Ενάμιση λεπτό ήταν αρκετό.

Το μάτι γαρίδα. Περίμενε να περάσει εκείνο το αναθεματισμένο ενάμισι λεπτό για να μπορέσει να κλείσει ξανά τα μάτια του. Κάτι λιγότερο από δύο λεπτά ήταν αρκετά για να τσιτώσουν τα νεύρα του. Ένα και είκοσι οχτώ, ένα και είκοσι εννιά, ένα και τριάντα. Η μουσική από το δρόμο άρχισε να σβήνει σταδιακά και ξαφνικά ησυχία. Νεκρική σιωπή και πάλι. Ο χρόνος ήταν ακριβής, καθορισμένος «αλλά ατέλειωτος ρε γαμώτο». Έτσι φάνταζαν στο μυαλό του ενενήντα δευτερόλεπτα από τα ογδόντα έξι χιλιάδες τετρακόσια μιας ημέρας.

Περίπου στις δύο ξεκινούσε. Παρά δέκα, παρά πέντε εμφανιζόταν σαν το τσίρκο Μεντράνο και έδινε παλμό στις γύρω πολυκατοικίες τη λάθος ώρα. Πολλές φορές για να νυστάξει ξανά συμμάζευε το δωμάτιο ή τακτοποιούσε τα ράφια της κουζίνας και τα συρτάρια της ντουλάπας. Ξανά και ξανά. Ευτυχώς έλεγε τα πάντα στην Ελένη την επόμενη μέρα καθώς πήγαιναν μαζί στη δουλειά. Παλιά συμφοιτήτρια, νυν συνάδελφος και πρώην σχέση. Στο κολυμβητήριο έπιανε δουλειά στις οχτώ το πρωί, οπότε σηκωνόταν στις εφτά, αφού βέβαια είχε ξυπνήσει ξανά στις δύο και κοιμόταν πάλι στις τέσσερις. Καμιά φορά μόλις το ρολόι έδειχνε έντεκα, έτρεχε να ξαπλώσει να κοιμηθεί για να προλάβει να συμπληρώσει το εξάωρο.

Το ίδιο συνέβη κι εκείνο το βράδυ. Δύο παρά πέντε τα μάτια του άνοιξαν υπό τη συνοδεία λαϊκών, βαρέων και ανθυγιεινών ασμάτων. Όμως το ενάμισι λεπτό έγινε δύο λεπτά, τρία, πέντε.. Και ξαφνικά η μουσική δεν έσβησε απαλά αλλά απότομα. Κλικ το κουμπί του ραδιοφώνου, γκραγκ το χειρόφρενο, γντουπ η πόρτα του οδηγού και ο διπλός ήχος του ιμομπιλάιζερ. Ανησύχησε. Σηκώθηκε απότομα και κοίταξε έξω από την τζαμαρία. Ένα γυαλισμένο αυτοκίνητο είχε παρκάρει στο φανάρι. Ο φωτεινός σηματοδότης ήταν κόκκινος. Χαζεύει λίγο και σκέφτεται πόσα άραγε να πλήρωσε για να το πάρει. Ενάμιση λεπτό μετά ο σηματοδότης γύρισε στο πράσινο. Ήπιε λίγο νερό και έσπευσε να κοιμηθεί πάλι μήπως κι αλλάξει η τύχη του.

Μάταια όμως. Τα μάτια του γούρλωσαν όταν άκουσε έναν αναστεναγμό από το πάνω διαμέρισμα. Και ξαφνικά οι σούστες του κρεβατιού άρχισαν να ακολουθούν το ρυθμό μιας έντονης βραδιάς, κάτι που προς στιγμή τον εξόργισε. Αλλά λίγο αργότερα ηρέμησε. Ο τύπος με το πολυτελές αυτοκίνητο ήταν από πάνω (της). Τα βογκητά διήρκησαν ενάμιση λεπτό. Από κει κι έπειτα σιωπή. Ούτε πατούσες ακούστηκαν, ούτε ντουζ, ούτε γελάκια ή λίγη μουσικούλα. Εκείνος γέλασε γιατί την ήξερε καλά σε κάτι τέτοια.

Την επόμενη μέρα στις δύο το πρωί δεν άκουσε ξανά την ενοχλητική μουσική του τύπου στο φανάρι του ενάμισι λεπτού. Το περίμενε καθώς πήγαινε την άλλη μέρα στη δουλειά με την Ελένη. Ήταν μουτρωμένη, άκεφη. «Τι έχεις;», τη ρώτησε φτάνοντας στο κολυμβητήριο. «Τίποτα μωρέ.. Εσείς οι άντρες όλο εικόνα ρε παιδί μου.. Τι να τους κάνω τους έρωτες αν..» Εκείνος δεν την προκάλεσε, απλά έγνεψε συγκαταβατικά.

Ήταν βράδυ, η ώρα δύο κι εκείνος καθόταν ήδη στην κουζίνα. Έκανε μια γερή τζούρα τσιγάρου και κοίταξε το ρολόι. Δύο και πέντε. Χαμογέλασε και πήγε για ύπνο. Την πήρε αγκαλιά, όπως παλιά αποδεικνύοντας έμπρακτα πως δεν ήταν όλοι οι άντρες έτσι.

Advertisements

One thought on “Ενάμιση λεπτό ήταν αρκετό.

  1. Άιναφετς April 22, 2015 / 10:23 am

    Πολύ καλό Μαβιέ μου!
    Με άγχωσε λιγάκι στην αρχή, γιατί δεν τα πάω πολύ καλά με τα ρολόγια-χρόνος… ευτυχώς που κάποια στιγμή ανακαλύπτεις πως υπάρχει και ο ψυχολογικός χρόνος… το τώρα! (μεγάλη κουβέντα, ε;) 😉

    Μου αρέσει που ξανάπιασες το γράψιμο!

    ΑΦιλιά χαρούμενα! 🙂

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s