Joseph’s Crossroad (Μέρος Έβδομο)

Robert_Mapplethorpe_American Flag

(προ-τελευταίο μέρος.)

Σήκωσε ψηλά το κρυσταλλένιο ποτήρι με τις κυματώδεις γραμμές που παραμόρφωναν την πυκνότητα του 15χρονου ουισκιού και προσπάθησε να διακρίνει αυτή ακριβώς την παραμόρφωση. Κατά πόσο δηλαδή η παραμόρφωση οφείλεται στην παρέμβαση της διακόσμησης ή σε οπτική πλάνη. Όταν ύστερα από έναν εσωτερικό διάλογο οδηγήθηκε σε αδιέξοδο, αποφάσισε να διακρίνει επίσης την κυματομορφή μεταξύ αλήθειας και ψέματος. Βρισκόταν καθισμένος σε ένα βελούδινο καναπέ – πρώτη φορά θα ένιωθε τόσο άνετα- αλλά και τόσο άβολα συγχρόνως, κυρίως απέναντί της. Ήταν όρθια, πλάτη προς αυτόν γεμίζοντας κι αυτή με τη σειρά της το ποτήρι της μέχρι τη μέση. Με το ένα πόδι πάνω στο άλλο σε μια χαλαρή στάση, ο Τζόσεφ προσπάθησε να της εξηγήσει κάτι που όπως φαινόταν εκείνη δεν ήθελε να καταλάβει. Την είχε συναντήσει λίγο πριν έξω από το ξενοδοχείο εκλιπαρώντας τη να τον ακούσει για 5 λεπτά. Η Κάθυ γύρισε προς το μέρος του και τον κοίταξε στα μάτια υπενθυμίζοντάς του με το ύφος της πως ο χρόνος εδώ και 5 λεπτά κυλούσε και η σιωπή ήταν το μόνο κοινό τους σημείο. Κόμπιασε στο βλέμμα της καθώς έψαχνε τις κατάλληλες λέξεις που θα συνέθεταν εκείνες τις προτάσεις που θα της προκαλούσαν μόνο χαμόγελο ή ανακούφιση. Κι ύστερα επιθυμούσε να την έπαιρνε, λέει, αγκαλιά κι εκείνη να έκλαιγε στον ώμο του όπως την πρώτη εξαίσια βραδιά στο εστιατόριο, όταν όλοι οι πελάτες αδιαφορούσαν. Όταν όλος ο κόσμος αδιαφορούσε γι’ αυτή την έλξη. Έλξη που όπως φαινόταν φρόντισαν κάποιοι στο να χτίσουν ένα τοίχο μπροστά της αποκρύπτοντας την αλήθεια ή ακόμα και χώνοντας τα συναισθήματά τους ανάμεσα στα τούβλα και το τσιμέντο. Πώς θα γκρεμιζόταν αυτός ο τοίχος; Ποια ήταν η νόρμα που θα έβαζε τα πράγματα στη θέση τους μέσα σε 5 λεπτά; Μόνο οι ίδιοι μπορούσαν να δώσουν αυτή την απάντηση, αρκεί να το ήθελαν. Υπήρχε βέβαια πάντα το ενδεχόμενο κάποιος από τους δύο να μην το ήθελε. Να ήθελε κάτι άλλο.. Οι σκέψεις τους ήταν πάνω στο τραπέζι, τις έβλεπαν ξεκάθαρα, ωστόσο επέμεναν σε κουβέντες που φαίνονταν εύκολες, γρήγορες και τετριμμένες. Καμιά αυθόρμητη κίνηση, κανένας παρορμητισμός δεν συνέβαλε αυτοβούλως σε ένα συνολικό ξεκαθάρισμα. Οι λέξεις αντηχούσαν σιωπηρά μέσα τους και η σιωπή έξω αντανακλούσε τις ενδόμυχες φωνές τους. Ο Τζόσεφ σαν άντρας σκέφτηκε πως έπρεπε η πρώτη κίνηση να φέρει τη δική του υπογραφή. Της εξήγησε πως γνώριζε αυτό