Joseph’s Crossroad (Μέρος Τέταρτο)

Το άσπρο σεντόνι είχε καλύψει το πρόσωπό του με το μεγαλύτερο μέρος του ιδρώτα να έχει εξατμιστεί αφήνοντας εδώ κι εκεί  μια βρώμικη, σαπισμένη μυρωδιά στο μικρό δωμάτιο, απλήρωτο καθώς ήταν εδώ και μήνες. Αυτό γινόταν χάρη στην ανοχή της κυρίας Τζόουνς, μιας 60χρονης καθαρίστριας από το Νάσβιλ που για κάποιο ανεξήγητο λόγο της άρεσε η ιδέα πως πίσω από τον τοίχο του δικού της διαμερίσματος περνούσε τις ώρες του ένας στιβαρός και μυστήριος άνδρας. Άνοιξε τα μάτια του αντικρίζοντας το λευκό χρώμα του σεντονιού, δίχως να έχει την αντοχή να το πετάξει από πάνω του. Σηκώθηκε, αυτό έπεσε, πάσχιζε να ανοίξει τα μάτια του και να αναπνεύσει καθαρό οξυγόνο δίχως τα υπολείμματα του σάπιου, χθεσινοβραδινού ύπνου. Ήταν η μέρα που θα έπρεπε να περάσει από το χώρο εργασίας του για έξι ώρες, έπρεπε να υποδυθεί τον εργαζόμενο σε μια –κατά κοινή ομολογία- ανιαρή δουλειά, που στην πράξη δεν του προσέφερε τίποτα ούτε τον γέμιζε με ντοπαρισμένες δόσεις ενέργειας. Κατέβασε μισό λίτρο νερό μονομιάς, το στομάχι του αντέδρασε στη λαίμαργη δίψα του προκαλώντας του τσιμπήματα, ενώ αμέσως μετά έσπευσε να ετοιμαστεί για τη σημερινή υποχρεωτική αγγαρεία. Σκέψεις τριγύριζαν το μυαλό του, ‘Κάθυ’ ψιθύριζαν μέσα του προκαλώντας του εκνευρισμό με την ανεξέλεγκτη επιμονή τους. Συνέχισε να αισθάνεται αδύναμος μπροστά στις εικόνες που διαμόρφωσαν τις πρόσφατες βιωματικές του αράδες. Κάθυ, Ρόμπερτ Χάτμαν, βιασμός, τροχαίο δυστύχημα, νεκροί και πάλι Κάθυ. Ένας φαύλος κύκλος επικίνδυνος, προκλητικός, σκοτεινός, δεν γνώριζε το ρόλο του σε όλο αυτό, πώς ανακατεύτηκε με τόσες διαφορετικές καταστάσεις μέσα σ’ ένα μόλις βράδυ και ποια θα ήταν η ανάμιξή του στη συνέχεια, αυτό ήταν κάτι που πράγματι δεν γνώριζε. Θυμήθηκε όμως τον τρόπο με τον οποίο κοιτούσε στα μάτια την Κάθυ και γνώριζε καλά το πώς ακριβώς την κοιτούσε. Η Κάθυ όμως δεν ήταν μια τυχαία περίπτωση εύκολης ή συνηθισμένης γυναίκας. Είχε βουτήξει τα πόδια της μέσα στη λάσπη, κάτι που κατάλαβε εξαρχής μόλις την γνώρισε. Αυτό που δεν γνώριζε είναι πως αυτό που του μύριζε άσχημα δεν ήταν ακριβώς λάσπη αλλά μάλλον ένα αποκρουστικό μαύρο μείγμα που το γέννησε ένας λαίμαργος βούρκος. Σα χαλασμένο σιφόνι ήταν ανίκανο να φιλτράρει, δεν μπορούσε να διακρίνει τους ανθρώπους σε καλούς και κακούς, δεν απέδιδε δικαιοσύνη. Όσο περισσότερο βουτούσε τα πόδια της σ’ αυτό το βούρκο, τόσο μεγαλύτερος ήταν ο κίνδυνος να τον παρασύρει κι αυτόν μαζί της, προς ένα ανατριχιαστικό άγνωστο. Εκτιμούσε πως ήταν σχεδόν αδύνατο να τη σώσει τόσο βαθιά που είχε πέσει, παρ’ όλα αυτά ήταν τέτοιες οι στιγμές που οι αποφάσεις έπρεπε να παρθούν στη στιγμή. Βαθιά μέσα του γνώριζε πως θα έβρισκε τελικά τον τρόπο να μείνει εκεί μπροστά της, δίνοντας το πολυπόθητο σωτήριο χέρι που ίσως και να κατέληγε σε φιάσκο. Ήταν ένα ρίσκο που θα το έπαιρνε..

