Joseph’s Crossroad (Μέρος Τρίτο)

Το ρολόι του Τζόσεφ έκανε κύκλους δίνοντας ρυθμό στα διπλά βήματα που μπορούσε κανείς να ακούσει να εναλλάσσονται, να συμπληρώνονται, να μπερδεύονται μεταξύ τους. Περπατούσαν τουλάχιστον για μισή ώρα, αμάξι δεν ήταν διαθέσιμο, ο χρόνος άλλωστε μπορούσε να δώσει από μόνος του τα κατάλληλα ερεθίσματα για την ανάλογη συζήτηση που ενδόμυχα επιζητούσαν.  Τα λόγια άλλαζαν θέση, στόμα, σειρά, κυλούσαν όπως θα έπρεπε, φορτωμένοι με το βάρος της αγωνίας για την τολμηρή απόπειρά τους. Η περιοχή που επισκέφτηκαν κατοικούνταν μόνο από εύρωστες οικογένειες, λάγνες του χρήματος, της πολιτικής, της διαφορετικότητας. Αυτό βέβαια σήμαινε πως κανένας έγχρωμος Αμερικανός δεν τολμούσε να διασχίσει το –American Dream – οικοδομικό τετράγωνο, άλλωστε τα μέλη του πλήρωναν για την προστασία τους διεφθαρμένα αστυνομικά αντράκια. Αυτά τα αντράκια λοιπόν, για ψωροδεκάρες καθάριζαν κάθε εισβολέα που διέφερε από εκείνους. Αν εντόπιζαν κανένα ρακένδυτο λευκό, με εμφανή σημάδια ασιτίας, την γλίτωνε με μερικές βρισιές και με εκφοβισμούς πρόσωπο με πρόσωπο. Εάν ήταν έγχρωμος, οποιασδήποτε κοινωνικής τάξης, θα αντιμετώπιζε σοβαρότατο πρόβλημα επιβίωσης. Δεν είχε σημασία αν ήταν φοιτητής, εργάτης, καθηγητής. Ο νόμος βέβαια δεν όριζε γραπτή απαγόρευση κυκλοφορίας, ωστόσο ήταν ευρέως γνωστό στην κοινωνία των νέγρων του Μέμφις πως μερικά σημεία της πόλης ήταν απροσπέλαστα.

Το σπίτι που θα έστηναν το καραούλι τους ο Τζόσεφ κι η Κάθυ βρισκόταν ευτυχώς στα πρώτα σπίτια της περιφρουρούμενης ζώνης . Πράγματι, όταν πέρασε λίγο η ώρα, στάθηκαν πίσω από ένα αυτοκίνητο απέναντι από το αρχοντικό του εν λόγω κυρίου που σημάδεψε τη μνήμη της, και περίμεναν. Ήταν ένα μεγάλο τριώροφο, λευκό σπίτι με κήπο και με μια μεγάλη σιδερένια καγκελόπορτα να το ασφαλίζει. Περίμεναν δίχως να μιλάνε μεταξύ τους, η σιωπή από μόνη της έλεγε πολλά, φώναζε πως η λογική είχε παραμείνει σ’ εκείνο το τραπέζι στο εστιατόριο, λίγο πριν το δισκάκι ξεκινήσει να αναπαράγει ήχους και μελωδίες που επηρέασαν αυτή τη λογική και επανέφεραν μετά από καιρό το θυμικό μέρος του είναι τους. Εκείνη κοίταξε το ρολόι του, το έφερε πιο κοντά της να διακρίνει την ώρα, ήταν περασμένες εννιά. Η αναμονή ενέτεινε την ανησυχία τους για τις αποφάσεις που έπρεπε να λάβουν με απώτερο σκοπό να πάρει αυτό το καθίκι το μάθημα που του αξίζει. Μα ποιο μάθημα; Ο Τζόσεφ δεν γνώριζε σχεδόν τίποτα γι’ αυτήν και να, τώρα έξω από το σπίτι κάποιου χωρίς να γνωρίζει εάν πραγματικά είναι έτσι όπως η Κάθυ λέει ή είναι απλώς ένας επιχειρηματίας που μέσα στη βρωμιά της νύχτας θέτει τους κανόνες του και σε όποιον αρέσει. Σε ποιο βαθμό άραγε να την κακοποίησε; Ήταν μια πράξη απαράδεκτη, αλλά έτσι δεν κάνουν αυτοί; Τις δέρνουν και τις πετάνε στο δρόμο γεμίζοντας λασπωμένα αποτσίγαρα και χαλασμένα οινοπνευματώδη;