τον Λίτλ Μπίλυ από τα παλιά και πως εκείνος ήθελε να τον εκδικηθεί. Πέρασε, λέει, από το σπίτι του αργότερα και προσπάθησε να δει αυτό που τον είχε προειδοποιήσει ο Μπίλυ: διάσπαρτα στοιχεία που τον έκαναν σε πρώτο βαθμό ύποπτο για το εγκληματικό τροχαίο στη μοιραία εκείνη διασταύρωση. Δεν βρήκε ωστόσο τίποτα μέσα στους τέσσερις τοίχους που να τον ενοχοποιούσε παρ’ όλα αυτά ο Μπίλυ τον προειδοποίησε να αφήσει ήσυχη την Κάθυ διαφορετικά θα έστελνε τα αστυνομικά τσιράκια σπίτι του για να τον συμμορφώσουν. Ο Τζόσεφ μετά από όσα του είπε εκείνος για τη μέρα που έμελλε να του χαράξει τη ζωή υποψιαζόταν πως, ότι κι αν γινόταν, ο Μπίλυ σιγά-σιγά  όντως θα του κατέστρεφε τη ζωή. Πέρα από αυτό, τον απείλησε πως θα μείνει σύντομα χωρίς δουλειά, χωρίς σπίτι, χωρίς.. φίλους, εάν δεν σταματούσε να σκέφτεται την Κάθυ. Ήταν ερωτευμένο μάλλον το καθίκι μαζί της. Ήταν προφανές πως μετά το βιασμό της έθεσε σε εφαρμογή το σχέδιο του.. Να καθαρίσει το Ρόμπερτ Χάτμαν από τυφλό πάθος και από ατέρμονη δίψα για δόξα.. Ήταν το νούμερο 2 στην ιεραρχία της σάπιας συμμορίας του. Λεφτά λοιπόν, δόξα και.. γυναίκα. Και να, που πάνω στην ώρα οι δρόμοι τους συναντήθηκαν κι ο Τζόσεφ ήταν το τέλειο θύμα για το θάνατο του αφεντικού του. Και να, που πρόλαβε να συμβουλεύσει την Κάθυ για τον εγκληματικό καινούριο φίλο της, μετά από όσα του ομολόγησε περιμένοντάς τη στο δωμάτιό της. Ένιωθε ασφαλής με το νέο της αφεντικό, της προσέφερε ασφάλεια μέσα στην επικίνδυνη αφέλειά της. Μετά απ’ όσα αυτή είχε περάσει, τον Τζόσεφ δεν τον ενδιέφερε τι έλεγε εκείνος αλλά τι έλεγε εκείνη. Κι έπρεπε να τον πιστέψει εκείνη για να μπορέσουν να κάνουν μια αρχή στη ζωή τους, μια αρχή που τελικά ποτέ δεν είχαν καταφέρει να κάνουν και που η ζωή τους είχε στερήσει εδώ και χρόνια. Αυτά έλεγε η σιωπή. Μιλούσε από μόνη της. Τα βλέμματά τους είχαν συναντηθεί εδώ και ώρα, ο ένας απέναντι από τον άλλο και μιλούσαν. Το ποτήρι είχε παραμείνει στο χέρι και δεν έλεγε να φτάσει τα χείλη τους γιατί έτσι θα έπρεπε να αλλάξουν ματιά. Έπρεπε να σηκώσουν ψηλά το κεφάλι και να πιουν, κάτι που κανένας από τους δύο δεν είχε τα κότσια να κάνει. Κι εκεί ήταν που ο Τζόσεφ θυμήθηκε ξανά τα σκληρά λόγια του Μπίλυ, έφερε στη μνήμη του αλήθειες του παρελθόντος που σαν ντόμινο δεν γνώριζε ποτέ ότι συνέβησαν.. Και της τα είπε. Κι εκείνη έκλαψε. Δεν κατάλαβε γιατί έκλαψε. Ένιωσε πως τον λυπήθηκε. Μα όχι δεν γνώριζε. Γιατί έκλαψε τόσο γρήγορα;