Η ώρα πήγε 5 το απόγευμα και είχε έρθει η ώρα να σχολάσει. Για να σκοτώσει την ώρα του, εδώ και μέρες διάβαζε το βιβλίο του Έρνεστ Χέμινγουεϊ, ‘ Ο γέρος και η θάλασσα’.  Το μυθιστόρημα μιλάει για ένα γέρο ψαρά που μόνος και αβοήθητος παλεύει απελπισμένα στον ωκεανό, στα ανοιχτά της Κούβας, με έναν τεράστιο ξιφία, τον οποίο στο τέλος θα νικήσει.. Έτσι ήθελε να νιώθει ο Τζόσεφ. Νικητής ή χαμένος σε κάτι. Αλλά να νιώθει κάτι. Επηρέαζαν βαθιά την ψυχολογία του τα βιβλία που διάβαζε. Κάθε σελίδα που ρουφούσε μπορούσε να αλλάξει την καθημερινότητά του, ότι είχε σκοπό να κάνει μερικές φορές το ανέβαλλε για να τολμήσει κάτι άλλο που μέχρι πριν δεν θεωρούσε τον εαυτό του ικανό να κάνει. Έτσι και τότε, λίγο μετά τη δουλειά, αντί να τσιμπήσει κάτι στα γρήγορα για μεσημεριανό, αποφάσισε να πάει σπίτι να κάνει ένα καυτό ντους, να σκεφτεί κάτι όμορφο (Κάθυ) και να επισκεφτεί το δωμάτιό της για να τη δει και να τη χαιρετίσει για ακόμα μια φορά πριν ξεκινήσει για τη δική της απαγορευμένη απασχόληση. Συγχρόνως ανησυχούσε για το τι θα επακολουθούσε στη μπαρ μετά απ’ όσα πέρασε το προηγούμενο βράδυ, σκέψη υποσυνείδητη, αλλά υπαρκτή. Γι’ άλλη μια φορά έφερε στο μυαλό του τα τέμπο του Fats Domino κι ανηφόρισε για την αρρωστημένη ατμόσφαιρα του αποπνικτικού δωματίου που χρειαζόταν επειγόντως καθαρό αέρα ή έστω λίγη καλή διάθεση με άρωμα σαπουνιού και έντονου ερωτικού Wind Song περφιούμ..

Χωρίς τίτλο

Πριν φτάσει στο ξενοδοχείο είχε διασχίσει ήδη  μια μεγάλη απόσταση ανάμεσα σε θορύβους και ενοχλητικές κατασκευές για την αναδιάρθρωση της Beale Street κατά μήκος του κεντρικού δρόμου. Το μισό τσιγάρο που είχε απομείνει πεσμένο στο δρόμο έξω από την είσοδο του ξενοδοχείου εξακολουθούσε ν’ ανάβει περιμένοντας κάποιο βιαστικό πόδι για να το αποτελειώσει. Λίγο αργότερα βρισκόταν εντός του Peabody αναζητώντας έναν υπεύθυνο που θα ειδοποιούσε την Κάθυ πως εκείνος είχε μόλις φτάσει.

–          Καλησπέρα. Γυρεύω την Κάθυ, δεν γνωρίζω δυστυχώς το επίθετό της, είναι μια εντυπωσιακή παρουσία με μαύρα, φουντωτά μαλλιά…

Ο υπάλληλος με απαθές βλέμμα του είπε να περιμένει. Εισήλθε σε ένα κλειστό χώρο και μετά από μερικά λεπτά κάποιος άλλος υπάλληλος με καχύποπτο βλέμμα φάνηκε πως θα αναλάμβανε το αίτημά του.

–          Ποιος την ζητάει παρακαλώ; Ο Τζόσεφ σάστισε προς στιγμήν.

