Ο Γιώργος που έγινε Γιωργάκης (ή και το αντίθετο).

Μια ιστορία που βγήκε αυθόρμητα.

Ο μικρός Γιωργάκης καθόταν στο γραφείο του σπιτιού του και παρακολουθούσε τις σκούρες μπλε κουρτίνες, που πάσχιζαν να απωθήσουν το άπλετο ηλιακό φως από το εσωτερικό του δωματίου. Μια ξύλινη συρόμενη πόρτα χώριζε το δωμάτιο του γραφείου από το σαλόνι. Ο Γιωργάκης καθόταν και χάζευε τις μικρές ακτίνες φωτός που ξετρυπούσαν από μικροσκοπικά ακάλυπτα κενά, η κουρτίνα όμως ήταν αδύνατο να τα απομακρύνει. Κοιτούσε μικρά σωματίδια σκόνης που τριγυρνούσαν σαν τρελά στον αέρα, χόρευαν, ακολουθούσαν πιστά τους νόμους της φύσης αψηφώντας τη βαρύτητα. Ένιωθε μόνος. Άκουγε έξω από τον κεντρικό δρόμο τις κόρνες των αυτοκινήτων, άκουγε τους ζαχαροπλάστες να κουβεντιάζουν από το εργαστήρι της απέναντι πολυκατοικίας, αφουγκραζόταν τις μικρές συζητήσεις των περαστικών που περνούσαν ακριβώς από κάτω. Ένιωθε μόνος και σκεφτόταν. Οι άνθρωποι εκεί έξω οδηγούσαν, περπατούσαν, μιλούσαν γελούσαν κι εκείνος απλά άκουγε. Δεν μπορούσε να συμμετέχει, δεν τους γνώριζε, απλά άκουγε το αλισβερίσι των δρόμων που ήταν γεμάτο ήχους της πόλης, της γειτονιάς, της πολυκατοικίας.

Ο Γιωργάκης δεν ζούσε μόνος του βέβαια. Κάτω από την ίδια στέγη έμεναν επίσης οι γονείς του, η αδερφή του ήταν παντρεμένη στο δικό της σπίτι μακριά από εκεί. Τρεις άνθρωποι ζούσαν στο ίδιο σπίτι, κι αυτοί πήγαιναν, ερχόντουσαν, έβλεπες μια κίνηση, ωστόσο οι λέξεις παρέμεναν κάθε μέρα ίδιες. Ο μπαμπάς και η μαμά του, μιλούσαν στην κουζίνα καμιά φορά με κλειστή την πόρτα, κουβέντιαζαν για τη μάνα του ενός και την πεθερά της άλλης. Καμιά φορά μάλωναν κιόλας, γελούσαν αραιά και πού, έπρεπε όμως να το εκβιάσουν και λίγο προς ευχαρίστηση του μικρού. Έπρεπε να δει ο μικρός πως όλα κυλούν φυσιολογικά μέσα στο σπίτι. Χρήματα υπήρχαν, τα ψώνια του τα έκανε, αγόραζε ότι καλό είχε η αγορά, σε γενικές γραμμές τον στήριζαν και δεν του χαλούσαν χατίρι.

Κάποια στιγμή όμως ο Γιωργάκης μεγάλωσε κι άλλο. Άρχισε να συνειδητοποιεί πως η βόλτα στην αγορά, τα ψώνια, οι επισκέψεις, δεν του έφταναν. Ήταν μήπως αχάριστος; Ή μήπως άρχισε να αποκτά πλέον δική του προσωπική γνώμη για την οικογένειά του; Μα δεν είναι κακό να κρίνεις τους γονείς σου όταν στα δίνουν απλόχερα όλα; Άρχισε να νιώθει άσχημα ο Γιωργάκης καθισμένος σ’ εκείνο το γραφείο δίπλα στην ξύλινη συρόμενη πόρτα. Άρχισε να προβληματίζεται υπερβολικά κι αυτό του έσπαγε τα νεύρα. Δεν ήθελε να αισθάνεται άσχημα, να σκέφτεται πως οι δικοί του κάνουν κι αυτοί λάθη. Τα πράγματα έπρεπε να είναι απλά: έχω τον μπαμπά μου, τη μαμά μου και την αδερφή μου. Τέλος συζήτησης. Εκεί βέβαια τσουπ, εμφανιζόταν μια άλλη σκέψη –χωρίς δική του πρωτοβουλία- και προσπαθούσε να του εξηγήσει πως οι γονείς δεν έχουν μόνο ένα ρόλο απ’ όταν γεννήθηκαν. Δεν ήταν δηλαδή πάντα μπαμπάδες ή μαμάδες. ‘Είναι άνθρωποι κι αυτοί σαν και σένα’‘, ήχησε μια φωνή στ’ αυτιά του τη στιγμή του προβληματισμού του. ‘Πρέπει να τους αντιμετωπίζεις σαν ανθρώπους τώρα που άρχισες να καταλαβαίνεις. Δεν είναι δικό σου το φταίξιμο που αισθάνεσαι έτσι. Απλά μεγαλώνεις’, του είπε η σκέψη αυτή και βύθισε τον Γιωργάκη αμέσως σε ακόμα μεγαλύτερη περισυλλογή.