Ήταν λίγο μετά τις αναταραχές του 1954, θα της εξηγούσε, που ο Μπίλυ βγήκε από το σωφρονιστικό ίδρυμα του Μιζούρι. Είχε κάνει ήδη μέσα από τη φυλακή τις σωστές γνωριμίες που θα τον οδηγούσαν απευθείας στο πλευρό του Χάτμαν. Τα λάθη του παρελθόντος, η ‘σκληρή εκπαίδευση’ των φυλακών, η εντύπωση πως θα είχε για μια ολόκληρη ζωή εγκεφαλικά και ψυχολογικά προβλήματα, όλα αυτά τον οδήγησαν συστημένο με ακρίβεια στην ίδια την παράνοια στην πόλη του Μέμφις.

Λ.Μ.. Τα αρχικά Λίτλ Μπίλυ ήταν αρκετά για να μπορέσει ο Ντέιλ Κρόου να ενοχοποιήσει τον καθυστερημένο, ιδιότροπο, περίεργο και διαφορετικό από τους άλλους, Λίτλ Μπίλυ για το θάνατο της μικρής έγχρωμης. Η δασκάλα της επέζησε. Ήταν τέτοια η κοινωνία όμως του Κολόμπους, που δέχτηκε και υπέγραψε με το ίδιο της το αίμα τη συμφωνία της αστυνομίας για την ενοχή του Μπίλυ. Βαθιά μέσα της δεν ένιωθε τύψεις ήταν όλοι λευκά καθάρματα που ήθελαν το κακό της. Αυτό που δεν θα ξεχάσει ποτέ, είπε ο Μπίλυ στον Τζόσεφ, είναι η στιγμή του κοινωνικού διασυρμού του κατά μήκος της πόλης και ιδιαίτερα μπροστά από τον Ντέιλ Κρόου, ο οποίος είχε σφιχτά στην αγκαλιά του την αδερφή του, επιδεικνύοντας έτσι την ανωτερότητά του, τη διαστροφή του, τη μαύρη ψυχή του. Στάλθηκε απευθείας στις κρατικές φυλακές του Μιζούρι βιώνοντας τον απόλυτο διασυρμό, τον απόλυτο εξευτελισμό, όντας ασταθής στο λόγο του, στις αντιδράσεις του, στις κινήσεις του. Μόνο κάτι ψηλά παλικάρια, δέσμιοι του Χάτμαν μυρίστηκαν παρά την χαζομάρα του, τις ύπουλες διαθέσεις του απέναντι στους άλλους. ‘Τον έσωσαν’ από την κόλαση που η μητέρα του επέμεινε να τον χώνει όλο και πιο βαθιά και τον μετέτρεψαν σε ένα άγριο ζώο με σχιζοφρενική λογική. Δεν ήταν καθόλου τυχαίο που κατάφερε να εξοντώσει μέσα σε λιγότερο από 10 χρόνια το ίδιο του το αφεντικό. Κι αυτό από αρρωστημένο έρωτα. Ο Τζόσεφ προσπάθησε να του εξηγήσει πως δεν γνώριζε πως το μαχαίρι ήταν τελικά του ίδιου του Μπίλυ και πως του το είχε αρπάξει με τσαμπουκά και απειλές ο Ντέιλ. Πως το μαχαίρι δεν ήταν τελικά του Ντέιλ αλλά του Μπίλυ… Ορκίστηκε, δεν είχε παρατηρήσει τα αρχικά γράμματα, δεν μπορούσε να ξέρει. Πώς εξηγείς όμως σε ένα ζώο πως δεν είσαι εσύ η τροφή του;

