Joseph’s Crossroad (Μέρος Δεύτερο)

Χτύπησε το τσιγάρο μηχανικά στο τασάκι δυο φορές, τακ τακ και ρούφηξε ξανά κοιτάζοντάς την καθ’ όλη τη διάρκεια της ιεροτελεστίας. Ήταν σα μια προσπάθεια αποκρυπτογράφησης μιας άγνωστης που εμφανίστηκε μπροστά του μόνο και μόνο επειδή λίγο πριν είχε σηκωθεί και είχε αφήσει κενή τη θέση του. Εκείνη είχε μαύρα καλοφτιαγμένα μαλλιά, λίγο φουντωτά κάνοντας υποθέσεις για τις ομορφοκομμένες αφέλειες που κάλυπταν το κούτελό της. Τα νύχια της ήταν βαμμένα με κόκκινο βαθύ χρώμα, φορούσε και ένα δαχτυλίδι σε κάθε χέρι. Το ένα έμοιαζε φτηνό, προφανώς από κάποιο περιοδεύον λούνα παρκ, το άλλο ωστόσο φαινόταν αγορασμένο, μελετημένο με λόγο ύπαρξης. Δεν μπορούσε όμως να μαντέψει πιο είχε γι’ αυτή την μεγαλύτερη αξία.

–          Tσιγάρο; τη ρώτησε κάπως τσαμπουκαλεμένα.

–          Τι μάρκα κουβαλάς; Η ερώτησή της τον κόμπλαρε. Το πρόσωπό της εξακολουθούσε να είναι καλυμμένο με τα χέρια της αφήνοντας μια μπάσα, αλλόκοτη φωνή.  Εκείνος ανασυντάσσεται και συνεχίζει με μια μικρή παύση.

–          Toppers είναι. Δεν μ’ αρέσει το κουτί γι’ αυτό τα έβαλα σε μια τσιγαροθήκη.

–          Χμ.. Είναι λίγο φανταχτερό αυτό το κουτί για σας τους άντρες… Δίχως να εμφανίσει το πρόσωπό της προσπαθεί να σκουπίσει τα υγρά που είχε εκκρίνει διακριτικά.

–          Λοιπόν; Θα πάρεις ένα; Ή μήπως να στο βάλω εγώ στο στόμα; της απάντησε με χαμόγελο προσπαθώντας να την κάνει να νιώσει άνετα.

Εκείνη αποφάσισε να το κάνει και άρχισε σταδιακά να αφαιρεί τα χέρια ξεκινώντας από το κούτελο μέχρι το πηγούνι της. Ο συνομιλητής της άφησε νευρικά κι απότομα το μισοτελειωμένο τσιγάρο στο τασάκι και ανασκουμπώθηκε με γουρλωμένα τα μάτια. Κάτι είχε δει που τον επανέφερε στην πραγματικότητα. Το τεντιμπόικο ύφος είχε εξαφανιστεί μονομιάς.

–          Τι.. τι σου συνέβη; Γιατί… Πες μου τι συνέβη; Το χέρι του άρχισε να τρέμει, το πόδι του κάτω απ’ το τραπέζι χτυπιόταν πάνω κάτω σαν λυσσασμένος σκύλος, ενώ η νύχτα που μόλις είχε πέσει, την κάλυπτε περισσότερο απ΄ όσο νόμιζε. Το πρόσωπό της ήταν γεμάτο σκισίματα, το δέρμα της ήταν σκαμμένο από κάποιο αιχμηρό αντικείμενο, ο λαιμός της είχε γίνει μπλε, είχε παραμορφωθεί αυτό το αγνό δέρμα που κάποτε δεχόταν παθιασμένα φιλιά μόνο και μόνο για τη μυρωδιά και την ομορφιά που ανάβλυζε. Εκείνη, εμφανώς πληγωμένη, νευριασμένη, δεν έσκυψε το κεφάλι ζητώντας κάποιου είδους βοήθεια, δεν πιάστηκε από τον πρώτο τυχόντα, αντίθετα τον κοιτούσε ευθεία στα μάτια, μεταφράζοντας ένα ατέλειωτο μίσος, σαν πληγωμένο ζώο που επιστρέφει για να λιντσάρει όποιον της κλείσει το δρόμο.

