτησης και τις διαθέσεις που θα τον καταπλάκωναν μόλις άνοιγε το στόμα της και αποφάσιζε να μετατρέψει την σκέψη σε λέξεις, τις λέξεις σε προτάσεις. Η βροχή έριχνε μικρές τσιμπιές στο παρμπρίζ του αυτοκινήτου χωρίς ωστόσο να καταφέρνει να το λυγίσει. Το μεγαθήριο μπροστά στην πιο ευρέως διαδεδομένη χημική ένωση του κόσμου. Ασύγκριτα μεγέθη. Όπως ασύγκριτη θα είναι και η επιχειρηματολογία της Στέλλας. Έχουν περάσει δύο λεπτά και ακόμα περιμένει. Είναι λίγο νευρική, κι αυτό έχει ως συνέπεια η αρχική νευρόσπαστη άνω-κάτω κίνηση του αριστερού της ποδιού να την οδηγήσει σε ένα εξωφρενικό χτύπημά του στο πατάκι του αυτοκινήτου. Τα αδυσώπητα χτυπήματα της στερούν μερικούς πόντους στο καλσόν. Δεν άκουγε όμως, ούτε είχε συναίσθηση των σπασμωδικών της κινήσεων. Ο ασταμάτητος ήχος της βροχής δεν την άφηνε να αφουγκραστεί την ένταση στο κορμί της. Χωρίς να σκεφτεί ότι κάτι δεν πάει καλά με την κινησιολογία της, ανοίγει την ταμπακιέρα και αρπάζει ένα τσιγάρο ξεσπώντας πάνω του. Ο κυρτός πλέον σωλήνας ανάβει και η στάχτη σκορπίζεται πάνω της, στο κάθισμα ανάμεσα στα πόδια της, στο χαλάκι, στο τιμόνι, παντού. Ο καπνός διαχέεται στον οργανισμό της αλλά η νικοτίνη δεν είναι σε θέση να βελτιώσει την σταδιακά αυξανόμενη ένταση του κορμιού της. Είναι εξάρτηση κυρίως ψυχολογική. Πριν προλάβει να αναρωτηθεί τον λόγο καθυστέρησής του, πετάει με αηδία το φίλτρο που μόλις είχε ρουφήξει. Ανασηκώνεται στο κάθισμα νιώθοντας τον ιδρώτα να ρέει στη μέση της με πορεία καθοδική. Κοιτάζεται στον καθρέφτη χωρίς να μπορεί να διακρίνει τους μαύρους κύκλους απ’ την χθεσινοβραδινή αγρυπνία. Κοιτάζει δεξιά, κοιτάζει αριστερά, δεν διακρίνει όμως καμία ανθρώπινη φιγούρα πέρα από αυτήν. Σα να ήθελε να νιώσει την παρηγοριά μιας παρουσίας σε απόσταση είκοσι μέτρων. Η βροχή, ο ήχος του χαμηλωμένου ραδιοφώνου και η ανάσα της διακόπτονται απότομα από τις αισθήσεις της. Ένας πόνος στο στομάχι την αναγκάζει να σφίξει την γροθιά της και να πιέσει το σημείο που αντιδρά με τρομακτική δύναμη. Σκύβει το κεφάλι, κλείνει δύο δευτερόλεπτα τα μάτια, ξορκίζοντας την αναπάντεχη ευαισθησία που την επισκέφτηκε μέσα στα μαύρα μεσάνυχτα. Ο πόνος απομακρύνεται, σηκώνει ξανά το κεφάλι, ενώ το πόδι συνεχίζει να βρίσκεται πρώτο στην παλμικό ρυθμό του οργανισμού της. Τα μαλλιά της δεν κατάφεραν να αποφύγουν τη ροή της βροχής όταν λίγη ώρα πριν ξεκίνησε να υγραίνει καθετί στο πέρασμά του. Εκείνη τα αγγίζει, τα φέρνει μπροστά στους ώμους, σκαρφίζοντας μία απατηλή αίσθηση ζεστασιάς και τρυφερότητας. Δαγκώνει τα χείλη της σκεφτόμενη την αργοπορία που την αναγκάζει να παρατείνει το χρονικό της ξέσπασμα. Ήδη η ενέργεια που ένιωθε όταν δημιούργησε τον υστερόχρονο συλλογισμό της, την οδηγεί με μαθηματική ακρίβεια σε συναισθηματική φθορά. Ξαφνικά το βλέμμα της εστιάζει μεταξύ της κολώνας της ΔΕΗ και του σκουπιδοτενεκέ. Ανάμεσά τους διακρίνει μία σκοτεινή, θολή φιγούρα που κατευθυνόταν προς το αυτοκίνητό της. Επιτέλους είχε έρθει. Το πόδι σταματάει, η ταμπακιέρα ανοίγει ξανά, τα μαλλιά τραβιούνται πάλι πίσω και η στάχτη συνεχίζει μέσα σε λίγα λεπτά πάλι να συμπληρώνει τα κενά που δεν πρόλαβε να καλύψει στην προηγούμενη τζούρα. Η πόρτα ανοίγει και βεβιασμένα εισέρχεται ο Παύλος. Η ψυχρή ατμόσφαιρα του εσώκλειστου χώρου γίνεται ακόμα πιο κρύα με το άνοιγμα και το κλείσιμο μόνο μιας πόρτας. Ο Παύλος τινάσσει σαν το σκυλί το νερό απ’ τα μαλλιά του, τους δίνει ένα πρόχειρο χτένισμα με τα δάχτυλά του και στη συνέχεια κοιτάει χωρίς δεύτερη σκέψη στα μάτια τη Στέλλα. Εκείνη σείεται ολόκληρη πια, χωρίς να μπορεί να κρύψει την αναστάτωσή της. Σε μια στιγμή υπεροψίας και αμηχανίας γυρίζει εκείνη και τον κοιτάζει…