Ο μονόλογος του Τζόσεφ έληξε με τρόπο που ο ίδιος δεν περίμενε. Η Κάθυ ξεστόμισε μερικές λέξεις που, στο άκουσμά τους, εκείνος επεχείρησε να τη ρωτήσει ξανά. Του είπε πως τον αγαπούσε. Πως ήθελε να τον πιστέψει αλλά δεν μπορούσε. Γι’ αυτό το λόγο τον προκάλεσε να αποδείξει την αγάπη του. Κι αυτό που είπε στη συνέχεια είχε μόνο ένα σκοπό: να βρει ένα τρόπο να είναι περισσότερο ασφαλής. Ήταν ο Τζόσεφ που μπορούσε να της προσφέρει καλύτερη ζωή ή ο τρελός Λίτλ Μπίλυ; «Μα Κάθυ.. Να τον σκοτώσουμε; Είσαι στα καλά σου;» Μετά από όσα της είπε για εκείνο τον τρελό, ο Τζόσεφ θεώρησε πως πείστηκε για την ψυχασθένειά του. Πως κινδύνευε και εκείνη μαζί με αυτόν. Ναι έτσι νόμιζε. Δεν γνώριζε όμως πώς μια τέτοια κίνηση θα απελευθέρωνε και τους δυο. Βαθιά μέσα του ήξερε πως αύριο σπίτι του θα μπορούσε να τον περιμένει η αστυνομία. Η διεφθαρμένη πλευρά της, με τα ξύλα, τα γδαρσίματα και τα κρύα μπάνια του κρανίου του στη λεκάνη της τουαλέτας. Από την άλλη υπήρχε και άλλη μια εκδοχή, καλύτερη: να τον περίμενε η Κάθυ στο σπίτι τους, σε μια άλλη πολιτεία. Ήταν κάτι που μεσολαβούσε όμως σε αυτή την επιλογή. Ένας φόνος. Άλλη μία φυγή. Οι σκοτεινές, απλησίαστες όψεις του ενοχικού του παρελθόντος πλησίαζαν και του σήκωναν την τριχιά μόνο με τη σκέψη. Τα είδωλά τους αντικατοπτρίζονταν στον καθρέφτη του δωματίου της. Για μια στιγμή κινήθηκαν, πλησίασαν το ένα το άλλο. Για μερικά δευτερόλεπτα οι σκιές τους έγιναν ένα και λίγο αργότερα χάθηκαν σα στοιχειωμένες μορφές που αλώνιζαν σε μια παράλληλη διάσταση ζώντας για τη στιγμή της απελευθέρωσης, της κάθαρσης, της αιώνιας πληρότητας..

Έπρεπε να γίνει γρήγορα. Πάσα θυσία έπρεπε να γίνει γρήγορα, σιωπηρά χωρίς παρατράγουδα. Από εκεί θα έφευγαν σε ένα ξενοδοχείο, καμιά βαλίτσα, κανένας αποχαιρετισμός με κανένα Πωλ, Λάρυ ή Κένεθ. Ο χρόνος θα ξεκινούσε ξανά από την αρχή και για τους δυο τους. Άλλη μία φυγή, άλλο ένα ΤΡΕΧΑ θα κουδούνιζε στο μυαλό του Τζόσεφ διορθώνοντας κατά ένα τρόπο τα λάθη του παρελθόντος, χωρίς όμως να μπορέσει να ξεπεράσει το θάνατο του μικρού, αθώου κοριτσιού που έφυγε άδοξα μπροστά στα μάτια του.. Ήθελε να ζήσει αξιοπρεπώς κουβαλώντας το βάρος μιας ψυχής που πάντα θα τιμά και θα υποστηρίζει στα μάτια των έγχρωμων αδελφών της. Έτσι τουλάχιστον ήθελε να πιστεύει. Η Κάθυ έλεγε πως τον αγαπούσε. Δεν γνώριζε ούτε ο ίδιος το βαθμό αφοσίωσης του έρωτά τους. Ίσως ήταν το βάρος της ζυγαριάς που έγειρε προς τον Τζόσεφ, ήταν ίσως περισσότερο θέμα ασφάλειας. Το επόμενο βράδυ η Κάθυ πήγε, όπως κάθε φορά, στο White Rose Cafe. Ζήτησε να μιλήσει με τον Λίτλ Μπίλυ. Ήθελε να ξεκαθαρίσει τη θέση της, να δείξει σε ποιόν θέλει τα βράδια ν’ ακουμπάει το κεφάλι της. Θα του μιλούσε ανοιχτά για τα αισθήματά της. Για το πώς ένιωθε για εκείνον οδηγώντας τον σιγά-σιγά στην παγίδα της. Εκεί όπου ο Τζόσεφ θα περίμενε καρτερικά. Τον είδε. Μίλησαν. Η φωνή της έτρεμε, εκείνος το απέδωσε στα όμορφα λόγια της για εκείνον. Του είπε πως ήθελε να συναντηθούν μετά τη βάρδια της κάπου οι δυο τους μακριά από τα γνωστά βλέμματα που μπορεί να έθεταν σε κίνδυνο αυτή την έλξη. Του ζήτησε να βρεθούν στο Palomino Motel, ήταν ασφαλές και για τους δυο τους. Εκείνος κοκκίνισε σα μικρό παιδί, ξερόγλειψε τα χείλη του τη χούφτωσε προκαλώντας της αναγούλα και κάπως αμήχανα τον τράβηξε μακριά της με την υπόσχεση πως το βράδυ θα είναι καυτό όπως ακριβώς είναι κι εκείνος. Την άφησε να ετοιμαστεί για την εργασία της δίνοντάς της ένα δαγκωτό φιλί στο λαιμό. Το σημείο έκρινε αίμα κάτι που την οδήγησε λίγο μετά στην τουαλέτα γεμίζοντας τη λεκάνη με τα μισά σωθικά της..