–          Δεν είναι τίποτα. Κάτι πήγε στραβά σήμερα, αυτό είναι όλο.. Αμέσως αυτή έπιασε νευρικά την ταμπακιέρα, πήρε σε χρόνο μηδέν το τσιγάρο και το άναψε βγάζοντας μια μεγάλη τζούρα απόγνωσης. Κοίταξε έξω τα αυτοκίνητα που είχαν σχηματίσει μια μεγάλη ουρά, πρωτοφανής για τα δεδομένα της πόλης. Έβλεπε τη νεολαία ενωμένη για μια στιγμή, ιδιαίτερα παράξενο γι’ αυτό το μέρος του κόσμου. Άσπροι, μαύροι όλοι ήταν μια γροθιά οδεύοντας προς την ίδια κατεύθυνση, ανυπομονώντας προφανώς για κάτι, κάτω από την ίδια στέγη. Για μια στιγμή εκείνη σάστισε κοιτώντας τον κόσμο να φωνάζει από χαρά, να πατάει τις κόρνες, να βλέπει κορίτσια που μόλις είχαν αγγίξει τα 18 να ανταλλάσουν ερωτικές ατάκες με τα αγόρια (που πάλευαν να δείξουν άντρες) των διπλανών ή των πίσω αυτοκινήτων.

–          Πού πάνε όλοι αυτοί;

–          Δεν ξέρω.. Είναι και Σάββατο.. Λογικά πηγαίνουν στη Beale Street να ερωτευτούν.

–          Μα καλά η Beale Street έχει ζωή ακόμα;

–          Χμ.. Ο κόσμος μπορεί να φτώχυνε πριν από καμιά 30αριά χρόνια αλλά ποιος σταματάει τις ορμές τους; Το προτιμώ απ’ το να φαντασιώνονται μόνα σπίτι τους.. Θα μου πεις τώρα τι έπαθες; Μήπως να πας να σε δει κανένας γιατρός; Εκείνη αποτραβήχτηκε, ακούγοντας αυτά που θα της έλεγε ο οποιοσδήποτε (ήταν όντως ο οποιοσδήποτε..)

–          Δεν θέλω να πάω πουθενά τ’ ακούς;; Άμα δεν σ’ αρέσει να μου αδειάζεις τη γωνιά! Το πρόσωπό της ρόδισε, έγινε ολοκόκκινη, είχε ένα ύφος βλοσυρό, η φωνή της ήταν τόσο βραχνή που μαρτυρούσε τα βάσανα των προηγούμενων ωρών. Εκείνος σηκώθηκε απότομα σε έξαλλη κατάσταση, εκείνη νόμιζε πως θα έφευγε, αντιθέτως πήγε μέχρι το μπαρ βλέποντας μόνο την πλάτη του. Σε λιγότερο από ένα λεπτό ήταν πίσω με ένα ποτήρι, της το βαράει μπροστά της με συνέπεια το περιεχόμενό του να την πιτσιλίσει στο πρόσωπο. Εκείνη μύρισε το αλκοόλ, το ένιωσε άλλωστε από τον πόνο.

–          Λοιπόν, της λέει. Δεν με ενδιαφέρει ποιος σε βάρεσε, γιατί σου χάλασε τη μούρη τι του έκανες και σε έκανε έτσι.. Αν θέλεις…

–          Τίποτα δεν του έκανα! φώναξε αγανακτισμένη κάνοντας τους πελάτες να γυρίσουν από περιέργεια και να κοιτάξουν το τραπέζι στη γωνία.

–          …Άν θέλεις λέω ξεχνάμε τα τι και πώς και το παίρνουμε απ΄ την αρχή. Δεν ήρθα να πιω τον καφέ μου εδώ για να ακούω γκρίνιες μιας τυχαίας, γιατί προς το παρόν μου είσαι μια εντελώς άγνωστη, αδιάφορη, χέστηκα με καταλαβαίνεις; Εκείνη με μια σχετική έπαρση, υποκρίνεται πως το σκέφτεται.