–          Ένας φίλος της πέστε της.. Δεν καταλαβαίνω υπάρχει κάποιο πρόβλημα;

Οι δύο υπάλληλοι κοιτάχτηκαν αμήχανα μεταξύ τους προσπαθώντας να κρατήσουν το επίπεδο της συζήτησης καθαρά επαγγελματικό. Του είπαν πως δεν βρίσκεται εκεί πως λείπει για κάποιες εξωτερικές δουλειές, ζήτησε, λέει, μάλιστα να μην την ενοχλήσουν. Ο Τζόσεφ έξυσε τα νύχια του νευρικά στο υφασμάτινο παντελόνι με τις διακριτικές ριγέ γραμμές του και αναρωτιόταν τον λόγο της ερασιτεχνικής τους συνομωσίας.

–          Κοιτάξτε κύριοι, είμαι φίλος της Κάθυ μπορώ να περιμένω στο λόμπυ μέχρι να επιστρέψει ή μπορώ να την περιμένω στο δωμάτιό της ωσότου γυρίσει..

Ο υπεύθυνος υπάλληλος της εν λόγω έντονης υποβόσκουσας συζήτησης πιάστηκε από τον αυθορμητισμό του Τζόσεφ για να τον αντικρούσει στη συνέχεια.

–          Κοιτάξτε κύριε.. πώς σας είπαμε; (τους λέει το όνομά του)κύριε Τζόσεφ.. Δεν επιτρέπουμε σε κανένα να εισέρχεται στα δωμάτια των πελατών μας, είναι θέμα ασφάλειας του ξενοδοχείου. Περάστε κάποια άλλη στιγμή, θα την ειδοποιήσουμε πως την ζητήσατε όταν επιστρέψει, μας είπε πως θα καθυστερήσει..

Ο Τζόσεφ κατάλαβε πως δεν θα έβγαζε άκρη μ’ αυτούς τους δύο. Αποφάσισε να φύγει, ένιωθε ανεπιθύμητος. Φοβήθηκε περισσότερο πως ήταν δύο ηλίθιοι που μπορούσαν μέσα στον πανικό τους να κάνουν πράγματα χειρότερα κι απ’ τον  ίδιο τον εχθρό τους. Έγνεψε καταφατικά και έφυγε καθώς εκείνοι τον κοιτούσαν επίμονα για να σιγουρευτούν πως κατάφεραν κάτι σπουδαίο.

Χωρίς τίτλο

Το κρύο είχε πιάσει για τα καλά κι ο Τζόσεφ ένιωθε μόνος του περπατώντας και προσπερνώντας μητέρες με τα παιδιά τους, άσπρους, έγχρωμους, κυρίως άσπρους, περπατούσε μυρίζοντας τις αποχετεύσεις που προκαλούσαν αναγούλα, τα βρώμικα κασιδιασμένα δέρματα των περαστικών που έτρεχαν να προλάβουν ποιος ξέρει τι, τις δερμάτινες θήκες κιθάρας που δοκίμαζαν την τύχη τους στις κάθε λογής Stax Records του Μέμφις.. Όλα του έφταιγαν και βρήκαν τώρα την αφορμή να ορμήσουν πάνω του ή τελικά να βγουν από μέσα του. Κατευθύνθηκε ξανά προς την Beale St. δέκα λεπτά δρόμος σίγουρα. Το White Rose Cafe βρισκόταν στην αρχή του περίφημου δρόμου, μακριά από τα πολλά φώτα στις όχθες του ποταμού Μισισιπή. Αμέσως μετά την είσοδο πέρασε το στενό διάδρομο του μαγαζιού που οδηγούσε σε ένα μεγάλο ενιαίο χώρο με πολλά διάσπαρτα τραπεζοκαθίσματα, αλκοόλ, γυναίκες και μικρές σκοτεινές κουφάλες στην πίσω πλευρά του για μερικά χαϊδολογήματα παραπάνω. Η ατμόσφαιρα αναμφισβήτητα ήταν ειδυλλιακή, ένα ξεχασμένο από τον κόσμο μέρος για κάποιους ή μάλλον ένα μέρος ως το κέντρο του κόσμου, του σαρκικού παραδείσου, της ζάλης, της ανεμελιάς και της ανευθυνότητας. Υποκουλτούρα ή  μη, ήταν τέτοια η προσέλκυση των υπόγειων στοιχείων της πόλης που η ζύμωσή τους μπορούσε να δημιουργήσει από το πουθενά πολιτισμό προς τέρψη όλων. Τέτοια περίπτωση ήταν η μουσική του Junior Wells που αντηχούσε στο κατάστημα, με το τραγούδι I could cry. Γι’ αυτή την ατμόσφαιρα ήταν ότι έπρεπε. Ο Τζόσεφ εντόπισε στο βάθος την Κάθυ. Αν και ανακουφισμένος που την είδε έπρεπε να ξεκαθαρίσει τις σκέψεις του. Την πλησίασε και της έπιασε απαλά το χέρι την ώρα που μιλούσε σε ένα πελάτη. Ήταν τυλιγμένη με ένα ροζ, φουντωτό φουλάρι, είχε έντονο βάψιμο στο πρόσωπο, κάτι που απομυθοποίησε την εικόνα που είχε σχηματίσει γι’ αυτήν. Οι πληγές της δεν ήταν κάτι που σκέφτηκε μέσα στη σύγχυσή του.

