Joseph’s Crossroad (Μέρος Πέμπτο)

Ο Τζόσεφ χτυπούσε το πόδι του νευρικά στο ξύλινο δάπεδο καθώς είχε γείρει μπροστά κοιτώντας το πάτωμα. Δίπλα του βρισκόταν αφημένη η βρώμικη, πιτσιλισμένη από τα υπολείμματα των σκουπιδιών, η περιβόητη εφημερίδα, η φράση που γύριζε μπούμερανγκ το τυπικό ερωτικό του ειδύλλιο. Στο αριστερό του χέρι κρατούσε ένα μικρό ποτήρι ουίσκι, τελευταία δόση του Suntory Red μπουκαλιού που του είχε δωρίσει ο καλός φίλος του Λάρυ. Ο Λάρυ.. Μέχρι εκείνη τη στιγμή δεν του είχε περάσει απ’ το μυαλό. Καθώς το ιδρωμένο κορμί του είχε γείρει, στήριζε όλο το βάρος του στο δεξί του χέρι εφαπτόμενο στο γόνατό του. Έτριψε το πρόσωπό του βγάζοντας μια ξεψυχισμένη ανάσα απελπισίας και μονομιάς σηκώθηκε να δέσει τη ζώνη του παντελονιού του, να δέσει τα κορδόνια του και ν’ αλλάξει το λερωμένο πουκάμισό του μ’ ένα καθαρό αλλά τσαλακωμένο. Φεύγοντας απ’ το σπίτι άφησε το ποτήρι πάνω στο τραπέζι κρατώντας εκείνη τη τζούρα αλκοόλ που είχε μείνει για αργότερα, γιορτάζοντας το φινάλε της βραδιάς ή πνίγοντας τον πόνο του που για μια ακόμα φορά δεν είχε βρει τη σωστή απάντηση. Βγήκε από το κτίριο, κοίταξε δεξιά, αριστερά χωρίς ιδιαίτερο λόγο και τράβηξε για το Beretta’s Bar, στο μαγαζί του Λάρυ.