–          Εντάξει.. Ας το πάρουμε απ’ την αρχή…

–          Ωραία. Ωραία… Πώς σε λένε για να ‘χουμε και καλό ρώτημα;

–          Κάθυ…Με λένε Κάθυ. Εσένα;

–          Εμένα με λένε Τζόσεφ. Η Κάθυ κατεβάζει το ουίσκι προσπαθώντας να φερθεί όσο πιο φυσιολογικά γίνεται.

–          Από πού είσαι Κάθυ;

–          Από ‘δω είμαι, στο Μέμφις γεννήθηκα και μεγάλωσα. Εσύ;

–          Ήρθα απ’ το Κολόμπους του Οχάιο πριν 15 περίπου χρόνια. Δουλεύεις εδώ;

–          Ναι, στο White Rose cafe.. Το ξέρεις;

–          Ναι το ξέρω. Το έχω επισκεφτεί μια δυο φορές.. Σου αρέσει λοιπόν να παίζεις με τους άντρες..

–          Παίζω όταν έχω όρεξη. Πιο πολλές είναι οι φασαρίες τον τελευταίο καιρό, γυρνάω σπίτι πολλές φορές χωρίς λεφτά γιατί φεύγουν οι πελάτες.

–          Θες να φας τίποτα;

–          Όχι, όχι σ’ ευχαριστώ.. Το πρόσωπό της ήταν αριστοκρατικό. Τα χείλη της υπερβολικά σαρκώδη, γαμψή μύτη, υπέροχα ζυγωματικά. (Ο Τζόσεφ διαφορετικά ίσως να μην ήταν τόσο δεκτικός). – Εσύ δεν μου είπες, δουλεύεις κάπου;

–          Δουλεύω φύλακας στη Memphis Cossitt Library. Πότε πρωί, πότε βράδυ.. Όπως κάτσει.. Έπιασε την ταμπακιέρα του από αμηχανία και την ανοιγόκλεισε νευρικά. – Και δεν μου λες, είσαι πιο όμορφη χωρίς αυτές τις… Πλησίασε αργά το χέρι του στο πρόσωπό της και την χάιδεψε στο μάγουλο. Ένιωσε τις ανώμαλες στρώσεις του δέρματος.

–          Χωρίς ποιες; Του απαντά αισθησιακά.

–          Τίποτα, μη μου δίνεις σημασία.. Δεν χρειάζεται να μου απαντήσεις κάτι, μόλις σε άγγιξα σιγουρεύτηκα..

Μια έντονη σιωπή με λέξεις κρυφές που ποτέ δεν ειπώθηκαν, έδωσε στην ατμόσφαιρα χρώμα. Ο Τζόσεφ ακολουθούσε το γνωστό μοτίβο της σαχλαμάρας για να τη ρίξει. Κι όμως θα έλεγε κανείς πως ήταν τόσο πειστικός αυτή τη φορά που ίσως να έλεγε την αλήθεια. Η Κάθυ πληθωρική, επικίνδυνα όμορφη, τον άφησε να την αγγίξει ξανά. Οι δρόμοι άδειασαν τελικά γρήγορα, οι φωνές έφυγαν, εκείνη όμως τις άκουγε ακόμα μέσα της. Σα να μπερδεύτηκε, οι φωνές έβγαιναν από μέσα προς τα έξω, δίνοντας μια διαφορετική, απρόσμενη τροπή στην -μέχρι τώρα- καταστροφική βραδιά που θα της σημάδευε τη ζωή. Χαμογέλασαν συγχρόνως με τις ανατριχίλες που προκαλούσαν τα ρομαντικά αγγίγματα ώσπου ξάφνου εκείνος σηκώθηκε όρθιος. Έχοντας πετάξει τη μαγκιά του λίγο πριν με τη νεολαία στη Βeale Street, όδευσε γοργά προς το jukebox ακολουθώντας την ίδια τακτική πιο γρήγορα αυτή τη φορά, φοβούμενος μην χάσουν οι ορμόνες τους την όρεξή τους. Το μηχάνημα δούλεψε, επέστρεψε στο τραπέζι και το τραγούδι άρχιζε να παίζει.