Ο χρόνος περνούσε, η απουσία περαστικών και αυτοκινήτων επιβεβαίωνε τις φήμες, τις εικασίες και τους θρύλους των ανεγκέφαλων πληρωμένων αστυνομικών που φυλούσαν την περιοχή, δίχως να είναι όμως ακόμα σίγουρο πώς μπόρεσαν οι δυο τους και τους απέφυγαν. Ο Τζόσεφ δεν πατούσε το πόδι του εκεί, η Κάθυ φαίνεται πως ήξερε τα κατατόπια, της ήταν γνώριμο το σημείο. Αυτό το κατάλαβε και από την ψυχραιμία της για τους μισθοφόρους της περιοχής. Δεν έδειχνε φόβο, στεκόταν εκεί με τα μάτια της προσηλωμένα, ανέκφραστα, περίμενε ίσως μια ακραία πρωτοβουλία από τον Τζόσεφ που να την κάνει να κολλήσει πάνω του. Μια στιγμή εκείνος αντιλήφθηκε στην αυλή μια αχνοδιάκριτη κόκκινη λάμψη που διήρκησε μόλις τρία δευτερόλεπτα. Άκουσε δυο άτομα να κουβεντιάζουν, ήταν όμως σε απόσταση από αυτούς, το μόνο που έπιανε το αυτί τους ήταν άναρθρους ήχους που απλώνονταν στην ατμόσφαιρα περνώντας από μπροστά τους. Εκείνη αντέδρασε και του έσφιξε το χέρι βγάζοντας από μέσα της τους φόβους αρκετών λεπτών αναμονής. Εκείνος προσπάθησε να σταθεί στο ύψος του κρατώντας τα προσχήματα (διαφορετικά θα της είχε πιάσει εκείνος το χέρι) και προσπάθησε να καταλάβει τι ήταν αυτή η λάμψη που τους ανησύχησε. Ήταν λάμψη από τσιγάρο μάλλον, έκαναν το διάλειμμά τους. Το φως ενός δωματίου στο δεύτερο όροφο άναψε, σημάδι πως θα προέκυπτε κάποιο είδος κίνησης στο χώρο. Ο Τζόσεφ την παρότρυνε να φύγουν, ήταν ανοργάνωτοι, η σκέψη τους ήταν αυθόρμητη, κακοσχεδιασμένη, πρόχειρη, είχαν πάει στα δόντια του λύκου γυμνοί. Ή Κάθυ βούρκωσε, φύσηξε τις αφέλειες που κάλυπταν σχεδόν τα μάτια της, αναστέναξε βαθιά και μετά από λίγη σκέψη συμφώνησε να αποχωρήσουν. Καθώς απομακρύνονταν ο Τζόσεφ κοιτούσε συνεχώς πίσω του σε περίπτωση που συνέβαινε κάτι απροσδόκητο. Το μόνο που πρόλαβε να δει ήταν τις καγκελόπορτες να ανοίγουν και τρία άτομα να βγαίνουν έξω από το- μεγαλόπρεπο μάλλον- βρώμικα χτισμένο σπίτι.

picture18

Το σπίτι της Κάθυ ήταν ένα δωμάτιο ξενοδοχείου κάτι που τον έκανε να απορήσει. Ήταν ένας μικρός ουρανοξύστης για την εποχή το Peabody Hotel, οικονομικά το πιο απαιτητικό, για γερές τσέπες. Τη συνόδευσε μέχρι το δωμάτιό της, την κοίταξε στα μάτια, της χάιδεψε ξανά το πρόσωπο και τη φίλησε. Εκείνη με σκυμμένο κεφάλι, έγνεψε ξανά στο στήθος του, με τη σιωπή να είναι αυτή τη φορά ευεργετική σε ασφαλή χώρο, με ασφαλές το φινάλε της βραδιάς. Το φιλί δεν ήρθε μόνο του. Στην επιστροφή, εμφανώς απογοητευμένη του εξομολογήθηκε τους λόγους που την οδήγησαν σ’ αυτή την κατάσταση. Μίλησε λίγο για το παρελθόν της, πόσο της κόστισαν οι φιλελεύθερες ιδέες της, πώς μέσα σε μια βραδιά εξαφανίστηκαν οι γονείς της, πόσο πολύ μισούσε τους άνδρες, όπως αυτό το μαφιόζο αφεντικό τον Rόμπερτ Χάτμαν που αποπειράθηκε να τη βιάσει. Και τα κατάφερε. Αυτό κράτησε στο μυαλό του ο Τζόσεφ. Το βιασμό και το διασυρμό μιας κοπέλας που μόλις είχε φιλήσει. Είπαν κι άλλα που φρόντισαν από μόνα τους να οδηγήσουν σ’ αυτό το φιλί μιας και ο Τζόσεφ μισούσε τους παράνομους, τους ρατσιστές, τους μισογύνηδες. Είχε τους λόγους του…