palomino-motel-2

Η στιγμή ήταν κρίσιμη. Τα φώτα διαπέρασαν το μικρό δωμάτιο του ξενοδοχείου τη στιγμή που ο Μπίλυ στάθμευε το αμάξι του λίγα μέτρα μακριά. Η πόρτα άνοιξε κι ο χώρος γέμισε με φωναχτά χαζόγελα. Ο Τζόσεφ ανατρίχιασε στην ιδέα του θανάτου καθώς στεκόταν στην μπανιέρα κρατώντας σφιχτά το μαχαίρι που ανήκε στην Κάθυ. Οι δυο τους από μέσα άρχισαν να ερωτοτροπούν. Φαίνεται η Κάθυ να είχε βρει χρόνο να το δουλέψει περισσότερο μέσα της, ακουγόταν αποφασισμένη. Αυτό έδωσε δύναμη και κουράγιο στον Τζόσεφ που έπρεπε να βγάλει κυριολεκτικά το φίδι από την τρύπα. Κουβέντες αντηχούσαν στον κεντρικό χώρο του δωματίου, πειράγματα, μερικά «μη» διάσπαρτες ερωταπαντήσεις «μ’αγαπάς; σ’ αγαπώ» και ξαφνικά το πέσιμο των κορμιών τους στο κρεβάτι, σημάδι πως έπρεπε να αφήσει τον ασφαλή χώρο της μπανιέρας και να κάνει δυο βήματα πιο κοντά στην ‘αιώνια πληρότητα’. Η Κάθυ γνώριζε πως εκείνος θα στέκονταν ήδη μπροστά στην πόρτα, έτσι το φρεσκάρισμά της έγινε αμέσως αντιληπτό απ’ τον Τζόσεφ. Εκείνος κρύφτηκε πίσω από την πόρτα, εκείνη απαντώντας στις πρόστυχες ερωτήσεις του για το τι θα κάνανε στη συνέχεια άνοιξε την πόρτα, μπήκε, την έκλεισε. Βρισκόταν πρόσωπο με πρόσωπο με τον Τζόσεφ, είχαν γουρλώσει τα μάτια τους, ήταν κατατρομαγμένοι, η αδρεναλίνη βρισκόταν στα ύψη. «Πάμε;», είπε αυτός, «πάμε», είπε εκείνη και τότε το σχέδιο ήταν πλέον σε εφαρμογή δίχως περιθώρια για πισωγυρίσματα. Η Κάθυ προχώρησε νευρικά προς τη μπανιέρα, μπήκε μέσα τράβηξε την κουρτίνα και ανέλαβε να παρακινήσει το θύμα.

