Joseph’s Crossroad (Μέρος Έκτο)

                              Kολόμπους, Οχάιο 1947

8017104013_f4c64a1356_o

Ο Τζόσεφ έπιανε τις πιο μικρές και βαριές πέτρες απ’ το χώμα και τις πετούσε, καθιστός όπως ήταν, όσο πιο μακριά μπορούσε. Ζούσε στο Κολόμπους του Οχάιο στην τρυφερή ηλικία των 17 χρόνων και περίμενε τον Ντέιλ Κρόου, τον Λίτλ Μπίλυ και τον Σκοτ Έλντερ για να τραβήξουν προς τα σιτηρά για να καπνίσουν και να παίξουν σχεδόν κυριολεκτικά με τη φωτιά. Ο Τζόσεφ δεν άντεχε να πηγαίνει σχολείο, δεν του άρεσε ο τρόπος με τον οποίο φέρονταν στην ίδια τη γνώση. Προτιμούσε να διαβάζει βιβλία που άρεσαν στον ίδιο, με το τελευταίο μάλιστα να είναι του Τζων Στάιμπεκ ΄΄Τα σταφύλια της οργής΄΄. Όταν επέστρεφε σπίτι το βράδυ καμιά φορά έβρισκε τον πατέρα του με ένα ιρλανδέζικο Shamrock ουίσκι στο χέρι δίπλα από τον μαζεμένο πέτρινο σωρό κάτω από τον οποίο κείτονταν η αείμνηστη αδερφή του. Καθόταν εκεί όταν γυρνούσε απ’ το μπαρ, πιωμένος, διαλυμένος κι όταν ξεχνούσε πως ήταν και η γυναίκα του εκεί για να ξεσπάσει, στεκόταν πάνω απ’ τη μικρή Άννα και της διηγούνταν ιστορίες για τις απανωτές μετακινήσεις του, τα ξεχασμένα μεροκάματα και τις πρώτες στιγμές όταν γνώρισε τη μητέρα του Τζόσεφ. Η μητέρα του από την άλλη ζούσε κλεισμένη σ’ ένα δωμάτιο, αρνούνταν να δεχτεί τον άντρα της γιατί τον φοβόταν, αρνούνταν επίσης και τον Τζόσεφ μιας και ήρθε πρώτος αυτός και όχι αυτή. Δεν ήθελε αγόρι η μητέρα του, το’ χε πει στον άντρα της «αν κάνω αγόρι το μόνο που θα το ταΐσω είναι χώμα», είχε πει κάνοντας έτσι τον πατέρα του έξαλλο, χτυπώντας τη αλύπητα και ακατάπαυστα στον 6ο μήνα της εγκυμοσύνης της. Όταν ήρθε στη ζωή η μικρή Άννα γεννήθηκε με κάποια προβλήματα υγιείας, προβλήματα που οι γονείς της δεν μπορούσαν να λύσουν οικονομικά. Με αυτό το ‘πρόβλημα’ (πρόβλημα αποτελούσε το ίδιο το μωρό στην οικογένεια) ο πατέρας, παρά τις αντιρρήσεις της μάνας το οδήγησε στην τελευταία του κατοικία μετά από μεγάλη κατανάλωση ποτού και ξένης γυναικείας σάρκας. Ο Τζόσεφ πληγωμένος σα ζώο που δολοφόνησαν όλη του την αγέλη, έπνιξε όσα μπορούσε μέσα του για να επιβιώσει..

