Δεν ξημέρωσε ποτέ.

story_SleepingWoman_Lg

«Ο Γιώργος είναι νεκρός», της είπαν καθώς το τηλέφωνο βρισκόταν ήδη λίγα εκατοστά πριν προσκρούσει στο έδαφος. Το τηλέφωνο χτύπησε καθώς ήταν έτοιμη να πιει την πρώτη ρουφιά τσάι. Σφυρίζοντας έναν ευχάριστο σκοπό ετοίμασε την τσαγιέρα για να συνοδεύσει το πρωινό της. Μόλις βγήκε απ’ το μπάνιο σκέφτηκε να φτιάξει ένα τσάι περιμένοντας λίγο ωσότου εκείνος ξυπνήσει και του τηλεφωνήσει για να του πει τα ευχάριστα.

Το προηγούμενο βράδυ ο σύζυγός της μάζεψε όσα ρούχα μπορούσε κι έφυγε βαρώντας πίσω του την πόρτα. Του εξήγησε πόσο μόνη ένιωθε όταν εκείνος έλειπε τους τελευταίους έξι μήνες σε επαγγελματικά ταξίδια. Του αποκάλυψε πως ο Γιώργος, ο καλύτερός του φίλος, της κρατούσε συντροφιά το τελευταίο πεντάμηνο, ήταν εκείνος που συμπλήρωνε τα κενά της, ήταν αυτός που την γέμιζε κάνοντας έρωτα μαζί του. Εκείνος έμαθε πως ήταν ο καλύτερός του φίλος. Του είπε πως θέλει να μιλήσουν και πως η κατάσταση δεν μπορούσε να προχωρήσει άλλο έτσι. Η κατάλληλη στιγμή ήρθε το βράδυ που ο σύζυγός της γύρισε απ’ τη δουλειά κουρασμένος.

Περίπου μια ώρα στριφογύριζε στο κρεβάτι όταν σκέφτηκε να σηκωθεί και να φτιάξει ένα αρωματικό, ζεστό τσάι. Ξύπνησε με τις πρώτες αχτίδες φωτός σχηματίζοντας με τα χείλη της ένα χαζό χαμόγελο, άνοιξε τα μάτια της κι αισθάνθηκε πως για πρώτη φορά ήταν ευτυχισμένη.

Χρόνια σου πολλά.

Το τηλέφωνο το είχα αφήσει στο σακάκι. Το είχα κρεμάσει λίγα λεπτά πριν στον καλόγερο. Μέσα στο σακάκι είχα και δυο κάρτες απ’ το εστιατόριο «Αιγαίου θάλασσες» και την ταβέρνα «Μοσχοβολιά.». Καθόμουν στην πολυθρόνα και περίμενα για περίπου πέντε λεπτά, ώσπου ήρθε και συζητήσαμε για κανένα τέταρτο. Όσο βρισκόμουν εκεί ένιωθα πολύ άσχημα γιατί το τηλέφωνο συνεχώς δονούσε. Πάνω που ήθελα να μιλήσω, τη στιγμή που άκουγα με προσοχή, αυτό όλο δονούσε. Σηκώθηκα αλλά ένα βάρος στα γόνατα με οδήγησε πάλι στο κάθισμα της καρέκλας. Βγήκα από το δωμάτιο με τη βοήθειά του κι άρχισα να περπατάω στο διάδρομο σαν παππούς που είχε ξεχάσει στο σπίτι του το πι. Έφτασα στην έξοδο. Η απότομη εισπνοή οξυγόνου με ζάλισε, έπεσα κάτω, κάτι σαν λιποθυμία. Ένα ηλικιωμένο ζευγάρι με είδε κι έσπευσε να με βοηθήσει. Πρώτα ήρθε η γιαγιά, ακολούθησε από πίσω ο παππούς με το πι του στη μέγιστη ταχύτητα των δυνατοτήτων του. Αν και επέμεναν να με δει γιατρός τους έπεισα πως ήταν περισσότερο το σοκ. Άλλωστε με την επάρατο νόσο δεν είχαμε μισή ώρα που γνωριστήκαμε. Έτσι η γιαγιά σε ρόλο σοφέρ είχε την καλοσύνη να με μεταφέρει σπίτι. Στο δρόμο κοίταξα το κινητό. Είχα ένα κατεβατό από ‘χρόνια πολλά Γιώργο, να τα χιλιάσεις, να προσέχεις, πότε θα τα πούμε’, τέτοια. Με γύρισαν σπίτι κι ακόμη φαινόμουν χάλια. Με ανέβασαν πάνω, τους έβαλα στο σπίτι μου, ξάπλωσα ανάσκελα στον καναπέ κι εκείνοι –σαν σε λαβύρινθο- έψαχναν τα ντουλάπια για να μου φτιάξουν ένα αφέψημα.

