Το ταξίδι της ψυχής.

Φύλαξε προσεκτικά μέχρι και το τελευταίο αντικείμενο στη βαλίτσα της, δίχως ακόμα να γνωρίζει τη σημασία του αναγκαίου ή του περιττού σε μια τέτοια περίσταση. Η αυλόπορτα σφύριξε με την χαρακτηριστική της παραφωνία και έδωσε το σύνθημα για την αναχώρηση. Η πόρτα χτύπησε, ενώ εκείνη με ανοιχτές ήδη τις αγκάλες όδευσε προς την εξώπορτα. Ένας ψηλός, καμπουρωτός νεαρός, την αγκάλιασε άγαρμπα, δίνοντας την εντύπωση πως πρόκειται για επανασύνδεση. «Είσαι έτοιμη;», αποκρίθηκε ο νεαρός. Η γιαγιά του αμήχανα, του έγνεψε καταφατικά και χαμογέλασε ενοχικά για τις στιγμές απελευθέρωσης και ξενοιασιάς που ενδεχομένως θα ακολουθούσαν. Τον φίλησε στο μάγουλο συμβολικά όπως ακριβώς έκανε στο μακαρίτη τον άντρα της, το γιο της και τώρα στον εγγονό της, το μεστωμένο σπόρο που φύτρωσε τελευταίος, για να μπορεί αργότερα να προσφέρει οξυγόνο σε όσους το είχαν ανάγκη. Ένα μεγάλο σιδερένιο κλειδί διαπέρασε την κλειδαριά και έκανε τον κύκλο του με δυσκολία. Φαίνεται πως εδώ και καιρό το παρελθόν στοίχειωνε το παρόν στο όνομα της τιμής και της υπόληψης. Η αυλόπορτα σφύριξε ξανά προκαλώντας ανατριχίλα, λες και κάθε άψυχο αντικείμενο του σπιτιού φώναζε με παράπονο μπροστά στην αποχώρηση του ιδιοκτήτη του. Ο νεαρός την παρότρυνε με ένα ευγενικό σπρώξιμο προς το εμπρός, αφήνοντας πίσω μια ατμόσφαιρα πεπαλαιωμένη που ίσως σε μερικές ημέρες να αποκτούσε πάλι την παλιά της ψυχική αίγλη.

35207_410088833466_562598_n

Το λιμάνι βρισκόταν σε απόσταση μόλις δέκα λεπτών από το σπίτι, διαδρομή όμως που διήρκησε το διπλάσιο. Λίγο το πρόβλημα στα πόδια της γιαγιάς, λίγο το βαρύ φορτίο του νεαρού στα χέρια και τις πλάτες του, προκάλεσε την αργοπορία, που όμως δεν ήταν ο μόνος λόγος για τις δυσκολίες που ξεκίνησαν από νωρίς. Ο αέρας μαινόταν στο νησί παρασέρνοντας κάθε λογής ευαίσθητα αντικείμενα και ανθρώπους κάθε ηλικίας. Η γιαγιά αντικρίζοντας το βαπόρι θυμήθηκε τη μοναδική επιθυμία του συζύγου της πριν χρόνια να ταξιδέψει στην Αλεξάνδρεια. Το δρομολόγιο Κάσος-Κρήτη δεν ήταν προφανώς το ίδιο, όμως το ταξίδι θα αποτελούσε μέρος της ανεκπλήρωτης αυτής επιθυμίας, πραγμάτωση του πιο κρυμμένου μυστικού της γιαγιάς. Να μπει σε βαπόρι. Να μπει καλοκαίρι με τον ήλιο να καίει ψηλά. Και να φυσάει. Να φυσάει πολύ… Του άρεσε του μακαρίτη να νιώθει τον αέρα, να του χτυπάει το πρόσωπο. Να αισθάνεται λέει πως οι ψυχές τον χαϊδεύουν και του κρατάνε συντροφιά.. Εκείνη χαμογέλασε για λόγους που κανείς δεν γνώριζε και προχώρησε με τον εγγονό της για επιβίβαση.

Ο κόσμος, διάσπαρτος στα καθίσματα και το κατάστρωμα του πλοίου, περίμενε στην αφετηρία για τις καλοκαιρινές του διακοπές. Κι οι δυο μαζί βγήκαν στο κατάστρωμα, με τον αέρα να τους παρασέρνει προς κάθε κατεύθυνση. Ο νεαρός συμβούλεψε την γιαγιά του να μπουν πάλι μέσα, ήταν λέει επικίνδυνο περισσότερο για εκείνη. Αυτή αρνήθηκε, ήθελε για μια στιγμή να νιώσει την ύστατη απελευθέρωση μετά από αναμονή περίπου μισού αιώνα. Όνειρα που στραγγίστηκαν ζητούσαν ήλιο, νερό και οξυγόνο για την τέλεση του δικού τους, άγνωστου μυστηρίου. Ο εγγονός της σάστισε που την έβλεπε να συμπεριφέρεται περίεργα. «Μια στιγμή παιδί μου, μια στιγμή και φεύγουμε», του απάντησε ενώ συγχρόνως έκλεισε τα μάτια της και κράτησε σφιχτά το χέρι του εγγονού της. Ήταν ότι πιο κοντινό είχε στον άντρα της, ήταν το ίδιο αίμα που μπορούσε να εκπληρώσει την επιθυμία της. Προσπάθησε να νιώσει τον αέρα όπως τον περιέγραφε εκείνος και μάλλον τα είχε καταφέρει. Μετά από λίγα δευτερόλεπτα άνοιξε τα μάτια της, κοίταξε έντονα το μπλε τ’ ουρανού και της θάλασσας, νιώθοντας κατά το ήμισυ  μια μετενσάρκωση που έμελλε να καθορίσει τόσο το ταξίδι για την Κρήτη όσο και την επιστροφή αργότερα στο σπιτικό της.

Προορισμός των διακοπών ήταν το Ρέθυμνο, εκεί που ζούσε εδώ και χρόνια ο γιος της με την οικογένειά του. Επισκέφτηκε το πατρικό του άντρα της κοντά στο τζαμί του Καρά Μουσά, πήγε μέχρι τους Μύλους, το Χρωμοναστήρι, έφαγε παγωτό, γέλασε, κουράστηκε, έφτασε μέχρι τον Πλατανιά και κολύμπησε, αγόρασε πλεκτά, ξύλινες χειροποίητες κορνίζες, περπάτησε απόγευμα ξυπόλητη στην παραλία, πήγε στο μοναστήρι της Αγίας Ειρήνης, προσκύνησε, συλλογίστηκε, έκλαψε.. Έκλαψε για το τέλος, όχι ως λήξη, αλλά ως ολοκλήρωση μιας ψυχής που σφύριζε παράφωνα σαν την ξεχασμένη, σκουριασμένη αυλόπορτα του σπιτιού της και τώρα τραγουδάει για μερικές σταγόνες λάδι που μαλάκωσαν την ψυχή της και την οδήγησαν στην κάθαρση..

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s