–          Μπίλυ αν θες να δεις πόσο σ’ αγαπάω έλα εδώ μαζί μου!

Η Κάθυ αμέσως βούρκωσε στην ιδέα της εξέλιξης των επόμενων δευτερολέπτων, το μόνο που αντίκριζε ήταν μια άσπρη-μπλε κουρτίνα και μια αχνοδιάκριτη σκιά που περίμενε όρθια. Τρία ξυπόλητα πόδια ακούστηκαν να πλησιάζουν, η πόρτα άνοιξε και δύο τώρα αχνοδιάκριτες φιγούρες στέκονταν αμίλητες η μια μπροστά στην άλλη. Η Κάθυ πάγωσε. Ο χρόνος φάνηκε να πάγωσε επίσης για ώρες. Κι όμως ήταν 4 με 5 δευτερόλεπτα που η συνειδητοποίηση της στιγμής έδωσε χώρο στη δράση. Ακούστηκαν χέρια να παλεύουν, ήχοι από τις πληγές του δέρματος, μια απότομη κραυγή, δυο, τρεις και δυο κορμιά έπεσαν άτσαλα στο έδαφος. Πάλι η σιωπή κέρδισε το έδαφός της και μέσα σε μισό λεπτό μια φιγούρα ανασηκώθηκε νικήτρια της μάχης. Εκείνη παγωμένη ήθελε να την καταπιεί η μπανιέρα, να τη ρουφήξει, μα εκείνη ήταν πάγος θα χρειαζόταν αρκετός χρόνος ωσότου αυτό πραγματοποιούνταν. Το άσπρο-μπλε της κουρτίνας δεν έδιναν περιθώρια για την ταυτότητα του νικητή. Η φιγούρα πλησίασε προς το μέρος της με αργά, ασταθή βήματα. Σκέφτηκε πως τα πόδια δεν έβγαζαν τον ήχο ενός ξυπόλητου άντρα αλλά ενός που φοράει παπούτσια. Η κουρτίνα άνοιξε κι εκείνη τρόμαξε ανασηκώνοντας τους ώμους και τρίζοντας τα δόντια της. Ήταν ο Τζόσεφ που αμέσως την αγκάλιασε με δυσκολία από το τρέμουλο, το σοκ, το φόβο, την υπερένταση. Αντίθετα η Κάθυ δεν έτρεμε καθόλου, δεν έκλαψε, τα χέρια της τον είχαν αγκαλιάσει σφιχτά, ήταν σταθερά σαν χέρια γεροδεμένου άντρα. Υπό άλλες συνθήκες εκείνος θα παραξενεύονταν αλλά η στιγμή δεν έδινε τέτοιες πιθανότητες. Αποφάσισαν να φύγουν αμέσως αφού θα καθάριζαν το μπάνιο και το χώρο μπροστά από το κρεβάτι όπου δόθηκε η μάχη. Το ευχάριστο είναι πως κανένας δεν γνώριζε γι’ αυτό το ραντεβού. Ήταν γνωστό στους τρεις τους που υποτίθεται πως θα ήταν μόνο μεταξύ δύο. Πράγματι καθάρισαν επιφανειακά το χώρο (δίχως να γνωρίζουν για ποιο λόγο ακριβώς το κάνουν) και εγκατέλειψαν το ματωμένο δωμάτιο. Η έξυπνη Κάρυ γνώριζε πως το συγκεκριμένο ξενοδοχείο το κρατούσε εδώ και 20 χρόνια ένας γεροξεκούτης μπεκρής που κόντευε να πατήσει τα 95. Τα τσιράκια του Μπίλυ δεν είχαν καμιά ελπίδα, μόνο δυο τρεις μέρες μετά που θα έπαιρναν χαμπάρι πως η Κάθυ θα έλειπε.. Κάπως έτσι θα ήταν. Αρκετά χιλιόμετρα μακριά..