Οι άλλοι τρεις είχαν ήδη καταφτάσει και κατευθύνονταν προς το σημείο που δυο-τρεις φορές τη βδομάδα αρέσκονταν στο να παίζουν με τις περιουσίες των άλλων, με τη σοδειά μιας ολόκληρης περιοχής. Ο Ντέιλ Κρόου είχε ηγηθεί της παρέας, ήταν 6 χρόνια μεγαλύτερος από τους άλλους, ένα ρεμάλι που έψαχνε αφορμή για να φτάσει στο όριά τους όσους τον περιτριγύριζαν , καθώς ο ίδιος φαίνεται να ερεθιζόταν με τις τολμηρές του ενέργειες, ιδιαίτερα όταν δεχόταν τα εγκωμιαστικά σχόλια από τους άλλους. Το μόνο που έλεγε πως τον ενοχλούσε στον εαυτό του ήταν αυτό το νευρικό τικ των ματιών του. Ήταν δύσκολο να το αποκρύψει, έτσι σκέφτηκε για μια φορά στη ζωή του να αυτοσαρκαστεί και να παραδεχτεί κάτι που ανταποκρινόταν στην πραγματικότητα. Ο Σκοτ Έλντερ ήταν η προέκταση του σώματος του Ντέιλ, ένα παιδί δίχως ιδιαίτερες ικανότητες, τον υπάκουε συνεχώς και έκανε πράξη τα θελήματά του. Ο Λίτλ Μπίλυ ήταν ιδιαίτερη περίπτωση μιας και είχε διαγνωσθεί με μια ασθένεια που καμιά φορά οι ίδιοι του οι φίλοι τον κορόιδευαν. Έπαχε από μια σοβαρή –κατά τους γιατρούς- νευρο-ψυχιατρική διαταραχή που όπως φαινόταν θα διαρκούσε για ολόκληρη τη ζωή του. Είχε πρόβλημα στην αντίληψη, στην επικοινωνία και στον τρόπο με τον οποίο εκφραζόταν. Ήταν δηλαδή ένα παιδί ότι έπρεπε για τον Ντέιλ και το υποχείριό του ώστε να μπορούν να εκφράζουν τα συναισθήματά τους που είχαν άμεση σχέση με την έλλειψη στοιχειώδους νοημοσύνης και υπαρξιακής κατωτερότητας. Προχώρησαν προς μια μεγάλη έκταση από σιτηρά, σύντομα θα ήταν η περίοδος που οι αγρότες θα έπιαναν δουλειά.

Newyorker1

Εκείνη την εποχή τη δεκαετία του ’40 στο Κολόμπους του Οχάιο ίσχυε ακόμα ο φυλετικός διαχωρισμός των λευκών και των έγχρωμων. Η κυριαρχία των λευκών φρόντισε να διατηρήσει τον dejure και τον defacto φυλετικό διαχωρισμό.[1]Αυτά άρχισε να συζητά ο Ντέιλ γνωρίζοντας πως η μητέρα του Λίτλ Μπίλυ ήταν ακραίας μορφής ρατσίστρια αν και Καθολική. Είχαν ξαπλώσει στο χώμα κοιτάζοντας τον ουρανό πιστεύοντας πως έλεγαν κάτι σημαντικό και βαρύγδουπο.

–          Πρέπει να γίνει κάτι Τζόσεφ, να τους βγάλουμε από την άκρη. Σε λίγο θα τρώμε στα ίδια μέρη, θα διασκεδάζουμε στα ίδια μέρη, θα μας πηδήξουν και τις γυναίκες, κατάλαβες; Ε, Μπίλυ. Ο πατέρας σου είναι αστυνομικός σωστά; Για δε του λες να τους ρίξει ένα κομμάτι ξύλο; Ειδικά εκείνου του Έλιοτ που δουλεύει λέει κι όλας σαν υπηρέτης.. Δούλο έπρεπε να τον είχαν με καμιά αλυσίδα περασμένη στο λαιμό του!

–          Εεε, ναι ο πατέρας μου αστυνομικός αλλά…

–          Αλλά, τι αλλά ρε Μπίλυ; Έπρεπε να σε πλακώσουμε στις μπουνιές και να τα ρίξουμε σ’ αυτόν τον κωλοΈλιοτ.. Έχε χάρη όμως, εσύ είσαι τόσο χαζός που μπορεί να τα καρφώσεις όλα. Αλλά ποιος θα σε πιστέψει εσένα..

–          Έλα άσε τον, μην τον πειράζεις.. είπε ο Τζόσεφ που φάνηκε να ενοχλείται από τη συζήτηση. Ξέρεις πως ο πατέρας του τον λατρεύει, άσε τη μάνα του.. Η μάνα του είναι τρελή..

Ο Ντέιλ ανασηκώθηκε, άναψε τσιγάρο και κοίταξε το βάθος του ορίζοντα σα να ετοιμαζόταν να πει κάτι πολύ σημαντικό.

