ΗΤΑΝ ΜΟΝΟ ΕΝΑΣ ΒΕΛΤΙΟΔΟΞΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ.

Η ιστορία του αφορά αυτόν που δε γνωρίζει από πού ήρθε και κρίνει μόνο όσα βιώνει, όσα βλέπει κι από αυτές τις καταστάσεις και τα γεγονότα διαμορφώνει τη συνείδησή του, το χαρακτήρα του, την πίστη του.
Περιεργάστηκε το πρώτο σπίτι που συνάντησε μετά τα ερείπια που άφησε πίσω του και εισήλθε στο δεύτερο οίκημα της περιοχής το οποίο πωλούσε διάφορα είδη τσαγιού. Ο ιδιοκτήτης του ήταν ένας πρόσχαρος κύριος που αδημονούσε να εξυπηρετήσει έναν από τους ελάχιστους πλέον πελάτες της πόλης. Καλωσόρισε τον ξένο και αμέσως τον σέρβιρε ένα ποτήρι πράσινο τσάι. Δεν έκρυβε κακία μέσα του μα η συγκίνηση θάμπωνε το δεξί του μάτι σαν γέμιζε υγρές σταγόνες, ήταν ανέλπιστη η μάχη για αυτοσυγκράτηση.

«Ξένε καλωσόρισες. Να, πιες το καλύτερο αφέψημά μου. Χρόνια το φυλώ μέσα σε μεταλλικά δοχεία για να το διατηρώ φρέσκο. Αλλά ας μην κλέβω το χρόνο σου με τη φλυαρία μου. Πώς ονομάζεσαι και πώς ήρθες ως εδώ;»

Ο ξένος δεν γνώριζε τι να απαντήσει. Ήταν τα κοφτερά σχοινιά της λήθης -λήθης δίχως προέλευση- που έσφιγγαν το ζωνάρι απ’ το στομάχι ίσαμε το λαιμό.

«Να με συγχωράτε αλλά το μόνο που γνωρίζω για εμένα είναι πως είμαι άνδρας. Αυτό θυμάμαι, αυτό σας λέω. Είμαι ένας άνδρας. Δεν ξέρω αν ήρθα εδώ με τη θέλησή μου, αν με έφεραν εδώ κάποιοι άλλοι σαν και σένα, αδυνατώ να απαντήσω. Να με συγχωράτε πάλι.»

«Όχι, όχι μην ζητάτε συγχώρεση από μένα. Εγώ δεν ανακατεύω τις ορέξεις μου με τις ορέξεις των άλλων. Μα.. τι εννοείτε λέγοντας σαν και μένα; Σας φαίνομαι, δόλιος, ψεύτης ή ωφελιμιστής; Δεν έχω διάθεση να σας ξεγελάσω αγαπητέ μου. Είμαι αυτός που βλέπετε. Είμαι απλά κάποιος που του αρέσει να πίνει τσάι. Το πρωί θα πιω τσάι, το μεσημέρι, το βράδυ πριν κοιμηθώ. Αυτή είναι η απόλαυσή μου.»

