Το ένα της σελίδας έντεκα.

man_alone_in_the_world

Η αίθουσα για την παρουσίαση του βιβλίου ήταν κατάμεστη. Ο Αλέξανδρος Καραμάσης είχε γράψει την πρώτη του ποιητική συλλογή και η ανταπόκριση είχε ξεπεράσει κάθε προσδοκία. Τρεις ψυχρές λάμπες φώτιζαν την αίθουσα του πανεπιστημίου. Άγνωστοι μεταξύ αγνώστων, φιλάρεσκες παρουσίες και φιλάρεσκα χαμόγελα έντυναν το πολιτιστικό πρωτόκολλο της βραδιάς. Μετά από ορισμένες επαναλαμβανόμενες εισηγήσεις, ακολούθησε ο σχολιασμός των ποιημάτων από μια καθηγήτρια φιλολογίας. Κάποια στιγμή γύρισε το βιβλίο στη σελίδα 11.

«…Ήσουν εσύ όταν εγώ δεν ήμουν,
ήσουνα κάτι όταν εγώ δεν ήμουν τίποτα,
ήσουν τα πάντα όταν εγώ έγινα κάτι.

Τη ρίζα του δέντρου σου πότιζες κι αγκάθι φοβόσουν μήπως γίνει.
Μα όταν φύλλο δροσερό αντίκρισες, στο φως σου το ‘βαλες και τ’ οξυγόνο του ένιωσες.
Κι ανέπνευσες. Κι ανέπνευσα.
Και οι αχτίδες το ‘στρωσαν σ’ ολόγιομη την πλάση,
έτσι για σένα έδειχναν του ήλιου οι νιφάδες.

Μάνα σε έλεγαν και γιο με είπαν.
Κι ήταν το γάλα που έδινες για να ζούσες το τώρα, κι ήταν η τροφή σου για να ζήσω το αύριο….»

Λίγο μετά ακολούθησαν οι ευχαριστίες από το νέο ποιητή ενώ λίγο αργότερα το κοινό σχολίασε ή έκανε ερωτήσεις.

Ένας ασπρομάλλης κύριος στα δεξιά με γυαλιά κρεμασμένα στο στήθος του σχολίασε κι αυτός με τη σειρά του. «Γιάννης λέγομαι.. Μπράβο σας, εξαιρετική η προσπάθειά σας, συγχαρητήρια.» Μόλις ο λόγος δόθηκε σε μια κοπελίτσα στο πίσω μέρος, ο κύριος Γιάννης  σηκώθηκε, βγήκε έξω και πήγε μέχρι την τουαλέτα. Στήριξε με τα χέρια το σώμα του στο νιπτήρα, κοιτάχτηκε για λίγα δευτερόλεπτα στον καθρέφτη κι ύστερα σωριάστηκε κάτω. Άρχισε να κλαίει σε εμβρυακή στάση, τα χέρια του κρατούσαν τα γόνατά του και απ’ τα αναφιλητά κουνούσε σα να βρισκόταν μέσα σε βάρκα που χτυπιόταν ρυθμικά από ελαφρά κύματα. Μετά από πέντε λεπτά σηκώθηκε και σκούπισε τα δάκρυά του. Εξόρκισε προοδευτικά τους λυγμούς του ώσπου επικράτησε στο στέρνο του ησυχία. Μπαίνοντας πάλι στην αίθουσα ο κόσμος χειροκροτούσε το νέο ποιητή, το ίδιο έκανε κι ο κύριος Γιάννης. Χτύπησε ασυνάρτητα τα υγρά του χέρια και χαμογέλασε όπως ακριβώς όλοι οι άλλοι.

Ο κύριος Γιάννης επέστρεψε σπίτι του. Έβαλε λίγο γάλα να πιει κι άνοιξε το βιβλίο στη σελίδα 11 διαβάζοντας την τελευταία στροφή από το ποίημα ‘Η πρώτη μου μάνα.’

«Έστησες τη ζωή μου σε μέρος απάνεμο,έχτισες βράχο από κόκκους της άμμου
Κι όλα ξεκίνησαν στο ένα κι όλα συνέχιζαν στο τρία και όλα τέλειωναν στο πέντε.
Ο διάλογος ήταν μονόλογος, τα δύο χάδια ένα.
Έτσι μ’ έμαθες, έτσι μ’ έζησες.
Μα ‘γω πάντα κοιμόμουν με δύο και ξυπνούσα με ένα.»

Ο κύριος Γιάννης έκλαψε ξανά. Έβγαλε μια τσακισμένη φωτογραφία απ’ την κωλότσεπη, σχεδόν ασπρόμαυρη. Ήταν ένα παιδί με σορτσάκι γύρω στα 5 που ‘χε σκαρφαλώσει στις πλάτες ενός νέου άντρα. Χάιδεψε το παιδί στη φωτογραφία με στοργή. Με ένα ανατριχιαστικό λυγμό άφησε ελεύθερο τον κόμπο στο λαιμό του δίνοντας χώρο στα δάκρυα να ξεβάψουν κι άλλο τη φωτογραφία.

Advertisements

2 thoughts on “Το ένα της σελίδας έντεκα.

  1. Άιναφετς April 29, 2015 / 3:46 pm

    Δεν είναι εύκολο, ν’ αποδεχτεί κανείς τα γεράματα και είναι ακόμα πιο δύσκολο σ’ ένα νέο, να μπει στο πετσί του ηλικιωμένου… πολύ καλό μικρέ μου φίλε! 🙂

    • koufetarios May 1, 2015 / 11:20 am

      Σ’ευχαριστώ καλή μου μάγισσα, καλό μήνα να έχουμε να είμαστε καλά πάνω απ’ όλα..

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s