–          Λοιπόν παιδιά.. Ακούστε.. Αυτός ο Έλιοτ έμαθα πως έχει πολλά λεφτά.. Έχει μια καλύβα ένα χιλιόμετρο έξω από την πόλη και φυλάει εκεί την περιουσία του.. Θέλει λέει μόλις μας τα φάει όλα να φύγει, να κάνει ζωή και κότα.. Κι εμείς θα καθόμαστε εδώ να τα ξύνουμε…

–          Τι θες να πεις; ρώτησε ο Σκοτ Έλντερ ξύνοντας τη φουσκωμένη κοιλιά του καθώς σκέφτηκε πως άρχισε να πεινάει.

–          Λέω να του τα φάμε.. Κάθε Κυριακή βράδυ μαζεύεται με κάτι άλλους κωλόμαυρους και τρώνε όλοι μαζί σα να μην συμβαίνει τίποτα.. Απόψε δηλαδή.. Ποιος θα βρεθεί να μας κατηγορήσει, μαύρος είναι δεν θα βρει το δίκιο του ποτέ..

Ο Τζόσεφ φάνηκε να διστάζει. «Κι εγώ θέλω τα λεφτά, αρκεί να μην πάθει κανείς τίποτα. Ξέρεις πως έχει μια μικρή κόρη..»

–          Το ξέρω ρε ηλίθιε.. Μαζί θα λείπουν. Κάνει ιδιαίτερα μαθήματα σπίτι του το μούλικο, τόσα λεφτά έχουνε που σας λέω.. Όσοι είναι μέσα να σηκώσουν τα χέρια τους..

Ο Ντέιλ σήκωσε τα χέρια του συγχρόνως με τον Σκοτ, ο Λιτλ Μπίλυ το σήκωσε επίσης με ένα ανατριχιαστικό γέλιο και τελευταίος ο Τζόσεφ που συνέχισε με το βλέμμα του να εκφράζει την ανησυχία του για την έκβαση του σχεδίου τους..

Το σχέδιο ήταν το εξής: η συνάντηση θα λάμβανε χώρα έξω από το σπίτι του Ντέιλ μόλις ο ήλιος άρχιζε να δύει. Θα πήγαιναν απευθείας στη μικρή καλύβα, θα έσπαγαν την πόρτα, θα έβρισκαν τα λεφτά και θα έφευγαν τρέχοντας. Τα λεφτά θα τα κρατούσε ο Τζόσεφ και την επόμενη μέρα την ίδια ώρα θα βρισκόντουσαν στο χωράφι που το οργάνωσαν για να τα μοιραστούν. Η ώρα κόντευε κι ο Τζόσεφ κάπως ανήσυχος, χαιρέτησε τη μητέρα του αφήνοντας ένα πιάτο φαγητό έξω από την πόρτα της με τον πατέρα του να είναι για άλλη μια φορά απών. Ο Λίτλ Μπίλυ κατάφερε μετά βίας να πείσει τον αυστηρό πατέρα του να βγει για λίγο έξω, αν και οι υποψίες του δεν καλύφτηκαν πλήρως από τα μπερδεμένα και συγκεχυμένα επιχειρήματά του. Ο Σκοτ ήταν ο πιο ανεξάρτητος μαζί με τον Ντέιλ μιας και η οικογένειά του έλειπε μέχρι αργά στα χωράφια, δεν έδιναν και πολύ σημασία στο μονάκριβο γιο τους. Ο Ντέιλ είχε μόνο τη μητέρα του εν ζωή, μαζί με τη μικρή του αδερφή, το μόνο πλάσμα στο οποίο έδειχνε το λιγοστό καλοσυνάτο πρόσωπό του. Χαιρέτησε την αδερφή του φιλώντας τη στο κούτελο και της υποσχέθηκε πως μια μέρα θα φύγουν μαζί για μια καλύτερη ζωή, χωρίς έλεγχο, εξουσία ή διαταγές. Μόλις συναντήθηκαν ο Μπίλυ είπε κάτι που προκάλεσε την αντίδραση των άλλων, αλλάζοντας πλήρως το σχέδιό τους. Φοβισμένος, με τρεμάμενη φωνή είπε κάτι, που οδήγησε τον Ντέιλ σε απανωτά χαστούκια εναντίον του ενώ συγχρόνως ο Τζόσεφ προσπαθούσε να τον ηρεμήσει.

–          Ο πατέρας μου το είπε δεν φταίω!