–          Έρχομαι.

Ο Παύλος κοιτάει απ’ το παράθυρο για να εντοπίσει το ακριβές σημείο που στάθμευσε ακριβώς η Στέλλα. Βλέπει ακριβώς κάτω από το σπίτι του ένα Ford Fiesta σκούρο μπλε να έχει σταματήσει, με τα αλάρμ να αναβοσβήνουν ρυθμικά. Κοιτάζεται στον ολόσωμο καθρέφτη, σκουπίζει τα μάτια του, ελέγχει μήπως είναι ακόμα κόκκινα και περιμένει να ξεθυμάνουν. Χωρίς να ξεχνάει τις καθημερινές του συνήθειες περιποιείται με τα δάκτυλα τα μαλλιά του, προσπαθώντας να επωμιστεί μια στιγμή ανάπαυλας και ψυχικής προετοιμασίας. ΄΄΄Κινητό, λεφτά, κλειδιά, τσιγάρα΄΄. Τα είχε όλα μαζί του ήταν έτοιμος να φύγει. Απενεργοποιεί τον υπολογιστή, και κατευθύνεται προς την έξοδο. Σταματάει όμως απότομα γιατί κάτι ένιωθε πως είχε ξεχάσει. Μα φυσικά… Επιστρέφει πίσω, ανοίγει το συρτάρι του γραφείου και χώνει απρόσεκτα στην τσέπη του ένα μικρό δώρο πιθανόν για εκείνη. Πάει μέχρι την κουζίνα, βάζει ένα ποτήρι νερό και πίνει ένα ντεπόν. Το κεφάλι του κόντευε να σπάσει εκείνη τη μέρα. Ένα βάρος στο στήθος δεν τον άφηνε να επαναφέρει την ισορροπία στο εσωτερικό του. Μία στιγμή ανασφάλειας ήταν αρκετή για να κοιταχτεί ξανά στον καθρέφτη και να βεβαιωθεί πως τα μάτια του δεν ήταν υγρά πλέον, παρόλο που πονούσαν λίγο. Κλειδώνει, κατεβαίνει κάτω και λίγο πριν ανοίξει την πόρτα της εξόδου κοντοστέκεται. Παίρνει μια βαθιά ανάσα, σκάει ένα ατυχές μάλλον χαμόγελο και συνεχίζει…

–          Ήθελα να στα πω από κοντά γιατί κόντεψα να σκάσω, μα το θεό.

Εκείνη αδιαφορώντας, του απάντησε βραχνιασμένα και χαμηλόφωνα.:

–          Πες μου, τι έγινε δηλαδή;

–          Ήταν λέει απασχολημένος συνέχεια.. Έπαιρνα και ξανάπαιρνα αλλά τίποτα.. Μην στα πολυλογώ κάποια στιγμή που επικοινωνήσαμε κατάφερα να το πάω το θέμα εκεί που ήθελα.

–          Και τι είπατε;, απάντησε η Στέλλα επιθετικά.