Τράβηξαν σ’ ένα κοντινό μοτέλ, ήταν αρκετά σ’ αυτή την πλευρά του δρόμου, γνωστά για τις αχαλίνωτες νύχτες τους. Η κοντινή απόσταση από τον τόπο του εγκλήματος κάθε άλλο παρά κίνδυνο αποτελούσε. Όσο πιο κοντά, τόσο πιο καλά για εκείνους. Είχαν συνειδητοποιήσει και οι δυο τους πως αυτό που συνέβη για όλους τους άλλους δεν είχε προκληθεί από αυτούς, έπρεπε να υποστηρίξουν την αθωότητά τους όπως τον κερατά του διπλανού δωματίου που πλήρωσε μια πόρνη για να εκτονώσει το αδιέξοδο της συντηρητικής του φάρας. Η βραδιά δεν χωρούσε ερωτικές εξομολογήσεις ούτε έντονα σαλιαρίσματα. Την επόμενη μέρα  είχαν σκοπό να φύγουν αφήνοντας τις σκέψεις για αργότερα. Τώρα μιλούσε –μάλλον- και για τους 2 τους το συναίσθημα και η αποφασιστικότητα να γραπώσουν το παρόν προς δικό τους όφελος έτσι ώστε να εξασφαλίσουν πως το μέλλον δεν θα ξεγλιστρήσει απ’ τη χούφτα τους. Ξάπλωσαν, ο Τζόσεφ σκέπασε την Κάθυ κι αποκοιμήθηκαν ανάσκελα στρεφόμενοι προς το ταβάνι. Η ψύχρα είχε επικρατήσει στα σώματά τους, αγωνία, φόβος, αβεβαιότητα για μια τόσο σκληρή πράξη που όμως εκείνη τη στιγμή έμοιαζε παιχνιδάκι. Κι αυτό ήταν που τους ανησυχούσε. Το πόσο εύκολο ήταν και το πόσο εύκολα η ζωή τους θα άρχιζε πολύ σύντομα να στρώνει. Δεν γνώριζαν τον προορισμό τους ακόμα. Τα ξημερώματα θα άφηναν το μοτέλ και θα κατευθύνονταν στο σταθμό των λεωφορείων. Εκείνο με τις περισσότερες ώρες δρομολογίου θα ήταν και το καταλληλότερο. Τα μάτια τους έκλεισαν σχεδόν ταυτόχρονα. Όλα επανήλθαν στον ύπνο τους, έζησαν ξανά το έγκλημα με θύμα τον Λίτλ Μπίλυ. Τον ψυχοπαθή, νευρικό, άρρωστο, κομπλεξικό γκανγκστερά που έφυγε τόσο μα τόσο εύκολα. Παιχνιδάκι. Ήταν δυνατόν; Η Κάθυ, αφυδατωμένη από το στρες, ξύπνησε 2 ώρες πριν την προκαθορισμένη ώρα της εσπευσμένης αναχώρησης για να πιεί λίγο νερό. Δρόσισε το κορμί της λαίμαργα και έκατσε στο κρεβάτι προβληματισμένη. Λίγο μετά σήκωσε την τσάντα της στα πόδια της ψαχουλεύοντας για να βρει κάτι. Ο Τζόσεφ άκουσε το θόρυβο της σωρού που ανακάτευε, την είχε όμως πλάτη και δεν κατάλαβε τι ακριβώς έκανε. Ξαφνικά σταμάτησε.

–          Τι ψάχνεις, συμβαίνει κάτι;

–          Όχι, όχι απλά έλεγξα τα χρήματά μου για το ταξίδι..

Φύλαξε μια ασπρόμαυρη, τσαλακωμένη φωτογραφία στην τσάντα της όσο πιο βαθιά μπορούσε. Λίγο πριν την κοίταξε για λίγα δευτερόλεπτα έως ότου τη διακόψει ο Τζόσεφ. Ήταν εκείνη μικρή, κοριτσάκι αγκαλιά με ένα ψηλό νεαρούδι. Έδειχναν και οι δύο ευτυχισμένοι. Πίσω έγραφε μια αφιέρωση.