–          Τώρα μας το λες ρε κωλόπαιδο; Τώρα;

Ο Μπίλυ μόλις τους είχε πει πως ο πατέρας του είχε συλλάβει πρόσφατα για μια μέρα τον έγχρωμο Έλιοτ καθώς είχε υποψίες πως έκλεβε απ’ το σπίτι στο οποίο εργαζόταν. Εκείνος, σε μια εξαντλητική ταπεινωτική ανάκριση, ομολόγησε πως ότι λεφτά είχε τα έκρυβε σε ένα βάζο του σπιτιού του στην κρεβατοκάμαρα. Δεν είχε πει όμως πόσα.. Ο Μπίλυ προσπάθησε να δικαιολογηθεί λέγοντας πως μόνο τότε το θυμήθηκε, δεν μπορούσε να καταλάβει πως κάτι τέτοιο θα άλλαζε τα σχέδιά τους, ούτε τις επιπτώσεις που θα είχε πάνω του. Το σχέδιο άλλαξε, από την καλύβα στο μικρό δάσος στράφηκαν σε κάτι πιο τολμηρό και επικίνδυνο, στο σπίτι του πατέρα και τίμιου οικογενειάρχη Έλιοτ.

Photo_Video_361867721_medium

Καθώς έφτασαν εκεί δεν είδαν κάποιο φως στα μπροστινά δωμάτια του σπιτιού. Πήγαν στο πλαϊνό παράθυρο και με μια πέτρα που εκσφενδόνισαν, το τζάμι έσπασε γεμίζοντας το χώμα με θρύψαλα. Ένας ένας, σιγά σιγά άρχισαν να εισέρχονται σ’ ένα σπίτι που μύριζε σπιτικό φαγητό από το μεσημέρι και έβγαζε μια ζεστασιά, καθόλου γνώριμη για τους ίδιους. Σε αντίθεση με τους υπόλοιπους που πρόσεχαν πού πατούσαν, ο Ντέιλ κατευθύνθηκε ανυπόμονος με βιαστικές κινήσεις προς το υπνοδωμάτιο. Έπρεπε να βρει πάση θυσία τα χρήματα και να την κάνει από εκεί μαζί με τους άλλους το γρηγορότερο. Όταν άνοιξε την πόρτα αντίκρισε κάτι που ομολογουμένως δεν περίμενε με τίποτα. Δίπλα στο κρεβάτι κείτονταν μια παχουλή έγχρωμη κυρία με ένα καφέ μακρύ φουστάνι και στην αγκαλιά της κλαίγοντας σιωπηρά και τρομοκρατημένα, κρατούσε σφιχτά το μικρό κορίτσι του Έλιοτ. Η γυναίκα τους παρακάλεσε να μην τις πειράξουν, κρύφτηκαν στο άκουσμα των σπασμένων γυαλιών, έκλαιγε ακατάπαυστα μαζί με το κοριτσάκι. Ο Τζόσεφ μόλις άκουσε τις φωνές έτρεξε να προλάβει τα χειρότερα αλλά ξάφνου, ένας θόρυβος δημιούργησε πανικό. Στο πέμπτο βήμα του Τζόσεφ προς το δωμάτιο, ο Ντέιλ είχε χτυπήσει με μια γυάλινη λάμπα που βρήκε μπροστά του τη γυναίκα, της οποίας τα χέρια δεν μπορούσαν πια να σφίγγουν και να προστατεύουν το κορμάκι της μικρής. Το κορίτσι είχε σταματήσει να κλαίει απ’ το σοκ, ο Τζόσεφ τη ρώτησε αμέσως το λόγο που βρισκόταν σπίτι της και όχι με τον πατέρα της.

–          Χριστέ μου.. Τι γυρεύεις εδώ; Γιατί δεν είσαι με τον πατέρα σου; Μίλα μου, παναθεμά σε!