–          Με πλήγωσε. Δεν μπορείς να φανταστείς. Δεν το περίμενα, τι να σου πω τώρα. Του ζήτησα χρήματα, μου είχε πει πως μπορούσε. Αλλά μάταια.. Σε μία τέτοια δύσκολη στιγμή με απέφυγε ο μοναδικός άνθρωπος που ήξερα ότι μπορούσε να με βοηθήσει. Με πλήγωσε, το καταλαβαίνεις;

Η Στέλλα προσποιείται και κοιτάει μπροστά της, αρνούμενη να συμμεριστεί τον πόνο του. Ακίνητη σαν άγαλμα, με έντονους μορφασμούς, νιώθει σκέψεις να της καταλύουν το μυαλό. Σκέψεις που σε διαφορετική περίπτωση θα είχαν μία εντελώς διαφορετική προσέγγιση. Ξαφνικά στρέφει το κεφάλι της, το σώμα της, την προσοχή της παράλληλα σε αυτόν, δημιουργώντας την εντύπωση ότι αυτός ο άνθρωπος είχε διαλέξει στρατόπεδο, δίχως τη σύμφωνη γνώμη του συνομιλητή της. Με οργή βρασμένη και γλώσσα καυτή, αφήνει τις σκέψεις της να πάρουν σάρκα και οστά.

–          Είσαι ένας ανεύθυνος, το ξέρεις; Έχεις συνειδητοποιήσει τι ακριβώς έχει συμβεί; Καλά να πάθεις! Στην έφερε για τα καλά λοιπόν! Ξέρεις κάτι όμως; Χέστηκα! Δεν με ενδιαφέρει καθόλου! Η αδράνειά σου μας οδήγησε σε αυτό το αποτέλεσμα! Συγχαρητήρια λοιπόν! Μην περιμένεις να ακούσεις καλή κουβέντα από μένα γι’ αυτό, δεν πρόκειται να σε παρηγορήσω. Γιατί μάλλον είμαι μόνη μου σ’ αυτό αγαπητέ μου!

Ο Παύλος έχει μείνει άναυδος. Κι αυτός με τη σειρά του στρέφει το κεφάλι του μπροστά, κοιτάζοντας ένα θολό τζάμι που μαίνεται απ’ τη βροχή. Η διαφορά με τη Στέλλα είναι ότι αυτός τώρα βλέπει. Μπορεί να μην διακρίνει τι υπάρχει πέρα απ’ αυτόν ανάμεσα στις εκατοντάδες χιλιάδες σταγόνες βροχής, αλλά μπορεί και παρακολουθεί με τις εικόνες του μυαλού του όσα είχε δει και μόλις ακούσει λίγα δευτερόλεπτα πριν. Έβλεπε σε γρήγορη κίνηση τις κουβέντες του καλύτερού του φίλου σε εικονικές πράξεις. Πρώτη πράξη, δεύτερη πράξη.. Δεν θα άντεχε και μία τρίτη. Θα ξεπερνούσε κατά πολύ τις δυνάμεις του. Πρώτη ταπείνωση, δεύτερη ταπείνωση.. Ήταν η πρώτη φορά στη ζωή του που είχε δεχτεί την απόρριψη και την εμπάθεια μέσα σε λίγες ώρες. Ένας άνθρωπος καλοσυνάτος, έντιμος ευχάριστος, απαλλαγμένος από νοοτροπίες και πάθη του παρελθόντος. Τα δύο αυτά χτυπήματα στα πιο ευαίσθητα σημεία του ψυχικού του κόσμου, δεν μπορούν να συγκριθούν με μία μαχαιριά με μία σφαίρα, με τίποτα. Η Στέλλα συνέχιζε να ανοιγοκλείνει το στόμα της βγάζοντας ήχους, αλλά το μόνο που άκουγε ο Παύλος ήταν ο ανατριχιαστικός ήχος όταν τα δόντια της εφάπτονταν καθώς μιλούσε. Από κει και πέρα όμως δεν άκουγε τίποτε άλλο. Σιωπή. Ήταν ήδη αρκετά όσα πρόλαβε να κρατήσει μέσα του, οπότε ήταν περιττή οποιαδήποτε άλλη αναφορά στο περιστατικό του. Η Στέλλα είχε γουρλώσει τα χαρακτηριστικά πράσινα μάτια της, ανάσανε με τέτοιο ρυθμό περισσότερο απ’ όσο μπορούσε να αντέξει η καρδιά της, πληγωμένη, φοβισμένη και αψυχολόγητη σύμφωνα με το μυαλό του Παύλου. Δεν μπορούσε πραγματικά να καταλάβει τον λόγο που αντιδρούσε με αυτό τον τρόπο. Το μοναδικό άτομο που περίμενε να του συμπαρασταθεί ή να του προφέρει λέξεις γλυκές, ανάλατες και παροτρυντικές ήταν αυτή.. Κι όμως στην παρθενική του απόρριψη ήρθε κι έδεσε το ξέσπασμα της Στέλλας πάνω του. Η Στέλλα εξακολουθούσε να εκτοξεύει λέξεις που χτυπάνε σαν ηλεκτρικό ρεύμα χιλιάδων βολτ αστραπιαία στην καρδιά του, χωρίς να μπορεί να κλείσει τον διακόπτη. Κουβέντες οι οποίες ίσως να διαρκούσαν για μερικά λεπτά, θα τον σημάδευαν για όλη του τη ζωή. Η τάση ήταν τόσο υψηλή που τα σημάδια μέσα του θα ήταν, δυστυχώς γι’ αυτόν ανεξίτηλα.