elvis_july_56_gladys_hospital_large

Ο Λάρυ ήταν ένας 60αρης μεροκαματιάρης που είδε τώρα στα γεράματα πως η επιχείρησή του βγάζει καλά κέρδη, λίγο τζάζ, λίγο μπλουζ, άφθονο αλκοόλ και καλοί τρόποι, ήταν τα κλειδιά της επιτυχίας. Κάποιοι γνωστοί είχαν πει στον Τζόσεφ πως στα τέλη του ’40, καθώς πήγαινε προς το Tupelo του Μισισιπή,  είχε συναντήσει τον Έλβις Πρίσλεϊ. Τον συνάντησε με την οικογένεια του καθοδόν, όταν αποφάσισαν να αναζητήσουν την τύχη τους στο Μέμφις. Μετακόμιση που φυσικά αργότερα απεδείχθη καταλυτική.. Ήταν λίγα χρόνια μετά όταν οι δουλειές του Λάρυ πήγαιναν καλύτερα. Από τις άσχημες συνθήκες εργασίας ιδιαίτερα το καλοκαίρι σε φάρμες καλλιεργώντας φυτείες, έφτασε σταδιακά στο να στήσει τη δική του επιχείρηση με ικανοποιητική επιτυχία. Πατέρας δυο παιδιών και δυο εγγονιών, είχε ζήσει μέχρι τώρα δύσκολες στιγμές αλλά ήταν ευτυχισμένος. Κι ήταν αυτή η αγαθοσύνη του που του ‘κανε πολλές φορές τη ζωή δύσκολη. Τις περισσότερες φορές η καλοσύνη του ξεπερνούσε τα όρια και κατέληγε σε ηλιθιότητα. Ήταν όμως μεγάλος πλέον, είχε μάθει να διακρίνει καταστάσεις, ίσως και να προβλέπει τα μελλούμενα καλύτερα από άλλους της ηλικίας του. Σ’ αυτό βεβαίως ρόλο έπαιξε η παρελθοντική γκαντεμιά του και η εκνευριστική αθωότητά του. Όλα αυτά ήταν γι’ αυτόν το καλύτερο μάθημα ζωής. Κάποιοι βέβαια λένε πως ήταν ο Έλβις που του κόλλησε σαν παράσημο στο στήθος ένα τυχερό αστέρι που τον οδήγησε στη σημερινή του οικονομική ευρωστία (σε σχέση με τους υπόλοιπος ταλαιπωρημένους της ηλικίας του). Μπήκε στο μαγαζί φυσιολογικά από την μπροστινή πόρτα, χαιρέτησε πριν προχωρήσει προς τα μέσα δωμάτια τελευταία στιγμή τον μπάρμαν που καθάριζε τον πάγκο από τις στάχτες και τα αποτσίγαρα και κατέληξε στο δεξί δωμάτιο που βρισκόταν το γραφείο του Λάρυ. Ο Τζόσεφ όπως είχε υπολογίσει, ήταν εκεί παρών και ο Πωλ, ο έγχρωμος φίλος του που κάθε τέτοια μέρα τα έτσουζε με το γερο-Λάρυ. Ήταν η μέρα που ο Πωλ είχε αυτές τις μυστικές συναντήσεις που διαρκούσαν ακριβώς μιάμιση ώρα σε άγνωστη τοποθεσία (ο Τζόσεφ υποψιαζόταν πως οι συναντήσεις λάμβαναν χώρα σε μια καλύβα στην ευρύτερη περιοχή του Robinsonville, μια ώρα απόσταση από το Μέμφις). Είχαν στρώσει μερικές κόλλες χαρτί πάνω στο τραπέζι δίπλα από τα απλωμένα πόδια του Πωλ ενώ πάνω στα χαρτιά είχαν βάλει δύο μπουκάλια ατόφιου Old Fitzgerald, έτσι για να μην λερώσουν το τραπέζι αλλά και ούτε να διακινδυνεύσουν να χυθεί πάνω του και αναγκαστούν να το σκουπίσουν με μισή καρδιά. Ο Λάρυ αντιλήφθηκε πως ο Τζόσεφ εισήλθε στο χώρο κάπως ανάστατος και –διακριτικός όπως πάντα- αποφάσισε χωρίς καμία προειδοποίηση να σηκωθεί. Χτύπησε ελαφρά στην πλάτη τον Τζόσεφ και μπήκε στο διπλανό δωμάτιο που είχε πρόχειρο ένα διπλό κρεβάτι για να ακουμπάει το κεφάλι του τις δύσκολες, κουραστικές ώρες της ημέρας όταν το μαγαζί ήταν γεμάτο. Ο Τζόσεφ τον ευχαρίστησε σιωπηλά και έκατσε στην ζεσταμένη δερμάτινη καρέκλα του.

–          Να ρωτήσω πού ήσουν ή θα υπεκφύγεις για μια άλλη μια φορά; Ο Πωλ κρατούσε επιδεικτικά το ποτήρι του και κοιτούσε το εσωτερικό του καθώς σκεφτόταν την απάντησή του.

–          Μπα δεν θα σου πω. Ξέρεις ήδη πολλά, αν δεν ταχθείς στον σκοπό, το στόμα μου θα παραμείνει κλειστό.

–          Φτάνει δεν θέλω άλλο. Ο Πωλ γέμισε το χρησιμοποιημένο ποτήρι του Λάρυ με το ατόφιο ουίσκι απότομα. Καλά είναι γνωστό πια τι κάνετε όλοι εσείς. Δεν είναι δα και κανένα καινούριο νέο. Αναρωτιέμαι όμως: πόσο πιο ριζοσπαστικοί μπορείτε να γίνετε; Είπαμε, η ιδεολογία σας πηγάζει από τον Γκάντι, πόσο εύκολο είναι να μείνεις σε αυτά τα πλαίσια όταν όλοι οι υπόλοιποι  σας χλευάζουν, σας χτυπούν, σας εξευτελίζουν;