Το κορίτσι δίχως να μπορεί να βγάλει φωνή του απάντησε: «Είναι η δασκάλα μου… Με βοήθησε να διαβάσω λίγο παραπάνω.. Αυτό είναι όλο… Σας παρακαλώ, μην με πειράξετε, δεν θα πω τίποτα…»

Τότε ήταν που η οργή του Ντέιλ άνοιξε σαν τον ασκό του Αιόλου. Ένιωσε βαθιά στο πετσί του την άμεση απειλή και ανατρίχιασε. Θόλωσε. Φοβήθηκε. Κι αν κάποιος σαν το Ντέιλ φοβόταν πραγματικά τότε ήταν ικανός για πολύ άσχημα πράγματα. Πλησίασε τον Τζόσεφ στο πρόσωπο και με ένα τρελό, διαστροφικό ύφος του είπε: «Ακολούθησε με.. και τσιμουδιά.. ακούς; Τσιμουδιά! Αλλιώς εσύ θα είσαι ο επόμενος..»  Καθώς τον προειδοποίησε προσπάθησε την ίδια στιγμή να αποδείξει τη μεγαλοψυχία του κερδίζοντας με κάποιο τρόπο την εμπιστοσύνη του Τζόσεφ. Τους είχε όλους ανάγκη κι ο ίδιος φυσικά. Ο Ντέιλ του έδωσε ένα σουγιά με ξύλινη λαβή και με χαραγμένα δύο γράμματα. Ίσως αυτό ήταν το πρώτο πράγμα που μοιραζόταν ο Ντέιλ με κάποιον (εκτός από την μικρή του αδερφή). Εκείνος στραβοκατάπιε και έγνεψε καταφατικά, γνωρίζοντας πολύ καλά πως έπρεπε να μπει ένα τέλος σε όλο αυτό, κάποιος τρόπος έπρεπε να βρεθεί. Οι άλλοι δύο παγωμένοι στέκονταν στο σαλόνι περιμένοντας τις εντολές του Ντέιλ. Έδεσαν το στόμα της μικρής, την απείλησαν πως αν μιλούσε ή φώναζε θα την σκότωναν και την οδήγησαν 20 λεπτά μακριά από την πόλη, όσο δηλαδή τραβούσαν οι αντοχές τους. Η βροχή επιδείνωσε το σχέδιό τους που είχε πάει εδώ και ώρα κατά διαβόλου. Το χώμα έγινε λάσπη, το σκοτάδι ακόμα πιο μαύρο και οι φωνές τους ανύπαρκτες υπό το δυνατό ήχο της μανιασμένης βροχής. Το κορίτσι είχε λιποθυμήσει από όσα είχε μέχρι τότε βιώσει. Τότε ο Ντέιλ μίλησε: «Το ξέρω δεν είναι σωστό, αλλά δεν υπάρχει άλλη λύση. Πρέπει να το τελειώσουμε εδώ.» Ο Τζόσεφ άρχισε σαν παιδί να κλαίει, ο Μπίλυ γελούσε λες και παρακολουθούσε κινηματογραφική ταινία ενώ ο Σκοτ ήταν βράχος και σύμφωνος με τις απόψεις του φίλου του. Καθώς το κορίτσι ήταν λιπόθυμο ο Ντέιλ έπιασε μια βαριά, λασπωμένη πέτρα για να τελειώσει ότι στραβά είχε ξεκινήσει. Ο Τζόσεφ είχε ανεβάσει παλμούς, η αδρεναλίνη ήταν στα ύψη. Βλέποντας τον Ντέιλ να πιάνει την πέτρα, το ένστικτο του έλεγε μόνο ένα πράγμα. ΤΡΕΧΑ. Έτσι κι έκανε. Τους άφησε όλους σύξυλους να τον κοιτούν έντρομοι καθώς απομακρυνόταν.  Έτρεχε σα να ήθελε να ξεφύγει από τον αποψινό εφιάλτη, έτρεχε σα να τον κυνηγούσε ο χειρότερος εχθρός του. Ήθελε απλά να πάει σπίτι να ξαπλώσει στα ζεστά, λερωμένα σεντόνια και να προσποιηθεί πως δε συνέβη τίποτα. Αυτό προσπάθησε. Και δια μαγείας ο ύπνος τον πήρε  ενώ η καρδιά του χτυπούσε τόσο γρήγορα που θα έλεγες πως ακουγόταν σίγουρα από κάποιο άλλο σώμα κι όχι από κάποιον που μόλις είχε κοιμηθεί.