            71362Έφυγε από το ξενοδοχείο αφήνοντας να εννοηθεί πως θα συναντηθούν σύντομα ξανά. Αποφάσισε να μην γυρίσει σπίτι ακόμα, ήταν πολλά όσα συνέβησαν σε ένα βράδυ, ο ύπνος δεν θα του έκανε το χατήρι. Τράβηξε προς το Berretta’s Bar, δίπλα απ’ το ξενοδοχείο Arcade, ήθελε να μιλήσει σε κάποιον, γι’ αυτό το λόγο λοιπόν ήλπιζε πως ο Κένεθ και ο Πωλ, οι δυο περιστασιακοί αλλά έμπιστοι φίλοι του, θα τον ηρεμούσαν λιγάκι πίνοντας μερικά ουίσκια μέχρι να έλθει η ζάλη. Ο Πωλ ήταν έγχρωμος, τον έβαζαν πάντα από την πίσω πόρτα σε διακριτικό σημείο, όχι τόσο για τους πελάτες (δεν είχαν ρατσιστικές τάσεις στο συγκεκριμένο μπαρ) όσο για τις περιπολίες κοντά στη Beale Street.

Ήταν βράδυ Σαββάτου και ο Τζόσεφ, λάτρης της μαύρης μουσικής, προσπαθούσε να επιβιώσει σε μια πόλη χωρισμένη στα δύο δια νόμου. Το Μέμφις όμως ήταν μέρος ασφαλές για εκείνον προς το παρόν, όσο κι αν δεν άντεχε τα λυσσασμένα ρατσιστικά παραμιλητά των κατοίκων του. Το ξεκίνημα της δεκαετίας του’ 60 έβραζε στην πολιτεία του Τενεσσί,  αυτό ήταν κάτι που τον προβλημάτιζε, ανησυχούσε επίσης ιδιαίτερα για τον Πωλ και τις ακραίες ενέργειες που τον είχαν οδηγήσει ήδη μια φορά πίσω απ’ τα κάγκελα. Δυο ώρες πέρασαν, τρία ποτά καταναλώθηκαν, συμβουλές δόθηκαν στον Τζόσεφ, δίχως κανένα ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Κατηφόρισε τη Beale Street, αποφεύγοντας ελισσόμενος το ενθουσιώδες πλήθος που έσπευδε να αποδείξει τις αντοχές του στο ξενύχτι και το ποτό. Άφησε πίσω του τα λαμπερά φώτα και προχωρούσε καπνίζοντας με ανάμεικτα συναισθήματα κατά μήκος του πεζοδρομίου στη δεξιά πλευρά του δρόμου. Ήταν μπερδεμένος, προσπαθούσε να χωρέσει στο μυαλό του σε εικόνες, όλο το χρόνο που κατανάλωσε μαζί της, τις αποφάσεις που ένθερμα σκέφτηκαν να υλοποιήσουν, το φιλί, το βιασμό.. Σιχάθηκε προς στιγμή ρουφώντας την τελευταία του τζούρα κι ο καπνός του έκατσε στο λαιμό. Ήταν ασύλληπτη γι’ αυτόν η στιγμή της απόπειρας, η διείσδυση, ο πόνος, τα ‘όχι’, τα ‘μην’ και τα υποκοριστικά του διεστραμμένου τύπου για τις γυναίκες.