Η Στέλλα αδειάζει τις σκέψεις της, σταματάει να μιλάει και ο Παύλος εξακολουθεί να μην ακούει πλέον τίποτα. Εδώ και ώρα έχει καταφέρει να απομακρύνει τις λέξεις ως νοήματα, αλλά εκείνες δεν σταμάτησαν να βρίσκουν τον τρόπο να τρυπώνουν μέσα του και να του προκαλούν πόνο.

–          Δεν έχεις τίποτα να πεις; Η Στέλλα περιμένει να ακούσει μία ορθή απάντηση ύστερα από το λεκτικό της παραλήρημα. Έτσι κατάφερες να μας βοηθήσεις; Ξέρεις, δεν είμαι μόνη μου εδώ. Περίμενα ότι θα είχες φροντίσει γι’ αυτό. Ξέρεις τι νιώθω; Ότι δεν μπορώ να στηριχτώ πάνω σου πια. Ήταν ένα καλό μάθημα αυτό που έπαθες.

Ο Παύλος εξακολουθεί να πονάει. Μέσα του ουρλιάζει, φωνάζει, βρίζει, κατηγορεί την Στέλλα, τον φίλο του, τον εαυτό του, την ώρα και τη στιγμή που γεννήθηκε, τα πάντα. Έξω από αυτόν επικρατεί μια σιωπή υπό τις άναρχες ηχητικές συνοδείες της βροχής.

–          Δεν έχεις κάτι να πεις; Μίλα μου!

Εκείνος αποφασίζει να μην αφήσει τον εαυτό του να γίνει φερέφωνο του εσωτερικού του κόσμου.

–          Δεν έχω τίποτα να σου πω. Τι να σου πω δηλαδή;

–          Ποια είναι η γνώμη σου πάνω σ’ αυτά που σου λέω; Άδικο έχω; Ο τόνος της φωνής της Στέλλας έχει χαμηλώσει και το ύφος της έχει ήδη αλλάξει λίγο μορφή.

–          Δεν έχω τίποτα να σου πω. Πλέον κοιτάζονται στα μάτια, τα σώματά τους ευθυγραμμίζονται πλήρως, ωστόσο έχουν παγώσει με τέτοιο τρόπο λες και ένας τοίχος βρίσκεται ανάμεσά τους με δύο τρύπες στο κέντρο, ώστε να μπορούν να διακρίνουν αμυδρά ο ένας τον άλλο.

–          Ξέρεις το λάθος δεν είναι δικό μου, συνέχισε να της λέει. Ξέρεις ότι δικά μου λεφτά δεν έχω. Ο μόνος άνθρωπος που εμπιστευόμουν ήταν αυτός. Βασίστηκα σ’ αυτόν, μου είπε θα με βοηθήσει. Τι άλλο μπορούσα να κάνω;

–          Να σου γίνει μάθημα αυτό θέλω.. Θα τα πούμε αύριο το πρωί. Αυτή τη στιγμή θέλω να πάω να ξεκουραστώ..

Ο Παύλος ανοίγει την πόρτα να βγει έξω περιμένοντας μία αντίδραση που τελικά την πετυχαίνει.

–          Που πας; Η Στέλλα αρχίζει αμέσως να νιώθει πάλι μόνη, δεν ήθελε να επανέλθει στην προηγούμενη νευρωτική κατάσταση. Είχε μιλήσει, είχε ξεσπάσει και είχε ηρεμήσει. Δεν γνώριζε όμως τον αντίκτυπο όσων μόλις πριν είχε κυριολεκτικά αφοδεύσει. Ο Παύλος διακόπτει την έξοδό του, ωστόσο το δεξί του πόδι ήταν ήδη εκτεθειμένο στις πεισματικές σταγόνες που δεν έλεγαν να κοπάσουν. Η πόρτα ήταν μισάνοιχτη, το ένα του χέρι κρατούσε το χερούλι και το άλλο το είχε αρπάξει η Στέλλα επιβλητικά με στοργική διάθεση και με διαφορετικές αυτή τη φορά προθέσεις.