–          Κάθυ.. Σε γύρευα στο ξενοδοχείο, απέφυγαν να μου πουν πώς είσαι..

Η Κάθυ μόλις τον είδε γούρλωσε τα μάτια της και δίχως να του απαντήσει άρχισε με μανία κάπως τσαμπουκαλεμένα να τον σπρώχνει προς τα πίσω. Τον έσπρωξε μια, δυο τρεις, ο Τζόσεφ τα είχε χαμένα.

–          Κάθυ..; Τι έπαθες, τι συμβαίνει;

Η Κάθυ σταμάτησε να τον σπρώχνει, ο κόσμος είχε αρχίσει ήδη να αντιλαμβάνεται την ένταση ακριβώς στη μέση του μαγαζιού. Ξαφνικά σήκωσε το χέρι της, ο Τζόσεφ δεν πρόλαβε καν να δει την εκτεταμένη ταχύτητα με την οποία προσγειώθηκε στο πρόσωπό του, δημιουργώντας του μια τοπική κοκκινάδα στο σχήμα της παλάμης.

Με ήρεμο και ψυχρό ύφος του είπε: «Σήκω και φύγε από’ δω μέσα μ’ ακούς; Δεν θέλω να σε ξαναδώ ποτέ ξανά. Μην εμφανιστείς ποτέ εδώ μέσα ξανά, γιατί θα γίνω τόσο υστερική που το μισητό χάδι μου στο μάγουλό σου θα γεμίσει με κόκκινα απαθή χτυπήματα που θα σε πληγώσουν ακόμα περισσότερο. Τ’ ακούς; Φύγε λοιπόν και παράτα με ήσυχη..»

Ο Τζόσεφ τρεκλίζοντας έφυγε αποχαυνωμένος κοιτώντας τη μέχρι την τελευταία στιγμή. Κάποιοι τύποι ντυμένοι στα μαύρα ήταν εδώ και ώρα σε ετοιμότητα γι’ αυτά τα απαθή, σκληρά χτυπήματα, ήταν όμως η προειδοποίηση που τον βοήθησε να τα αποφύγει. Είχε ήδη νυχτώσει και σκεφτόταν τι ήταν αυτό που έκανε λάθος περπατώντας κατά μήκος των φανταχτερών καταστημάτων που οι πελάτες τους κάθε άλλο παρά τέτοια προβλήματα είχαν να αντιμετωπίσουν. Έτσι τουλάχιστον ένιωθε. Ο Τζόσεφ γύρισε απογοητευμένος σπίτι, δεν είχε καταφέρει να φτάσει τη νίκη του ψαρά κόντρα σ’ ένα ξιφία που όλο δίπλα του ήταν αλλά περισσότερο για να καταβροχθίσει το είναι του και όχι για να εξιλεωθεί με την παρουσία του. Ευχόταν να είχε αυτό το βιβλίο μαζί του, να έπαιρνε λίγο δύναμη από τον μεγάλο Έρνεστ Χέμινγουεϊ. Καθώς έμπαινε σπίτι του η κυρία Τζόουνς έβγαζε τα σκουπίδια της έξω.