jacksonMI_dfe5511ec4_fullsize

–          Αμφιβάλλω αν έχεις ιδέα για το τι ακριβώς κάνουμε Τζόσεφ.. Υπερασπιζόμαστε τα δικαιώματά μας, δικαιώματα που ποτέ δεν είχαμε σε αυτή τη χώρα, θα πονέσουμε όσο χρειαστεί αρκεί στις δύσκολες στιγμές να παραμείνουμε πιστοί σ’ αυτό που ξεκίνησε ως Sit-ins.[1] Άσε με εμένα όμως, πες μου τι έπαθες εσύ και μπήκες έτσι αλαφιασμένος;

Την ώρα που ο Τζόσεφ άρχισε να εξηγεί αναλυτικά του Πωλ τι είχε προκύψει το προηγούμενο βράδυ με την Κάθυ και το τροχαίο δυστύχημα στη διασταύρωση, ο Λάρυ στο διπλανό δωμάτιο άκουγε τα πάντα χωρίς να το θέλει. Είχε φετίχ με τις γραβάτες, δοκίμαζε μάλιστα ήδη μια σκούρα μπλε γραβάτα, δώρο της συζύγου του, πριν 14 χρόνια (την χρονιά που είδε τον Έλβις). Φούσκωνε τα μάγουλά του μιας και είχαν κρεμάσει απ’ τα γηρατειά που του χτυπούσαν την πόρτα και για μια στιγμή σκέφτηκε πως θα χρειαζόταν ένα καλό ξύρισμα «πρέπει να τσιμπάω σαν ξουράφι.» Ξάφνου άκουσε κάτι από την συζήτηση του διπλανού δωματίου με συνέπεια να αφήσει ότι έκανε εκείνη τη στιγμή και να στραφεί προς το γραφείο του.

–          Τον ξέρω, είπε ο Λάρυ κοφτά κι απότομα, διακόπτοντας τη θερμή κουβέντα τους. Ο Πωλ κι ο Τζόσεφ κοιτάχτηκαν απορημένοι.

–          Από πού τον ξέρεις ρε γέρο;, ρώτησε με μια δόση ειρωνίας ο Πωλ.

–          Στη φάρμα που δούλευα είχαμε καμιά τριανταριά άλογα, μας τα έστελναν για να τα εκτρέφουμε και να τα διατηρούμε σε φόρμα. Είχαμε καμιά 10αριά Αμέρικαν Σαντλ, δυο πανέμορφα αυστριακά, μερικά ιθαγενή πόνυ Kριόλο ενώ όλα τα υπόλοιπα ήταν ρωσικά Ορλόφ που φέρανε παράνομα πριν δεκαετίες.

–          Ε, και λοιπόν; Ρώτησε ανυπόμονα ο Τζόσεφ.

–          Τότε είχα πολλές παρτίδες με τον Ρόμπερτ Χάτμαν. Γι’ αυτόν δεν μιλούσατε μόλις μπήκα; Τα περισσότερα ανήκαν στον ίδιο, εμείς τα φροντίζαμε κι αυτός τα προμήθευε σε άλλους κι αυτοί με τη σειρά τους τα πωλούσαν.  Είχαμε έρθει πολύ κοντά, πιο νέοι κι οι δύο, στοχαζόμασταν ακόμα για το μέλλον. Μετά από χρόνια που τον συνάντησα ξανά εδώ ξεκίνησαν τα προβλήματα. Μεγάλος τοκογλύφος, κι όχι μόνο. Όταν αρνήθηκα να τον εξυπηρετήσω σε μια από τις βρωμοδουλειές του, την επομένη μου ήρθαν συστημένα σημειώματα αυτοχείρων που τερμάτιζαν τη ζωή τους εξαιτίας του. Καταλαβαίνετε για τι ρεμάλι μιλάμε;