Ξαφνικά λίγο πριν φτάσει σπίτι του, ένα αυτοκίνητο πηγαίνοντας προς τα λαμπερά φώτα και την κοσμοσυρροή, δέχθηκε ένα σφοδρό χτύπημα από κάποιο άλλο αυτοκίνητο στη διασταύρωση ερχόμενο από δεξιά του. Ένας εκκωφαντικός θόρυβος αναστάτωσε τον Τζόσεφ και ολόκληρο το οικοδομικό τετράγωνο. Το πρώτο αυτοκίνητο, νομίμως είχε μέση ταχύτητα 40 χιλιόμετρα με δική του την προτεραιότητα. Ο Τζόσεφ το παρατήρησε αδιάφορα καθώς κινούνταν, δεν πρόλαβε όμως να δει το άλλο που ερχόταν με δύναμη καταπάνω του.  Κομμάτια γυαλιά σταμάτησαν την ανεξέλεγκτη πορεία τους στα ρούχα του καθώς εκείνος προσπαθούσε να προστατευτεί. Τα δυο αυτοκίνητα έγιναν ένα, έσπευσε να βοηθήσει, να δει αν υπάρχουν επιζώντες. Καθώς έψαχνε μέσα στις καυτές λαμαρίνες για ανθρώπινο δείγμα ο κόσμος είχε μπει ήδη μπροστά του και  προσπάθησαν να κάνουν ακριβώς το ίδιο. Ο Τζόσεφ συγκλονισμένος αντίκρισε μετά από λίγη ώρα 5 διαμελισμένα σώματα. Δύο από το ένα αυτοκίνητο και τρία από το άλλο. Σκέφτηκε…αν είχε σχέση ο αριθμός τρία που είχε αντιληφθεί μερικές ώρες πριν. Μέσα στην κούρασή του το ανέβαλλε για αύριο.  Δεν συγκινήθηκε όταν αντίκρισε τις νεκρές άμορφες μάζες, δεν αντέδρασε όπως τους άλλους από το σοκ της σύγκρουσης. Τα συναισθήματα, οι αισθήσεις του είχαν κορεστεί, ήθελε απλά να κοιμηθεί και με καθαρό μυαλό το πρωί να ζυγιάσει τις αλλαγές που επενέβησαν στη ζωή του μέσα σε μια μέρα. . Ξάπλωσε στο κρεβάτι του πιωμένος, ταλαιπωρημένος, εξαντλημένος. Αποκοιμήθηκε με το στόμα ανοιχτό, εκπνέοντας στην ατμόσφαιρα γρυλλίσματα που έβγαιναν απ’ το στέρνο του. Η κούραση τον πήγε λίγο πίσω στο Κολόμπους, άκουγε φωνές του παρελθόντος να αντηχούν ξανά στο κεφάλι του, ονειρεύτηκε μια περασμένη νύχτα όπως αυτή, μόνο που εκείνη είχε τρέξιμο, κυνηγητό, απειλές και τάσεις φυγής… Ξύπνησε το πρωί ιδρωμένος σε όλο το κορμί του, ήταν βρώμικος αλλά και τρομαγμένος απ’ τη φωνή του ονείρου, ενός ονείρου που απλά επαναλάμβανε μια ηθελημένα ξεχασμένη ανάμνηση…

–          Θα σε πιάσω ρε πούστη! Θα με βρεις μπροστά σου όπου και να πας!

Συνεχίζεται..

Advertisements

5 thoughts on “Joseph’s Crossroad (Μέρος Τρίτο)

  1. ♔DƦάɱα QuƎeи ♔ September 24, 2013 / 9:05 am

    Δεν μου αρέσει ιδιαίτερα να αγωνιώ, οπότε περιμένω να το διαβάσω όλο μαζί. Και όλο βλέπω αυτό το “συνεχίζεται”. Έλα πες την αλήθεια Κουφετάριε, επίτηδες το κάνεις. χαχα
    Να έχεις μια όμορφη ημέρα. Περιμένουμε την συνέχεια! 🙂

    • koufetarios September 24, 2013 / 9:17 am

      Προσπαθώ να κρατήσω μια αγωνία βρε Drama Queen, κάτι για τη συνέχεια, να ξεδιπλωθούν και λίγο οι χαρακτήρες 😀 Θα στο στείλω σε pdf μαζεμένο άμα θες στο τέλος χαχα

  2. Άιναφετς September 28, 2013 / 1:20 pm

    Καλά κάνεις Μαβιέ μου και μας το δίνεις δόση-δόση… αρχίζω να συνηθίζω στην ίδέα, “του που θα καταλήξει”; 😉

    ΑΦ! και καλό Σ/Κ! 🙂

    • koufetarios September 28, 2013 / 5:53 pm

      Έχει ακόμα εξέλιξη αγαπητή Άιναφετς! Ερώτηση συμβουλευτική, κουράζει το να το μοιράζω σε μέρη (δεν έχω την ιστορία έτοιμη την γράφω όποτε βρω ελεύθερο χρόνο) μήπως είναι καλύτερα να το γράψω ολόκληρο και να το δημοσιεύσω σε ιστοσελίδα τύπου isuu (για να μην κουράζω όσους επιθυμούν να περάσουν την ώρα τους διαβάζοντας.)

      Καλό σου βράδυ σ’ ευχαριστώ!

  3. Άιναφετς September 28, 2013 / 7:19 pm

    Συνέζισε… σε συνέχειες! 😉
    ΑΦ! 🙂

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s