–          Γεια σας κυρία Τζόουνς, μέσα σε 10 μέρες θα σας φέρω μερικά απ’ αυτά που σας  χρωστάω..

–          Αγαπητέ Τζόσεφ μην ανησυχείς σε καταλαβαίνω, είσαι νέος, εργατικός, προσπαθείς όσο μπορείς! Γλυκάκι;

Κρατούσε μια κούτα με γλυκά έτοιμα για πέταμα προκαλώντας του αηδία. «Όχι, όχι σας ευχαριστώ πολύ..» Μέσα στη σακούλα ξεχώρισε την εφημερίδα που ήταν έτοιμη να πέσει έξω από τον όγκο των σκουπιδιών. Διέκρινε ένα όνομα στο εξώφυλλο και αμέσως έμεινε έκπληκτος.

–          Κυρία Τζόουνς μπορώ να πάρω την εφημερίδα σας, την χρειάζεστε άλλο;

–          Όχι, όχι αγαπητέ μου πάρε την δεν γράφει και τίποτα σπουδαίο.

Κι όμως γι’ αυτόν έγραφε.. Κοίταξε το εξώφυλλο κι έμεινε άναυδος. Άρχισε να καταλαβαίνει αλλά και να μπερδεύεται συγχρόνως..

‘Ο επιχειρηματίας Ρόμπερτ Χάρτμαν μαζί με τον Φρανκ Λοζάνο και τον Άντριου Χέλμς σκοτώθηκαν χθες βράδυ μετά από σφοδρή σύγκρουση με διερχόμενο αυτοκίνητο. Δύο ακόμα νεκροί στο σημείο. Εντοπίστηκαν επίσης 5 ημιαυτόματα τουφέκια τύπου Hakim. Γίνονται έρευνες για τα ακριβή αίτια του συμβάντος.»

«Είναι νεκρός..», ψιθύρισε γεμάτος έκπληξη ο Τζόσεφ. «Αυτός που το προηγούμενο βράδυ βίασε και χτύπησε αλύπητα την Κάθυ, αυτός ο βαρόνος όπλων και ναρκωτικών, που μόλις χθες βράδυ επισκεφθήκαμε το σπίτι του…είναι νεκρός..!!», αναφώνησε γεμάτος αγωνία για το ποια μπορεί να είναι η ανάμιξή του, γιατί άραγε η Κάθυ δεν του μιλάει, έχει σχέση μήπως με το θάνατο του αφετικού της; Ξάπλωσε στο κρεβάτι του προσπαθώντας να χωρέσει όλες αυτές τις σκέψεις στο μυαλό του και να τις επεξεργαστεί για να μπορέσει να καταλάβει τι ακριβώς συμβαίνει.. (στη συνέχεια..)

Advertisements

7 thoughts on “Joseph’s Crossroad (Μέρος Τέταρτο)

  1. Νικολέτα November 28, 2013 / 12:02 am

    Εντυπωσιασμένη…Μπορεί να καθυστερείς αλλά όταν επιστρέφεις κάνεις θαύματα..Διάβασα όλα τα μέρη μαζεμένα(ναι τα κατάφερα,τσιγάρο,καφέ δίπλα και τα τραγούδια να με ακολουθούν.Εξαιρετικές επιλογές νομίζω!)
    Τώρα θες να μου πεις έχει και συνέχεια να υποθέσω ε;Βασανιστικό!
    Πολύ προσεγμένο,μου άρεσαν πολύ οι εικόνες,η επιλογή κομματιών,η πλοκή γιατί με έκανε να θέλω να πάω παρακάτω και να πλάθω σενάρια με το νου μέχρι να φτάσω.
    Μπράβο σου πραγματικά!
    τώρα περιμένουμε δηλαδή;….δεν μου αρέσει αυτό να ξέρεις!χαχα
    καλό ξημέρωμα σου εύχομαι!

    • koufetarios November 28, 2013 / 3:51 pm

      Άθλος! Αυτό έχω να πω. Και θέληση και όρεξη θέλει. Σ’ ευχαριστώ! Κι όμως τα μέρη με βοηθούν να σκέφτομαι περισσότερο και να αλλάζω την πλοκή αρκετά συχνά! Ξέρω που οδηγεί η ιστορία, απλά αυτό που δεν ξέρω είναι πότε θα τελειώσει!