Μα ήταν στο σπίτι μου κι εγώ ήμουν ξαπλωμένος. Η ντροπή κι η αμηχανία με βοήθησαν να σηκωθώ. Ήπιαμε τις πρώτες γουλιές βλέποντας τηλεόραση. Δεν προέκυψε σχεδόν καμία συζήτηση. Ήταν εδώ. Τους έβλεπα να με κοιτάζουν με κλεφτιές ματιές μην τυχόν συμβεί τίποτα και καταρρεύσω. Τα ταχυδρομικά φακελάκια στο κινητό μου ήταν είκοσι εννιά και οι κλήσεις μία, χθεσινή απ’ το νοσοκομείο. Λίγα λεπτά αργότερα αποφάσισα να σηκωθώ και να πάρω τηλέφωνο στο εστιατόριο. Ακύρωσα την αποψινή κράτηση για δέκα κι έσπευσα στην κουζίνα για να δω αν θα μαγείρευα κάτι ή αν θα παράγγελνα απ’ έξω.

Το καρό πουκάμισο.

Κοίταξα το καρό πουκάμισο που κρεμόταν στο χερούλι της ντουλάπας. Το καρό πουκάμισο που είχα δοκιμάσει αρκετές φορές για να δω αν μου πάει. Το πουκάμισο που κάποτε μου ήτανε μεγάλο, μα τώρα ανοίγω τις πλάτες μου και κοντεύω να το σκίσω. Σαν πανί από μια παλιόμπλουζα που κάποτε μου άρεσε αλλά τώρα καθαρίζει τζάμια. Κρεμόταν στο χερούλι της ντουλάπας και φάνταζε σαν κρεμασμένο αυτόχειρα που είχε ξεψυχήσει εδώ και μέρες με τα χέρια αφημένα στο αιωρούμενο έδαφος και την πλάτη υποβασταζόμενη από τις πίκρες της τελευταίας πράξης. Στο χερούλι της ντουλάπας έβαζα συχνά τα χέρια μου για να την ανοίξω, να πάρω και να βάλω αυτό που επιθυμούσα ανάλογα με την περίσταση. Της ντουλάπας οι μυρωδιές ανάβλυζαν γεννητούρια του ‘80, θρησκευτικά τραπεζώματα, ιερά προσκλητήρια από μακρινούς συγγενείς κι εκκλησιαστικές κατανύξεις το δεκαπενταύγουστο. Κι όμως μονάχα το καρό πουκάμισο μου είχε απομείνει. Δεν είχε περαστεί σε κρεμάστρα και φάνταζε ακόμα ετοιμοφόρετο. Γιατί πάντα το ήθελα κι ας μην ήταν στα μέτρα μου τότε, γιατί πάντα μου άρεσε κι ας μην μου έμπαινε τώρα.

Η πόρτα χτύπησε νωχελικά τρεις φορές. Ήταν η μητέρα μου. «Φεύγουμε, έλα, τον παίρνουμε σιγά-σιγά. Έλα να τον φιλήσεις.» Της έγνεψα καταφατικά, η πόρτα έκλεισε κι εγώ σηκώθηκα θεατρικά σα να ετοίμαζα υπόκλιση. Μύρισα το πουκάμισο κι έτρεξα να τον φιλήσω για να μη νιώσω τη διαφορά.