–          Τι θέλεις;, της απάντησε ο Παύλος δίχως ίχνος εμπαιγμού ή επιθετικότητας.

–          Κάτσε λίγο.. Αύριο είναι μία δύσκολη μέρα και για τους δύο.. Η φωνή της έχει αποκατασταθεί, η Στέλλα επανήλθε στην Στέλλα των τριάμισι ήδη χρόνων σχέσης, όπως ακριβώς την γνώριζε εκείνος.

–          Δεν μπορώ.. Περίμενα κάτι διαφορετικό ίσως από σένα σήμερα. Μία τέτοια μέρα έπρεπε να ήμασταν μαζί. Και συ επέλεξες να μην είσαι. Δεν μπορώ να συνεχίσω να είμαι στοργικός μαζί σου, απ’ τη στιγμή που διάλεξες εσύ να μην είσαι μαζί μου απόψε. Ειδικά απόψε.. Σ’ αγαπάω. Αλλά τώρα θέλω να μείνω μόνος μου. Αύριο το πρωί θα σε έχω συγχωρέσει, αλλά όχι απόψε. Καληνύχτα Στέλλα.

Ο Παύλος ανασηκώνει το βρεγμένο δεξί του πόδι, που εδώ και ώρα είχε παγώσει και βγαίνει από το αυτοκίνητο. Η Στέλλα αποφάσισε να μην τον δεσμεύσει άλλο. Πρώτη φορά τον έβλεπε έτσι. Φοβήθηκε τη χροιά της φωνής του. Ήταν βαριά σαν σίδερο και βραχνή σαν σκουριασμένη. Τον άφησε να φύγει, χωρίς να έχει καταλάβει ακριβώς το λόγο. Η βροχή σαν μουσική συνοδεία ταινίας δυναμώνει καλύπτοντας πια κάθε πιθανό κενό που επέτρεπε μία κακοδουλεμένη και απρόσεκτη ορατότητα. Δεν τον βλέπει να απομακρύνεται. Κάνει μια γρήγορη επισκόπηση αλλά δεν τον εντοπίζει πουθενά. Σα να εξαφανίστηκε από προσώπου γης. Σαν ξυπνητήρι το πόδι της ξεκίνησε πάλι να τρεμοπαίζει, η ταμπακιέρα μέσα σε λίγα λεπτά είχε ελαφρύνει σε λίγα μόλις γραμμάρια και οι στάχτες έπεφταν με μανία στο σώμα του αυτοκινήτου σε ρυθμό σχεδόν ευθυγραμμισμένο με το ρυθμό της βροχής..

Η επόμενη μέρα είχε φτάσει. Η Στέλλα με την καλύτερή της φίλη και τον Παύλο συναντώνται έξω από την κλινική. Μέσα σε λίγα λεπτά η νοσηλεύτρια ειδοποιεί τον Παύλο πως η Στέλλα ήταν έτοιμη για εισαγωγή και πως θα έπρεπε να περιμένει με την άλλη κοπέλα απ’ έξω. Στον χώρο επικρατούσε χαμός. Μωρά κλαίγανε ασταμάτητα, γυναίκες βογκούσαν απ’ τους πόνους, η αίθουσα αναμονής ήταν γεμάτη από κόσμο. Το ασανσέρ απέναντί τους ανοιγόκλεινε συνεχώς, μαζεύοντας στον περιορισμένο χώρο παραπάνω επισκέπτες απ’ όσους ίσως θα μπορούσε να χωρέσει. Οι μυρωδιά από τις ανθοδέσμες δημιουργούσαν ένα κλίμα ευχάριστο και συγκινητικό για τον περισσότερο κόσμο που είχε συγκεντρωθεί εκεί. Για τον Παύλο ήταν μάλλον ένας πένθιμος συμβολισμός. Η μυρωδιά ενός τέλους, μιας νέας μουδιασμένης αρχής χωρίς χειροκροτήματα, αναφιλητά και ευχαριστίες. Είσοδος, έξοδος. Αυτή ήταν η διαδρομή που περίμεναν ότι θα έκαναν και έτσι έγινε άλλωστε. Μέσα σε δέκα λεπτά η διαδικασία είχε τελειώσει. Η νοσηλεύτρια φωνάζει τον Παύλο ενημερώνοντάς τον πως όλα είχαν κυλήσει ομαλά. Η άμβλωση είχε ολοκληρωθεί. Μετά από λίγη ώρα μπόρεσαν και οι δύο να την επισκεφτούν, ήταν ήδη ξύπνια. Ο Παύλος της έπιασε στοργικά το χέρι περιμένοντας να λάβει μία ανάλογη αντίδραση. Την έλαβε. Η Στέλλα του χαμογέλασε.