Την επόμενη μέρα ξύπνησε επαναφέροντας στο μυαλό του όλες τις αστραπιαίες, σκοτεινές εικόνες της χθεσινής βραδιάς. Προσπάθησε να παραμείνει ψύχραιμος όταν η πόρτα ξαφνικά χτύπησε κάπως ασυνάρτητα. Κοίταξε την ώρα είχε πάει ήδη 12. Ο ήλιος είχε επανέλθει για τα καλά, γεγονός που τον στράβωσε για μια στιγμή ανοίγοντας την πόρτα. Ήταν ο Λίτλ Μπίλυ..

–          Μπίλυ τι θες εδώ; Λοιπόν για να είμαστε ξεκαθαρισμένοι. Δε μπορώ να πιστέψω όσα έγιναν χθες. Κοντεύω να τρελαθώ. Και δεν έχω καμία σχέση με αυτό κατάλαβες; Αυτό να πεις του Ντέιλ..

Ο Μπίλυ φαινόταν για μια στιγμή πιο λογικός από οποιοδήποτε άλλον. «Ο Ντέιλ.. το ‘κανε.. Τη σκότωσε.. Εσύ έφυγες. Αλλά έμπλεξε εσένα. Εσένα. Που έφυγες. Όλα πάνω σου ακούς; Όλα πάνω σου! Μα γιατί έφυγες;»

Του είχαν κοπεί κυριολεκτικά τα γόνατα. «Τον πούστη…», σκέφτηκε γεμάτο μίσος για τον ηγέτη της παρέας.

–          Ναι, ναι και μάλιστα θα πάει λέει στον πατέρα μου σήμερα, θα γίνει χαμός Τζόσεφ!, αναστέναξε με μεγάλη αγωνία ο κατά τ’ άλλα σοβαρός Μπίλυ.

Αυτό ίσως να σήμαινε και το τέλος για τον Τζόσεφ. Φυλακή, πανικός, γονείς ψυχολογικά άρρωστοι και ταραγμένοι.. «Αυτό θα σκοτώσει τον πατέρα μου.. Φτάνει ένας θάνατος στην οικογένειά μου. Δεν πρέπει να γίνω κι εγώ δολοφόνος αν είναι έτσι..» Συλλογιζόταν για πολύ ώρα. Η απόφαση δεν ήρθε γρήγορα. Έπρεπε να αποδείξει την ενοχή του. Αλλά ότι και να γινόταν έπρεπε να φύγει.. Η πόλη δεν τον χωρούσε άλλο, δεν μπορούσε να ρισκάρει τη φυλακή και την δολοφονική κατάθλιψη του πατέρα του ή την ελευθερία και το θάνατό του από τον Ντέιλ ή τον Σκοτ.. Ότι εξέλιξη και αν είχε αυτή η ιστορία θα οδηγούσε σε θάνατο. Κι ο θάνατος είχε έρθει ήδη από τη στιγμή που μπήκαν σε αυτό το αναθεματισμένο σπίτι. «Περίμενε Μπίλυ έρχομαι, μην φύγεις» Ανέβηκε γρήγορα πάνω, πήρε δυο πρόχειρα ρούχα, τα’ βαλε σ’ ένα σακίδιο, μόνο στην πόρτα της μητέρας του κοντοστάθηκε, ίσως κοιμόταν, ίσως ήταν ξύπνια δεν γνώριζε, ήθελε απλά να αφουγκραστεί ένα τελευταίο ξεπεσμένο οικογενειακό χαρχάλεμα.. Έφυγε μαζί με τον Μπίλυ και κατευθύνθηκαν προς το σημείο του χθεσινού συμβάντος, εκεί που τους άφησε λίγο πριν ολοκληρώσουν τα αμείλικτα ένστικτά τους. «Πού ήταν Μπίλυ, κάπου εδώ; Τι κάνατε με το κοριτσάκι; Πες μου μην φοβάσαι. Δεν θα πω τίποτα για σένα στο υπόσχομαι..» Του έδειξε το σημείο που τη θάψανε. Στάθηκε πάνω από το έδαφος, ήταν σχηματισμένος ένα μικρός λοφίσκος. Τα μάτια του βούρκωσαν. Γέμισε οργή και ήταν αποφασισμένος να αποδώσει δικαιοσύνη. Ήταν σκληρός, δεν είχε συνειδητοποιήσει τίποτα. Είπε στον Μπίλυ να γυρίσει το βλέμμα του αλλού να μην τον βλέπει, ήθελε να προσευχηθεί. Έτσι κι έκανε. Τότε ο Τζόσεφ πολύ αργά και σιωπηλά έβγαλε το σουγιά που του είχε δώσει ο Ντέιλ το προηγούμενο βράδυ «ως ένδειξη της φιλίας τους». Προσποιήθηκε πως προσευχόταν κι εκείνη τη στιγμή έχωσε το μαχαίρι βαθιά στο χώμα. Φοβήθηκε μην την αγγίξει.. Ο δολοφόνος πλέον είχε όνομα κι επίθετο.. Για άλλη μια φορά όμως δεν ήταν η μέρα του. Από το βάθος πλησίαζαν ο Ντέιλ και ο Σκοτ για να ελέγξουν αν όλα πήγαν καλά. Ο Ντέιλ μόλις είδε το Τζόσεφ στο σημείο ξαφνιάστηκε, η απειλή δεν είχε εξαλειφθεί πλήρως. «Τζόσεφ!! Περίμενε! Περίμενε!»Ο Ντέιλ άρχισε να τρέχει επιθετικά μαζί με τον Σκοτ προς το μέρος του. «Περίμενε!», φώναζε καθώς πλησίαζε, γνωστοποιώντας για ακόμα μία φορά το φόβο που είχε νιώσει λίγες ώρες πριν.