Ο κόσμος περπατούσε στους δρόμους κι εκείνος ήταν μόνος στο δωμάτιο, μόνος στο μυαλό και τις σκέψεις του, μα κυρίως μόνος στην ψυχή. Δεν μπορούσε να διανοηθεί πως αισθάνεται παραμελημένος από τους δικούς του. ‘Αυτοί ξέρουν καλύτερα, αν τους το πω, θα πουν πως κάνω λάθος και πως μ’ αγαπάνε’. Ωπ! Σα ν’ άναψε ένα λαμπάκι πάνω απ’ το κεφαλάκι του Γιωργάκη. Ήταν έτσι όντως; Για μια στιγμή φαντάστηκε να εξομολογείται στους δικούς του όλες τις ΄΄αμαρτωλές΄΄ σκέψεις του, όσα του δημιουργούν ανασφάλειες και τον κάνουν να νιώθει μόνος. Η επιθυμία του εκφράστηκε μέσα του με τέσσερις λέξεις: αγάπη, συμπόνια, αγκαλιά, ενδιαφέρον. Ενδιαφέρον σε ένα Γιωργάκη που τα’ χε όλα κι όμως ένιωθε σα να μην είχε τίποτα. Αν μπορούσε θα άδειαζε τις ντουλάπες με τα ρούχα του, θα τα πετούσε απ’ το μπαλκόνι και θα τα μοίραζε στους περαστικούς που άκουγε κάθε μέρα κι όμως δεν μπορούσε να συμμετάσχει μαζί τους ή να τους μιλήσει, ήθελε ίσως να τραβήξει το ενδιαφέρον τους με κάτι ακραίο προκειμένου να δεχτεί δυο μάτια παραπάνω, τρία μάτια, τέσσερα, όσα χρειάζονται έτσι ώστε να καλύψει το κενό μέσα του. Ήταν όμως θέμα ποσότητας; Αυτό το γραφείο αν μπορούσε να μιλήσει θα ήταν ο καλύτερος φίλος με τον Γιωργάκη. Κι αυτό διότι κι εκείνο άκουγε αλλά δεν μπορούσε να μιλήσει. Έτσι λοιπόν, με τη σιωπή είχε αποκτήσει ένα, παράξενο μάλλον, δέσιμο μ’ αυτό το ξύλινο κατασκεύασμα.