–          Δεν ξέρω γιατί αλλά δεν νιώθω τύψεις. Νομίζω πως τελικά ήταν πολύ ώριμη η απόφαση που πήραμε. Δεν γινόταν αλλιώς.. Η Στέλλα ήταν ήρεμη.

Εκείνος γεμάτος κατανόηση της έγνεψε στοργικά. Δύο ώρες της κρατούσε το χέρι μεταφέροντας όση αγάπη και συναίσθημα μπορούσε να συσσωρεύσει σ’ αυτό.

Η Στέλλα επωμίστηκε το μεγαλύτερο μέρος των εξόδων. Σε αντίθεση με τον Παύλο εκείνη εργαζόταν. Ο Παύλος πάλευε με το σύστημα καθημερινά. Με όση αξιοπρέπεια του είχε μείνει, σχεδόν αφυδατωμένος, προσπαθούσε να διεκδικήσει μία θέση εργασίας για να μπορεί να ανταπεξέλθει στις καθημερινές του ανάγκες. Πόσο μάλλον σε περιπτώσεις όπως αυτή που του έτυχε. Ακόμα περισσότερο, σε περιπτώσεις όπως αυτές που θέλεις να κρατήσεις μία ζωή που ήδη είχε αρχίσει να δημιουργείται.

Ο Παύλος πονούσε ακόμα από την χθεσινή βραδιά. Δεν είχε καταφέρει να αποβάλλει από μέσα του τις ανασφάλειες που μέσα σε λίγα λεπτά είχαν ειπωθεί σε κοινή θέα. Τον σταυρό που κουβαλούσε μέσα του τόσα χρόνια, ήρθε το αγαπημένο του πρόσωπο να του τις επιβεβαιώσει. Κατανοώντας όμως την περιπλοκότητα της κατάστασης είχε αρχίσει ήδη να μετατρέπει τον πόνο αυτό σε οργανικό, ώστε κάποια μέρα να μπορέσει να τον αποβάλλει..

Η Στέλλα καθόταν αφημένη στο κάθισμα του συνοδηγού, έτοιμη να επιστρέψει σπίτι για να ξεκουραστεί, ενώ η φίλη της ήταν αυτή που θα αναλάμβανε καθήκοντα θεραπευτικά αυτή τη φορά. Ο Παύλος εξίσου ταλαιπωρημένος κι αυτός, προσπάθησε να μην κάνει εμφανή τη θλίψη του.

–          Θα τα πούμε μετά;

Ο ήλιος έπεφτε πάνω στα μάτια της Στέλλας αναγκάζοντάς την σε άτακτο συνοφρύωμα. Ο Παύλος στάθηκε στο παράθυρο, έσκυψε και της φίλησε τα ταλαιπωρημένα, σκασμένα της χείλη. Η Στέλλα δεν του απάντησε. Έβγαλε το χέρι της απ’ το παράθυρο χαϊδεύοντάς του το μάγουλο, σαν τότε που βρέθηκαν μαζί για πρώτη φορά. Ο Παύλος μεμιάς ένιωσε οι πληγές που είχαν ανοίξει χθες να επουλώνονται σιγά σιγά.

–          Τι είναι; Ρώτησε περίεργος χωρίς να έχει λάβει ακόμα καμία απάντηση στην προηγούμενη ερώτησή του.

–          Συγνώμη. Σε αδίκησα. Έχω περισσότερες τύψεις για όσα σου είπα χθες παρά για όσα έγιναν σήμερα.. Αλλά κατάλαβέ με..

–          Μην ζητάς συγνώμη. Είναι η πρώτη μέρα μετά από καιρό που νιώθω πιο ώριμος από ποτέ. Από αυτά που μου είπες, απ’ όσα ζήσαμε το τελευταίο διάστημα. ΄Ώριμος που κατάφερα να δω πράγματα που με γυμνό μάτι δεν μπορούσα. Την δύναμη που έχει ο συνάνθρωπός μας την ύστατη στιγμή απελπισίας και ανάγκης. Είδα πολλά μέσα από τον πόνο. Και τώρα ξέρω πως είναι. Εσύ ήσουν σε δυσκολότερη θέση από μένα και τώρα γνωρίζεις καλύτερα πως είναι. Κι αυτό είναι μάθημα Στέλλα μου. Τίποτα δεν πέφτει κάτω χωρίς να κάνει θόρυβο. Και τώρα ξέρω κι εγώ. Και οι δύο βιώσαμε τον πόνο, τις τύψεις και την απόρριψη. Την απόρριψη Στέλλα. Κι όσο κι αν πονάμε τώρα, σ’ ευχαριστώ.