–          Μπίλυ, αγαπητέ μου Μπίλυ, πήγαινε και πες του πατέρα σου πως ο Ντέιλ σκότωσε το κορίτσι, είναι αστυνομικός, θα σε προστατέψει, με κατάλαβες;

–          Μα.. Τζόσεφ..

–          Όχι μα τώρα Μπίλυ, πρέπει να φύγω, μην πεις τίποτα πήγαινε απευθείας στον πατέρα σου!

Ο Τζόσεφ άρχισε να τρέχει με τους άλλους δύο να τον κυνηγούν, έτοιμοι να ενεργήσουν, ψάχνοντας τον ιδανικό τρόπο που θα τους απενεχοποιούσε..  Η καρδιά και η ανάσα του Τζόσεφ μύριζαν φόβο, θάνατο κι ενοχή, έτρεχε και όσο έτρεχε τόσο απομακρυνόταν από τις συνέπειες που θα τον βάραιναν για μια ολόκληρη ζωή. Το κυνηγητό κράτησε μια ώρα όλοι τους ήταν εξουθενωμένοι κι ο Τζόσεφ βρισκόταν σε καλύτερη φόρμα από τους δυο νέους εχθρούς του. Τρεις πυροβολισμοί ακούστηκαν, θα ήταν μάλλον ο Ντέιλ, οι κάλυκες έπεφταν κάτω κι ο Τζόσεφ δια μαγείας έβγαινε απ’ το παιχνίδι επιβίωσης αλώβητος.

–          Θα σε πιάσω ρε πούστη! Θα με βρεις μπροστά σου όπου και να πας!, είπε ο Ντέιλ γεμάτος μίσος, κάτι που αργότερα δεν θα είχε και τόση σημασία γι’ αυτόν τελικά..

Ο σουγιάς ήταν το στοιχείο που θα έφερνε τη δικαίωση. Ίσως και όχι. Είχε πάνω του χαραγμένα τα αρχικά Λ.Μ

(συνεχίζεται…)


[1] Dejure και defacto ήταν οι δύο μορφές διάκρισης που επικρατούσαν εκείνη την περίοδο. Dejure για την διάκριση σύμφωνα με τους νόμους και defacto, που σήμαινε διάκριση ‘σύμφωνα με την παράδοση ή τα έθιμα.’

Advertisements

2 thoughts on “Joseph’s Crossroad (Μέρος Έκτο)

  1. Άιναφετς December 7, 2013 / 6:45 pm

    Έξοχα, έφτασα στο σημείο που περιμένω πλέον, πώς θα ξεφύγει ο Τζόσεφ… μπρρρρρρρρρρρρρρρ… θρίλερ! 😉

    • koufetarios December 9, 2013 / 10:56 pm

      Ε, ναι είναι λίγο θριλεράκι! Οδεύουμε προς το τέλος σιγά σιγά ελπίζω να σ’ αρέσει!

      Καλό βράδυ Άιναφετς!!

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s