      Την πολύ καλησπέρα μου!

  2. moodytimes November 28, 2013 / 9:28 am

    Σ’ευχαριστώ για το σπρώξιμο…το χρειαζόμουν γιατί παραέχανα χρόνο τον τελευταίο καιρό,καλή σου μέρα

    • koufetarios November 28, 2013 / 3:48 pm

      Καλησπέρα Moody χάρηκα που πέρασες, να σαι καλά.

      Καλό βράδυ να έχεις..!

  3. ♔DƦάɱα QuƎeи ♔ November 28, 2013 / 5:12 pm

    Αγαπητέ μου Κουφετάριε,
    Σας χθες θυμάμαι που σου είπα στο μέρος τρία πως δεν μου αρέσει να αγωνιώ και έτσι περιμένω την συνέχεια για το διαβάσω ολόκληρο. Μου απάντησες αν θυμάμαι καλά πως αν ήθελα θα μου το έστελνες σε pdf στο τέλος.Υπέθεσα και εγώ πως το επόμενο post θα ήταν και το τελευταίο. Περίμενα λοιπόν πως και πως να αναρτηθεί, για να διαβάσω επιτέλους την ιστορία.
    Βλέπω που λες εχθές την ειδοποίηση στο mail μου για το κείμενο. Βιαζόμουν οπότε λέω: “όχι Μαρίνα μου, δεν έχεις χρόνο να διαβάσεις τέσσερα post άσε το γι αύριο. Να γίνει σωστή ανάγνωση”. Απ’ το βράδυ λοιπόν είχα αρχίσει να προετοιμάζομαι μιας και δεν είχα τίποτα να κάνω σήμερα το απόγευμα και σκεφτόμουν πως θα διάβαζα και θα γέμιζα τον χρόνο μου δημιουργικά.
    Μα πριν ξεκινήσω και την πατήσω σκέφτηκα να κοιτάξω στο τέλος του κειμένου να δω τη λέξη “τέλος” γραμμένη, να χαρώ και να διαβάσω. Αντ’ αυτού βλέπω ένα “(στη συνέχεια)” να με περιμένει με βλέμμα σαρδόνιο.
    Δεν θέλω να σε ρωτήσω για το τέλος της ιστορίας όχι. Μονάχα ποιος σε πληρώνει να μας το δίνεις κομμάτι κομμάτι χαχαχαχα. Μα δεν με λυπάσαι καθόλου πια; Καθόλου;
    Περιμένω εναγωνίως (το υπογραμμίζω).
    Να έχεις ένα όμορφο απόγευμα! 🙂

    • koufetarios November 28, 2013 / 6:11 pm

      … Απολαυστικότατο το σχόλιό σου και.. τι να σου πω! Σε συμπονώ! Είχα δυο μήνες να γράψω πάλι, ο δράστης πάντα επιστρέφει στον τόπο του εγκλήματος αλλά.. φαντάζομαι πως ένιωσες σα να σου ριξα μια κουτουλιά χαχα..! Σ’ ευχαριστώ πάντως όπως και να χει που πέρασες απο δω, κι εγώ προσπαθώ πάλι να αναδιοργανωθώ. Για να ξέρεις υπολογίζω 3 μέρη πάνω κάτω ακόμα οπότε.. για ευκολία στο τελευταίο μέρος θα γράψω στον τίτλο τη λέξη τέλος να το καταλάβεις αμέσως! 😀 Κι όμως τέτοια σχόλια με κάνουν να απορώ πώς έλειψα πάλι τόσο μεγάλο διάστημα. Σ’ ευχαριστώ και πάλι 🙂 Kαλό βραδάκι αγαπητή!

  4. Άιναφετς December 5, 2013 / 6:34 pm

    χαχαχα! Τώρα διάβασα αυτό το επισόδειο και πάω full να διαβάσω τα επόμενα ή όσα προλάβω… χωρίς να περιμένω! 😉

    ΑΦιλιά χαμογελαστά ακόμα γιατί προβλέπω θρίλερ! 🙂

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s