Η συρόμενη πόρτα ήταν επίσης μια μεγάλη πληγή για το Γιωργάκη. Το μεσημέρι, όταν ο ήλιος φώτιζε το σπίτι ,καθόταν στο αγαπημένο του δωμάτιο ακουμπώντας με τους αγκώνες του το ξύλο και προβληματιζόταν. Η συρόμενη πόρτα άνοιγε και έκλεινε φυσικά όποτε ήθελε εκείνος. Την ίδια στιγμή της ημέρας δίπλα στο σαλόνι, ο πατέρας του Γιωργάκη έβλεπε τηλεόραση. Τον πρώτο καιρό που η καρδιά του μικρού άρχισε να χτυπάει περισσότερο με τις σκέψεις που έκανε, περίμενε δια μαγείας να ανοίξει αυτή η πόρτα και να δει τον πατέρα του με χαμόγελο να του λέει πως όλα θα πάνε καλά. Περίμενε πολλές φορές να ανοίξει εκείνη η πόρτα. Ποτέ όμως δεν άνοιξε μέχρι τότε. Δύο άνθρωποι ανάμεσα σε μία πόρτα, μία πόρτα ανάμεσα σε δύο μόνους ανθρώπους. ‘Ο πατέρας είναι άνθρωπος όχι μπαμπάς’, συνέχισε να ακούει μέσα στο κεφάλι του, προκαλώντας του αόρατες πληγές, πληγές που τον έκαναν όμως να αντικρίσει την πραγματικότητα όπως ακριβώς ήταν. Με την άκρη του ματιού του  κοίταξε δεξιά προσπαθώντας να διακρίνει μέσα από το γυαλί εάν ήταν ακόμα εκεί, μήπως έκανε κάποιο λάθος ο ίδιος έστω και την ύστατη στιγμή της δικής του αλήθειας. Δεν ήταν εκεί. Είχε μετακινηθεί σε κάποιο άλλο δωμάτιο, είχε φύγει απ’ το σπίτι δεν γνώριζε, δεν θέλησε όμως να το διερευνήσει περισσότερο. Εκεί, μπροστά σ’ αυτό το γραφείο, φύτρωσε μέσα του για πρώτη φορά κι ο εγωισμός. Μέσα σε μια στιγμή, μετά από μάχη με τις προσωπικές του φουρτούνες, έφερε στο δικό του ύψος τον πατέρα του, την μάνα του, την αδελφή του. Το λουλούδι μέσα του άνθισε, οι σκέψεις και η αντίληψή του για τα πράγματα ξαφνικά διπλασιάστηκαν, νέες πληροφορίες καταχωρήθηκαν στο μυαλό του δίχως να ανοίξει ούτε ένα βιβλίο. Κι αυτό επετεύχθη μόνο όταν είδε τον εαυτό του έξω από αυτόν. Είδε το Γιωργάκη να κάθεται μόνος με την πλάτη γυρισμένη στο γραφείο του, τον πατέρα του στην κουζίνα να κάνει το τσιγάρο του, τη μητέρα του στο δωμάτιό της να ομορφοδιπλώνει τα ρούχα τους. Είδε τρεις ανθρώπους αποκομμένους ο ένας από τον άλλο να κινούνται αλλά χωρίς να αλληλεπιδρούν μεταξύ τους. Οι φωνές μεμονωμένες κι αυτές δίχως απάντηση, δίχως αποδέκτη, μόνο φράσεις στερεότυπες, λίγο χάιδεμα και μερικές γκριμάτσες που θύμιζαν χαμόγελο. Δεν είχε πλέον αυταπάτες ο Γιωργάκης, άφησε ελεύθερο ένα μέρος του Εγώ του να περιπλανηθεί και να δει με καθαρό μάτι πώς έχουν τα πράγματα. Κι ήταν ο Γιωργάκης που έγινε Γιώργος ή ο Γιώργος που έγινε Γιωργάκης; ‘Και τα δύο!‘, θα αναφωνήσει μέσα του με χαρά για τη σημερινή του ανακάλυψη, όσες πληγές κι αν του προκάλεσαν. Μια πόρτα έκλεισε και μια άλλη άνοιξε μέσα του. Η άγνοια τον οδήγησε στη γνώση και η γνώση στο κίνητρο για αλλαγή, για χαρά, για απόλαυση, για υπομονή, για αξιοπρέπεια, για συμπόνια σε όποιον το ζητήσει, σε όποιον νιώσει την ανάγκη και απευθυνθεί στον ίδιο.

Όσο για τους γονείς του; Τους αγαπάει κι αυτοί τον αγαπάνε. Απλά άνθρωποι όπως αυτοί δεν έχουν μάθει να εκφράζονται, να ανοίγονται, να περνούν εκείνη τη διαχωριστική γραμμή του ‘πρέπει’ και του ‘δεν είναι σωστό’. Η μητέρα του άλλωστε ακόμα κι όταν εκείνος μεγάλωσε εξακολουθούσε να τον λέει ‘Γιωργάκη’. Δεν τον ενδιέφερε όμως πλέον αν το υποκοριστικό ήταν θέμα αντίληψης της μητέρας γι’ αυτόν ή απλά λόγω συνήθειας. Τον ενδιέφερε τι πίστευε εκείνος πια όταν άφησε αυτό το μικρό κομμάτι του εαυτού του ελεύθερο και είδε τα πράγματα σφαιρικά. Όπως ήταν πλέον καθετί σωστό, σύμφωνα με την κρίση του ιδίου και όχι σύμφωνα με τις προθέσεις των άλλων, τις σκέψεις των άλλων, των άγραφων (και απ’ αλλού φερμένων) δεοντολογικών κανόνων… 

Έτσι αγάπησε τον εαυτό του και κυρίως άρχισε να καταλαβαίνει περισσότερο τους γονείς του. Κι εκεί που κάτι χαλούσε προσπαθούσε να παρέμβει και να το φτιάξει.  Ο πόνος τον βοήθησε να αποσαφηνίσει το νόημα της ζωής, τι δεν πάει καλά μέσα του και μέσα στην ψυχή των γονιών του. Κοίταζε πλέον τον εαυτό του στον καθρέφτη και χαμογελούσε γεμάτος αυτοπεποίθηση. Γιατί γνώριζε πως, ανα πάσα στιγμή, μπορούσε να κατανοήσει τον κόσμο ακούγοντας μέρος του Εγώ του να μιλά γεμάτο σοφία, όταν ιδιαίτερα ένιωθε ξαφνικά δυσαρέσκεια και προβληματισμό. Στο τέλος άφησε το αγαπημένο του γραφείο και βγήκε ο ίδιος έξω να ανακαλύψει τον κόσμο.  Ήξερε πολύ καλά πως επιστρέφοντας σπίτι θα έπρεπε να αναλάβει το ρόλο του διαιτητή, του ψυχαγωγού, του δασκάλου, του φίλου, του γιου. Έμαθε πως η δική του δύναμη μπορούσε να βοηθήσει κι άλλους. Κι αυτό γιατί….ε είναι κι αυτοί άνθρωποι!