Η Στέλλα έδειχνε να καταλαβαίνει ακριβώς τι ήθελε να πει. Δεν το έδειξε όμως. Γιατί ντρεπόταν. Μιας και κατάλαβε πως τις κρισιμότερες στιγμές ενότητας και αλληλεγγύης τον πρόδωσε. Τα συναισθήματα όμως σε τέτοιες καταστάσεις είναι απρόβλεπτα. Έρχονται και παρέρχονται. Δεν άφηνε όμως τον εαυτό της να δει όλα όσα είχε κάνει για εκείνη, μέχρι και τη στιγμή που έφυγαν από την κλινική. ΄΄Κατηγορούσα το Θεό γιατί δεν είχα να φορέσω παπούτσια μέχρι τη στιγμή που είδα κάποιον να προσεύχεται χωρίς πόδια.΄΄. Έτσι φαίνεται να σκέφτηκε η Στέλλα όταν ξύπνησε από τη νάρκωση στο δωμάτιο. Στο διπλανό κρεβάτι ήταν ξαπλωμένη μία κοπέλα, μικροσκοπική αλλά όχι πολύ μικρή ηλικιακά. Είχε καλύψει το πρόσωπό της με τα λαδωμένα μαλλιά της, είχε μαζέψει το σώμα της σε στάση εμβρύου και ήταν μισοσκεπασμένη. Η Στέλλα απόρησε για την ιδιαίτερη πόζα που είχε σχηματίσει μιας και οι υπόλοιπες κοπέλες του θαλάμου είτε κοιτούσαν το ταβάνι σκεπτικές και προβληματισμένες, είτε μιλούσαν με τους επισκέπτες που τις παρηγορούσαν. ΄΄ Ένας θάλαμος με κοινή μοίρα΄΄, διαπίστωσε με θλίψη. Καθώς την περιεργαζόταν εξονυχιστικά, ένα κινητό τηλέφωνο χτύπησε κάτω από τα σεντόνια του κρεβατιού της διπλανής κοπέλας. Ο ενοχλητικός ήχος σφύριζε στα αυτιά όλων, μέχρι που η Στέλλα με όσες δυνάμεις είχε καταφέρει να συγκεντρώσει της είπε:

–          Συγνώμη το τηλέφωνό σου χτυπάει.

–          Δεν με ενδιαφέρει δεν θέλω να το σηκώσω, φαίνεται να είπε κάτω από τις τρίχες που είχαν κολλήσει στο πρόσωπό της.

–          Μα, μπορεί να είναι κάποιος δικός σου άνθρωπος, σήκωσέ το σε παρακαλώ.

Με αργές κινήσεις, καταναγκαστικά το βρίσκει και απαντάει.

–          Πού είσαι; Ναι, στην κλινική είμαι.. Γιατί δεν ήρθες ρε γαμώτο, γιατί να είσαι τόσο απάνθρωπος τελικά; Δεν με ενδιαφέρει, εγώ σε ήθελα εδώ και συ με πούλησες! Δεν τα θέλω τα λεφτά σου, θα στα στείλω πίσω! Δεν θέλω καμία σχέση μαζί σου το καταλαβαίνεις; Καμία! Λίγη στοργή και αγάπη ήθελα, όχι τα λεφτά σου!