Ο Τζόσεφ χαμογέλασε κάπως μακάβρια. – Ήταν ρεμάλι αγαπητέ Λάρυ. Χθες βράδυ σκοτώθηκε σε τροχαίο και ‘ γω ήμουν μπροστά όταν συνέβη. Και πολλά άλλα…

Ο Λάρυ έδειχνε πως δεν καταλάβαινε. – Θες παιδί μου να κάνω εγώ κάτι για να βοηθήσω;

Ο Τζόσεφ κοίταξε το Λάρυ για να επιβεβαιώσει τα λεγόμενα τους. – Έχεις κάποιο γνωστό που μπορεί να με βάλει μέσα χωρίς να δημιουργηθούν φασαρίες; Είμαι… κάπως ανεπιθύμητος στο μαγαζί του.

Ο Λάρυ σκέφτηκε με ύφος απεγνωσμένο. Η αντίδρασή του τους τρόμαξε και έτρεξε προς το μπαρ. Οι δυο τους κοιτάχτηκαν απορημένοι μη γνωρίζοντας τι του πέρασε απ’ το μυαλό. Τελείωσαν τις δυο-τρεις σταγόνες του ποτού τους αλλά η συνέχεια έδειξε πως ο Τζόσεφ δεν θα προλάβαινε να πιεί άλλο.

–          Ορίστε! Ο Λάρυ μπήκε μέσα μ’ ένα νεαρούδι 19 χρονών, ξανθωπό με προγναθισμό, φαινόταν κάπως χαζό αλλά συγχρόνως και τίμιο. Πάρε τον μαζί σου, δεν θα έχεις πρόβλημα. Ο Χάτμαν έκανε πρόσφατα κομπίνα πίσω από την πλάτη μου κι ο μικρός του πωλούσε τα μπουκάλια της εκλεκτής μου κάβας σε εξευτελιστικές τιμές. Είναι τίμιος και μου το είπε όμως. Γι’ αυτό τον αγαπώ το μικρό. Συνεχίζει να του πουλάει για να μη βρίσκει τον μπελά του. Μ’ εμένα δεν έχει πάρε δώσε…

–          Μικρέ τ’ όνομά σου; Ρώτησε ο Τζόσεφ με ιδιαίτερο ενδιαφέρον, γνωρίζοντας πως η σωματική του ακεραιότητα βασιζόταν σε αυτόν.

–          Ε.. ε, Γουόλτερ κύριε. Γουόλτερ. Δεν θα έχετε πρόβλημα μαζί μου. Με έχουν ανάγκη. Τέτοιο ουίσκι σαν του κυρίου Λάρυ δεν υπάρχει πουθενά στο Τενεσί.

Ο Τζόσεφ χαμογέλασε και του έσφιξε το χέρι για να τον κάνει να νιώσει άνετα. Έκλεισε το μάτι στον Πωλ, εκείνος ανταπόδωσε. Ευχαρίστησε τον Λάρυ για τη βοήθειά του και του υποσχέθηκε πως θα του έφερνε σύντομα μια καινούρια γραβάτα για τα γενέθλια που είχε περίπου πριν μία εβδομάδα.