Ο άνδρας παραξενεύτηκε με την αντίδρασή του. «Δεν ήθελα να σας προσβάλλω, πραγματικά δεν γνώριζα πως φέρνοντας ένα παράδειγμα θα ήμουν ικανός να σας θίξω. Αλλά πέστε μου. Τι είναι αυτό που σας κάνει να ικανοποιείστε μόνο από την κατάποση ενός ζεστού ροφήματος; Δεν σας προβληματίζουν άλλα ζητήματα;»
Αυτός γέλασε. «Τι να με προβληματίζει; Έχω το εμπόρευμά μου κι έτσι συντηρούμαι. Δεν με απασχολούν άλλα ζητήματα. Γιατί άλλωστε; Όταν γεννήθηκα τα προβλήματά μου τα διαχειρίζονταν άλλοι. Εάν ο τρόπος τους ήταν σωστός, δεν γνωρίζω, πάντως αυτό που είμαι σήμερα το οφείλω σε αυτούς. Από τότε που απέκτησα γνώση της συνείδησής μου έχω αφεθεί στη ροή του πραγματικού χρόνου. Στην καθημερινότητα. Ευλογώ τη στιγμή που ξυπνώ και δεν έχω χάσει την όρεξή μου για τσάι. Για συζήτηση με κάποιον περιστασιακό πελάτη όπως εσείς. Για την ώρα που ο ήλιος δύει, για την ευκαιρία και το περιθώριο να ανοίξω αυτή την πόρτα και να παρακολουθήσω το κρυφτό του ουρανού. Δεν ζητάω κάτι άλλο. Χαμογελάω για να επιβεβαιώνω την απόλυτη ειρήνη της καρδιάς μου κι αυτό φροντίζω να το μεταδίδω σε όποιον έχει τη διάθεση να με αφήσει να το κάνω. Όσοι εισέρχονται εδώ γνωρίζουν πως θα πάρουν και θα δώσουν. Δεν μπαίνει κανείς άλλος διαφορετικά. Γι’ αυτό δεν έχω εχθρούς. Διότι οι ψυχές που ζητούν να αγναντέψουν τον ουρανό και να πετάξουν μαζί του βρίσκονται με τα πόδια καρφωμένα στη γη..»
Ο άνδρας θέλησε να κάνει μια ερώτηση αλλά δίστασε για μια στιγμή. Τελικά συνέχισε. «Και δεν υπάρχουν άλλοι σαν κι εσάς;» Εκείνος γέλασε. «Μα πως δεν υπάρχουν. Αν δεν υπήρχαν δεν θα είχα ποτέ το κουράγιο να κοιτάζω μόνος μου τον ουρανό. Δεν είναι αυτό αρκετό;» Ο άνδρας ανησύχησε, η καρδιά του βούρκωσε κι αυτό άρχισε να εκδηλώνεται δίχως να έχει τη δύναμη να το ελέγξει. «Μα.. πού είναι λοιπόν; Πού είναι όλοι αυτοί που ξυπνούν το πρωί, βάζουν μια κούπα ζεστό τσάι, γεύονται τους καρπούς της φύσης σαν δώρο κι ύστερα αγναντεύουν το σύμπαν συνομιλώντας μαζί του στη σιωπή; Πού είναι όλοι αυτοί που αφήνοντας τον ουρανό χαμηλώνουν το κεφάλι και στρέφονται στο διπλανό τους με χαμόγελο για το δώρο που λέγεται ζωή;» Εκείνος ρούφηξε εκκωφαντικά το τσάι του για να ζεστάνει το στέρνο του και τα σωθικά του. « Ένας από αυτούς είναι μπροστά μου κι αυτός είσαι εσύ», του απάντησε. « Μπορεί να μην έχεις σκεφτεί ποτέ να κάνεις αυτό που κάνω εγώ χρόνια τώρα. Μπορεί να μην έχεις σηκώσει ποτέ ψηλά το κεφάλι να σταθείς για μια στιγμή και να αναρωτηθείς ποιος είναι αυτός τελικά που επιστρέφει με καλοσύνη το βλέμμα του και γιατί με κάνει να χαμογελάω.» Ο άνδρας τον ρώτησε ξανά με αμφιβολία. «Μα..εγώ; Πώς γίνεται αυτό αφού δεν τα έχω κάνει όλα αυτά;» « Είσαι κι εσύ ένας από αυτούς γιατί δεν γνώριζες πώς είναι να αισθάνεσαι αισιόδοξα. Κι όμως βρίσκεις σωστά τα λόγια μου καθώς νοιάστηκες για μένα. Νοιάστηκες και οι απανωτές ερωτήσεις σου γέννησαν το αίσθημα της αμφιβολίας, συμπάσχεις μαζί μου κι ας μην το ένιωσες ποτέ.» Αρνήθηκε ο άνδρας να λάβει το βάρος της ευθύνης μιας τέτοιας ιδιότητας. «Αμφιβολία; Μα δε νομίζω πως κρύβω κάτι τέτοιο μέσα μου..» Εκείνος χαμογέλασε ευτυχισμένα. «Μα μόλις το έκανες αγαπητέ μου. Μόλις το έκανες..» Ο άνδρας γούρλωσε τα αμυγδαλωτά του μάτια, συνειδητοποίησε πόσο έντονα είχε συμμεριστεί τις απόψεις του πωλητή και –ανεξάρτητα από την άγνοιά του για το γνωστό και το άγνωστο- ένιωθε πως αυτό ήταν κάτι σπουδαίο. Τόσο για εκείνον όσο και για τον βελτιόδοξο πωλητή που ουρανός και γη, θάλασσα κι αέρας, ζώα και φυτά, όλα αυτά του ανήκαν, ήταν δικά του σαν να ήταν ο ίδιος το λίπασμα για να ευδοκιμήσουν, κι όλα εκείνα οι σπόροι που γεννούσε. «Αγαπητέ μου άνδρα, όπως αποκαλείσαι, το να κοιτάς γύρω σου δίχως να νιώθεις είναι σα να γεμίζεις θόρυβο τα αυτιά σου όταν τα πάντα τριγύρω σου δε σου λένε απολύτως τίποτα. Ας σε ξεπροβοδίσω μ’ ένα σφιχτό χαιρετισμό και εύχομαι κάθε μέρα που ξημερώνει να έχεις μέσα σου ειρήνη, αγάπη μα κυρίως: να νιώθεις ευγνωμοσύνη.» Ο άνδρας άρπαξε κάθε λέξη που άφησε η καρδιά του βελτιόδοξου πωλητή και ασπάστηκε την αλήθεια δίχως κανένα περιορισμό, κανένα φραγμό. «Δεν υπάρχουν προϋποθέσεις στην αλήθεια», είπε ο βελτιόδοξος πωλητής και συμπλήρωσε: «Μπορεί να κλάψεις εξαιτίας της, μπορεί να χαρείς όταν σε αγκαλιάσει, όμως η αλήθεια δεν κρύβεται πίσω απ’ τα βουνά όταν την αναζητήσεις. Δεν φτάνει στον πάτο της θάλασσας για να μην την δεις όταν αυτή θέλει να επιπλέει στην επιφάνεια. Είτε σ’ αυτή την πλευρά του κόσμου είτε στην άλλη η αλήθεια θα είναι πάντα εκεί ψηλά φωτεινή και θα μας περιμένει να την δούμε κατάματα και να την μοιράσουμε στα μήκη και τα πλάτη της καρδιάς μας. Να είσαι καλά άνδρα που πέρασες από εδώ. Αναμένω την επιστροφή σου. Κι αν δεν σε ξαναδώ ποτέ.. Ραντεβού στη γαλάζια έκσταση του πρωινού. Ραντεβού στ’ αστέρια.» Ο άνδρας του έσφιξε το χέρι, τον ευχαρίστησε για το τσάι και τον ξεπροβόδισε μέχρι την έξοδο. Ο άνδρας κοίταξε ψηλά, υποκλίθηκε στον ουρανό για τη ζεστασιά που του προσέφερε και συνέχισε το δρόμο του. Ήταν πια ένας βελτιόδοξος άνδρας.

 

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s