Η κοπέλα κλείνει το κινητό και ξεσπάει σε κλάματα. Μία κυρία από το διπλανό κρεβάτι σπεύδει να την ηρεμήσει. Ο θάλαμος είχε ξαφνικά παγώσει, έχοντας όλοι την επιθυμία να εξαφανιστούν από κει με ένα ανοιγόκλειμα των ματιών αν ήταν δυνατό. Η Στέλλα είχε συγκλονιστεί. Ακουμπάει απότομα το κεφάλι της στο μαξιλάρι στρέφει το σώμα της στο πλάι και δάκρυα πλημμυρίζουν το δέρμα της. Μόλις είχε συνειδητοποιήσει τι είχε συμβεί χθες το βράδυ. Η υπολογίσιμη δύναμη που θα την κρατούσε ψύχραιμη δεν ήταν ο ίδιος της ο εαυτός αλλά το άλλο της μισό, όπως χαρακτηριστικά έλεγε. Ναι δεν είχε βρει τα χρήματα που θα τον καθιστούσαν προστάτη και δυνατό σε μια κρίσιμη στιγμή της σχέσης τους. Κι όχι μόνο αυτό αλλά εκείνος μόλις είχε βιώσει και την απόρριψη ενός κοντινού του ανθρώπου. Και αμέσως μετά ήρθε η στιγμιαία απόρριψη απ’ το άτομο που ίσως να ζητούσε κατανόηση, στοργή και αγάπη, όπως άλλωστε προσπαθούσε να δώσει σ’ αυτήν όλο αυτόν τον καιρό. Εκείνη όμως , δικαιολογημένα ίσως, δεν μπορούσε να σκέφτεται μόνο εκείνον, είχε λάβει εδώ και ενάμισι μήνα την πιο κρίσιμη απόφαση της ζωής της. Γι’ αυτό και κατάλαβε ακριβώς τα λόγια του. Γιατί τώρα ήξερε να διακρίνει και να μπορεί να ιεραρχεί με μεγαλύτερη ωριμότητα την θέληση, την προσπάθεια, την αγάπη..

Το αμάξι απομακρυνόταν απ’ το σπίτι του Παύλου. Εκείνος σκούπισε το ιδρωμένο του μέτωπο. Ίσως ήταν ιδρωμένο, ίσως όμως και να ήταν μία έκφραση ανακούφισης μιας απόφασης που ποτέ δεν ήταν σύμφωνη με τα λεγόμενά τους, αλλά αναγκαία.  Ίσως ήταν μία εκδήλωση αποβολής του πόνου που ένιωθε από χθες βράδυ. Ίσως απλά να ήταν τελικά ιδρωμένος..

Η Στέλλα είχε κλείσει τα μάτια αφήνοντας τον αέρα να πέφτει με δύναμη στο πρόσωπό της. Ένα δάκρυ προσπάθησε να γεννηθεί, αλλά ο αέρας είχε τη δύναμη να το εξατμίσει μέσα σε δευτερόλεπτα. Γεννήθηκε χωρίς να καταφέρει να εξυπηρετήσει το σκοπό του. Όπως ακριβώς μία ανθρώπινη ζωή..

Η διαχρονικότητα της ανθρώπινης επανάστασης…

NIΚΟΣ ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗΣ

Νιώθω σαν να χτυπάμε τα κεφάλια μας στα σίδερα. Πολλά κεφάλια θα σπάσουν. Μα κάποια στιγμή, θα σπάσουν και τα σίδερα.

Η πέτρα, το σίδερο, το ατσάλι δεν αντέχουν. Ο άνθρωπος αντέχει. 

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ

Σ’ αυτή την εποχή που βρεθήκαμε, να σε χαρώ … Μεγάλο κεσάτι, μεγάλη δυστυχία στον κόσμο! … Ο παράς, δεν ξέρω πού πάει και χώνεται, και δε βγαίνει στο μεϊντάνι …

Η πλουτοκρατία ήτο, είναι και θα είναι ο μόνιμος άρχων του κόσμου, ο διαρκής Αντίχριστος. Αύτη γεννά την αδικίαν, αύτη τρέφει την κακουργίαν, αύτη φθείρη σώματα και ψυχάς.

ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ

Εάν αποσυνθέσεις την Ελλάδα, στο τέλος θα δεις να σου απομένουν μια ελιά, ένα αμπέλι κι ένα καράβι. Που σημαίνει: με άλλα τόσα την ξαναφτιάχνεις.

Όταν ακούς «τάξη», ανθρωπινό κρέας μυρίζει.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ

Ευνουχισμένοι διανοούμενοι, μικροί ανίκανοι και τυφλοί κυβερνήτες.

ΚΩΣΤΑΣ ΒΑΡΝΑΛΗΣ

Όταν πεθαίνει βασιλιάς, μη χαίρεσαι λαουτζίκο, μη λες πως θάν’ καλύτερος ο νυν από τον τέως, πως θάναι το λυκόπουλο καλύτερο απ’ τον λύκο, τότε μονάχα να χαρείς: αν θάναι ο τελευταίος.

Δειλοί μοιραίοι κι άβουλοι αντάμα, προσμένουμε ίσως κάποιο θάμα.

  • Φωτογραφίες από :

http://www.huffingtonpost.com  και  http://www.boston.com