Το White Rose Cafe είχε γεμίσει από κόσμο. Ο Γουόλτερ κι ο Τζόσεφ προσπερνούσαν τα τραπεζάκια ψάχνοντας για κάποιο ελεύθερο. Οι κοπέλες του μαγαζιού ήταν σκυμμένες και σαχλαμάριζαν με τους πελάτες, κάποιοι μάλιστα συνοδεύονταν και από άλλες γυναίκες. Στο βάθος του μαγαζιού καθόταν ένας έγχρωμος νεαρός με μια κιθάρα, εμφανώς εξουθενωμένος  και έπαιζε μπλουζ (το τραγούδι ήταν το  Love with a feeling). Υποκρισία και εκμετάλλευση. Κάποιος ψηλός, καλοντυμένος τους πλησίασε με καρφωμένα τα μάτια στον Τζόσεφ. Ο Γουόλτερ προσπάθησε να του αποσπάσει την προσοχή και του ψιθύρισε κάτι στο αυτί. Η ψιλή κουβέντα διήρκησε αρκετά δευτερόλεπτα και το αποτέλεσμα άφησε τον Γουόλτερ με γουρλωμένα τα μάτια. Στραβοκατάπιε και πλησίασε το αυτί του Τζόσεφ. «Κάποιος άλλος πήρε τη θέση του Χάτμαν. Δεν θα σ’ αρέσει αυτό. Ακολούθησέ με.» Ο Τζόσεφ φοβήθηκε. Ίσως έμπαιναν κατευθείαν στα βαθιά κι αυτό ήταν κάτι που δεν το περίμενε. Θυμήθηκε τον ψαρά του Χέμινγουεϊ και οπλίστηκε με υπομονή για τον ξιφία που τον περιτριγύριζε. Ο καλοντυμένος τύπος τους οδήγησε στο μοναδικό καναπέ του καταστήματος στον οποίο καθόταν ένας μουσάτος, αδύνατος άνδρας περίπου στην ηλικία του Τζόσεφ. Το μαλλί του ήταν γυαλισμένο, καλοφτιαγμένο με μια φράντζα κοκαλωμένη να του γλείφει το κούτελο. Κάθισαν απέναντί του αμήχανα και περίμεναν την αφορμή για μια συζήτηση που θα ξεκινούσε. Εκείνος τους κοίταξε χαμογελαστά σα να ήταν χαρούμενος που τους είδε. Ίσως και όχι. Πέρασαν τουλάχιστον δύο λεπτά χωρίς να τολμήσουν οι δυο τους να κάνουν το πρώτο βήμα. Εκείνος επίμονα εξακολουθούσε να τους προκαλεί με το φτιασιδωτό του χαμόγελο. Ο Τζόσεφ θυμήθηκε την Κάθυ.

–          Γνωριζόμαστε; ρώτησε διστακτικά ο Τζόσεφ.

Ήταν μάλλον η ερώτηση που περίμενε. – Φυσικά και γνωριζόμαστε αδερφέ μου.. Ο Τζόσεφ σάστισε. Δεν του θύμιζε κάποιον. Δεν μπορεί να τον ήξερε, όχι κάτι τέτοια ρεμάλια. – Για σκέψου καλά.. Για σκέψου πόσα χρόνια έχουν περάσει.. Τα μάτια του ‘έπαιζαν’ σα να είχε έντονο, νευρικό τικ. Λίγους θα συναντούσες με τόσο έντονο τικ. Λίγοι θα ανοιγόκλειναν τα βλέφαρά τους τόσο γρήγορα.. Ο Τζόσεφ πάγωσε. Τα χέρια του άρχισαν να τρέμουν, έψαχνε την τσιγαροθήκη του να ανάψει ένα, όχι αυτό θα δήλωνε πανικό.

Τότε όλα αυτά που ήθελε να ξεχάσει του ήρθαν στο μυαλό. Τα κυνηγητά, οι φωνές, οι πυροβολισμοί, όλα ήταν πια ξεκάθαρα, τα όνειρα που έβλεπε στον ύπνο του μετατράπηκαν σε ένα μεγάλο, τρομαχτικό εφιάλτη. Το Κολόμπους του Οχάϊο ήταν ένα μέρος της ζωής του που δεν είχε κάνει ακόμα τον κύκλο του, τα μέτωπα ήταν ανοιχτά για ακόμα μια φορά.

–          Ντέιλ Κρόου; Εσύ..; Ο Τζόσεφ ετοιμάστηκε να σηκωθεί για να φύγει, σκούντηξε βίαια τον Γουόλτερ.

Εκείνος έβγαλε ένα αρρωστημένο γέλιο κουνώντας επιδεικτικά το κεφάλι του δεξιά-αριστερά. Το τικ του ξαφνικά σταμάτησε. Θα έλεγε κανείς πως έπαιζε μαζί του.