Advertisements

8 thoughts on “Ο Γιώργος που έγινε Γιωργάκης (ή και το αντίθετο).

  1. V September 30, 2013 / 5:41 am

    πόσο υπέροχη ιστορία!!!!!!!!

    • koufetarios September 30, 2013 / 5:58 am

      Σ’ ευχαριστώ πάρα πολύ εκ βαθέως, να είσαι καλά…!!

      Καλή εβδομάδα εύχομαι!

  2. Άιναφετς October 1, 2013 / 4:26 pm

    Όταν ανοίγει η καρδιά, δίνει χώρο στην αγάπη και στη συμπόνοια ν’ ανθίσει…
    Πολύ πολύ καλό Μαβιέ μου!

    ΑΦιλιά και καλό δημιουργικό μήνα εύχομαι! 🙂

    ΥΓ: Να την ακούς αυτή τη φωνούλα…

    • koufetarios October 1, 2013 / 4:50 pm

      Σ΄ευχαριστώ πολύ καλή μου μάγισσα, πραγματικά, όπως ακριβώς το λες.

      Υ.Γ.Όχι μόνο την ακούω έχει ριζώσει μέσα μου..!!

      Καλό βράδυ εύχομαι από καρδιάς!

  3. Νικολέτα November 13, 2013 / 12:25 am

    Από οτι βλέπω γύρισες πολύ πιο δημιουργικός από οτι σε άφησα εγώ ένα χρόνο περίπου όταν μαζί σκεφτόμασταν ποιος τελικά θα είναι εκείνος που θα εγκαταλείψει το μπλογκ του πιο εύκολα..και από οτι φάνηκε ήμουν εγώ..Παρ’όλα αυτά αυτή η επικοινωνία και το συναίσθημα που σε γεμίζει το να μοιράζεσαι τις σκέψεις σου είναι αναντικατάστατο,γι αυτό και επέστρεψα όπως βλέπεις!
    Πραγματικά μου άρεσε πολύ η ιστορία,και ελπίζω να διαβάσω πολλά ακόμα…άλλωστε πλέον εδώ γύρω θα βρίσκομαι..
    Ελπίζω να είσαι καλά,Νικολέτα.

    • koufetarios November 13, 2013 / 7:05 am

      Χάρηκα πάρα πολύ που μου έστειλες, μου δίνεις κουράγιο ακόμα και τώρα ομολογώ καθώς είναι δύσκολο μέχρι και αυτή τη στιγμή που μιλάμε να διατηρήσω όπως πριν το μπλογκ – τουλάχιστον έτσι όπως θα ήθελα. Γράφω διπλωματική και ο χρόνος πιέζει για το στρατό οπότε έχω βρεθεί στο σημείο μηδέν πολλές φορές.. Αλλά νιώθω πως υπάρχει ένας λόγος που απλά συνεχίζω, καλή ώρα όπως κι εσύ πιστεύω. Πολύ χάρηκα. Ίσως στάθηκες εσύ η αφορμή για να διακπεραιώσω ορισμένες όμορφες εκρεμμότητες του μπλογκ. Να σαι καλά Νικολέτα. Τα ξαναλέμε.

  4. melita November 13, 2013 / 7:37 pm

    Νομίζω ότι όταν αγαπήσεις τον εαυτό σου τότε μπορείς να αγαπήσεις και τους άλλους .Τότε είσαι ικανός να μοιραστείς τις σκέψεις, τα συναισθήματα και τις γνώσεις σου.Πολύ όμορφο κείμενο.Να έχεις ένα όμορφο βράδυ.

  5. Antriana..Io November 16, 2013 / 11:17 am

    “Τους αγαπάει κι αυτοί τον αγαπάνε. Απλά άνθρωποι όπως αυτοί δεν έχουν μάθει να εκφράζονται, να ανοίγονται, να περνούν εκείνη τη διαχωριστική γραμμή του ‘πρέπει’ και του ‘δεν είναι σωστό’.”

    και πολλές φορές όταν τη διαπερνούν νιώθουν ή πιστεύουν ότι έκαναν κάτι κακό, κάτι που δεν έπρεπε..

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s