Για σένα αδελφούλα. Είμαι εγώ εδώ για σένα. Μην σε νοιάζει τίποτα…

Ντέιλ Κρόου.

Advertisements

6 thoughts on “Joseph’s Crossroad (Μέρος Έβδομο)

  1. Νικολέτα December 10, 2013 / 10:06 am

    όχι ένα,δύο μέρη??
    και δεν είδα συνεχίζεται…τι έγινε,λίγο έλειψα και τα έβγαλες όλα στη φόρα??!!
    πάω γρήγορα πίσω να ξεκινήσω και επιστρέφω…
    καφές υπάρχει,τσιγάρο επίσης…έχουμε δρόμο!!

    • koufetarios December 10, 2013 / 10:09 am

      ..και μια έκπληξη αυτό είναι το προ-τελευταίο μέρος χαχαχα! Άν έχεις χρόνο και κυρίως κουράγιο διάβασέ το αλλιώς δεν πειράζει! Σ’ ευχαριστώ όπως και να ‘χει.

      Καλημέρες χαρούμενες και χαμογελαστές..!

  2. Νικολέτα December 10, 2013 / 11:48 am

    Μου πήρε ώρα…
    επειδή με διέκοψαν κάτι δουλειές που έκανα..
    τα διάβασα και τα δυο,
    μου αρέσει γιατί νιώθω οτι φτάνει στην κορύφωση.
    Πάντως μου φαίνεται εξαιρετικά ενδιαφέρον,είναι λίγο θριλερ η κατάσταση..
    Ελπίζω και το τέλος να σε δικαιώσει το οποίο δεν θα σχολιάσω το οτι δεν ήταν αυτό το κομμάτι και καλά θα κάνεις κι εσύ να μην σχολιάσεις οτι το ανέφερες ψηλά αυτή τη φορά..χαχα
    άλλωστε έχουμε μιλήσει ξανά για την αφηρημάδα μου! 😛

    περιμένουμε αγαπητέ κουφετάριε!
    την καλησπέρα μου…

    • koufetarios December 11, 2013 / 10:00 am

      Σ’ ευχαριστώ για τα καλά σου λόγια βρε Νικολέτα, η αλήθεια είναι πως ανέφερα πως είναι το προ-τελευταίο μέρος για να δώσω σε όποιον ενδιαφέρει το ερέθισμα της κορύφωσης ή της τελικής έκβασης. Ομολογώ πως αυτή η ιστορία πέρασε από πολλά στάδια μέσα μου, όσο εύκολη κι αν φαίνεται. Νιώθω όμως πως η γραφή ενός τόσο μεγάλου κειμένου για τα δεδομένα μου (με διάστιχο 1,5 ήδη είναι 35 σελίδες) είναι απλά μια δοκιμή, μια μορφή εξάσκησης για κάτι άλλο..! Οπότε η στήριξή σου και όσων μπουν στο κόπο να τη διαβάσουν είναι πολύ σημαντική για μένα.

      Υ.Γ. Τώρα πρέπει να γράψω το τέλος το οποίο έχει τουλάχιστον 5 διαφορετικές εκδοχές στο μυαλό μου! πφφφ 😀

  3. ♔DƦάɱα QuƎeи ♔ December 11, 2013 / 10:26 am

    Καλημέρα Κουφετάριε,
    Δεν ξέρεις πόσο γέλασα όταν είδα με έντονα γράμματα πάνω πάνω, μέσα σε παρένθεση την φράση “προ-τελευταίο μέρος”. Περιμένω με αγωνία να δω την λέξη “τέλος” για να ακουφιστώ και να απολαύσω την ιστορία!!! 😀
    Μια υπέροχη ημέρα σου εύχομαι.

    • koufetarios December 13, 2013 / 9:40 am

      Χαχα η αλήθεια είναι πως περίμενα να προκαλέσει γέλιο η διευκρίνιση! Ε, το τέλος ήρθε οπότε με την ησυχία σου! 😀

      Τα λέμε και στο σπιτικό σου.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s