Προσπάθησε να διακόψει το αχανές γέλιο του λέγοντας: «Ποιος; Μα είσαι καλά; Αυτό το ρεμάλι σου ήρθε μόνο στο μυαλό;» Εκείνος σοβαρεύτηκε απότομα και σχημάτισε ένα άρρωστο, ψυχρό ύφος. «Τον Λίτλ Μπίλι τον θυμάσαι;» Τελειώνοντας την πρότασή του ξεκαρδίστηκε, ένα τραπέζι στην είσοδο του καταστήματος τον άκουσε ακόμα κι αυτό. Ο Τζόσεφ ίδρωσε παντού. Στο κεφάλι του, στη μασχάλη του, στα πόδια του, στα χέρια του, παντού.

–          Ποιος;!; του απάντησε τόσο δυνατά που αμέσως οι καλοντυμένοι άνδρες της υπηρεσίας του πλησίασαν αστραπιαία το τραπέζι του αφεντικού τους για να εμποδίσουν τα παράσιτα που μπορεί να τον απειλούσαν…

(συνεχίζεται..)


[1] Sit-in: είναι μια μορφή άμεσης δράσης όπου ένας ή μια ομάδα ανθρώπων καταλαμβάνουν μια περιοχή δίχως να χρησιμοποιούν βία, κυρίως για να συμβάλουν σε πολιτικές, κοινωνικές ή οικονομικές αλλαγές. Ουσιαστικά είναι μια τακτική ειρηνικής κοινωνικής ανυπακοής. Οι διαμαρτυρόμενοι εισέρχονταν σε μια επιχείρηση ή σε ένα δημόσιο χώρο και παρέμεναν εκεί καθισμένοι ωσότου τους απομακρύνουν βίαια ή μέχρι να ακουστούν τα αιτήματά τους. Το πρώτο κυρίαρχο sit-in εμφανίστηκε στο Greensboro της Βόρεια Καρολίνας το 1960 ενώ οι πιο οργανωμένες εκστρατείες έλαβαν χώρα στο Nashville του Τενεσί πετυχαίνοντας έτσι τη άρση των φυλετικών διακρίσεων στα λεγόμενα lunch counters αλλά και αλλού.

Advertisements

4 thoughts on “Joseph’s Crossroad (Μέρος Πέμπτο)

  1. Νικολέτα November 30, 2013 / 8:54 pm

    Δεν θα πω τίποτα…
    απλά περιμένω για ακόμα μια φορά…
    για να δούμε..
    καληνύχτα Κουφετάριε!
    και ντροπή σου για την τόσο μεγάλη αναμονή!χαχα 😛

    • koufetarios December 2, 2013 / 4:17 pm

      Μπορώ να πω πως από δω και στο εξής, έρχονται οι αποκαλύψεις του πώς και γιατί και επακολούθως και η σχετική δράση για να φτάσουμε στο τέλος. Οπότε θα σε ανταμείψω ελπίζω! 😀

  2. Άιναφετς December 1, 2013 / 6:21 pm

    Ο Τζόσεφ μπορεί να επέστρεψε αλλά η Άινφετς, έμεινε πίσω… ξανέρχομαι soon! Μέχρι τότε, καλό δημιουργικό μήνα θα ευχηθώ! 🙂 🙂

    • koufetarios December 2, 2013 / 4:20 pm

      Kαλή μου μάγισσα εγώ φταίω, εγώ μάλλον έμεινα πίσω για 2 μήνες πάλι, οπότε λογικά αποσυντόνισα και όσους θα ενδιαφέρονταν να διαβάζουν τα μέρη της ιστορίας. Επομένως πάρε το χρόνο σου μα έρχονται κι άλλα – μπαίνουμε κάπως στην τελική ευθεία από δω και στο εξής..!

      Ανταποδίδω τις ευχές σου καλό μήνα σε όλους μας!

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s