–          Σήκω, έλα. Η Κάθυ, γεμάτη έκπληξη, κοκκίνισε. – Είσαι τρελός; Δεν είναι μέρος εδώ για χορούς!

–          Μην γίνεσαι περίεργη, αφού είχαμε κάτι εδώ, γιατί να το αφήσουμε να πετάξει; Ας το τελειώσουμε όπως αρμόζει!

Ο Τζόσεφ είχε δίκιο. Σηκώθηκε διστακτικά βαστώντας το χέρι του, την πήρε αργά αγκαλιά και άρχισαν να κινούνται με μια δόση νοσταλγίας. Ο κόσμος δεν τους έδωσε όπως εκείνη νόμιζε σημασία, μόνο η σερβιτόρα έριξε στο Τζόσεφ μια απαξιωτική ματιά εξακολουθώντας να επιδεικνύει την άρνησή της γι’ αυτόν (ή ακριβώς το αντίθετο). Η Κάθυ μελαγχόλησε, ακούμπησε το κεφάλι της στον ώμο του και τον έσφιξε όσο πιο δυνατά μπορούσε. Ξαφνικά αυτός ένιωσε μια υγρασία στον ώμο του, γύρισε το κεφάλι του βλέποντας την Κάθυ να κλαίει ξανά, σιωπηλά αυτή τη φορά.

–          Είσαι καλά; της ψιθύρισε στοργικά στο αυτί. Η μουσική συνέχιζε να παίζει, απάντηση όμως δεν έλαβε. – Κάθυ… Το πρόσωπό της είχε πάρει την πιο θλιμμένη μορφή που μπορούσε. Ίσως ξεσπούσε, ξόρκιζε το μισητό βλέμμα, τη βραχνή φωνή, τη στημένη θηλυκότητα. Για μια στιγμή στην αγκαλιά του έγινε ξανά κοριτσάκι, το πιο απροστάτευτο πλάσμα.

Το τραγούδι τελείωσε, το δισκάκι επέστρεψε στη θέση του το ίδιο και η ατμόσφαιρα του καταστήματος, το ίδιο και η ψυχρότητα των συζητήσεων που άθελά τους διαπερνούσε το είναι τους. Η Κάθυ σκούπισε με το χέρι της τα δάκρυά της, τον κοίταξε μέσα στα μάτια με βλέμμα ώριμο και καθησυχασμένο και του είπε:

–          Θέλεις να μάθεις;

–          Ναι.. Φυσικά και θέλω… Πες μου, τι περιμένεις; Αυτός είμαι, δεν είμαι κάποιος άλλος που σου πουλάει έρωτα.

–          Το ξέρω.. Δηλαδή το κατάλαβα.. Θέλεις να μάθεις λοιπόν.. Οκ.. Πάμε..

–          Κάτσε, κάτσε, πού πάμε;

–          Σ’ αυτόν που μ’ έκανε έτσι.. Θέλω να κάψω το σπίτι του μπάσταρδου..

–          Πάμε αλλά πρόσεξε ε; Εγώ δεν λειτουργώ έτσι να ξέρεις..

–          Όταν μάθεις ποιος είναι και πώς κάνει τις δουλειές του, θέλω να μου απαντήσεις ξανά..

Της χάιδεψε ξανά το σκισμένο μάγουλο, της έγνεψε καταφατικά και ετοιμάστηκαν να φύγουν. Το βράδυ μόλις είχε αρχίσει και κανείς δεν γνώριζε εάν μια τέτοια τολμηρή και άτσαλη γνωριμία μπορούσε να προκαλέσει αλυσιδωτές αντιδράσεις. Κι όλο αυτό εξαιτίας κάποιων ξεχασμένων ορμονών που ανέβηκαν στα ύψη και κατάφεραν να χειραγωγήσουν πληγωμένες καρδιές, με πολύ μεγάλη την πιθανότητα να δόθηκε αδικαιολόγητη αξία σε φτηνές θεατρινίστικες ατάκες, σε σαλιάρικες ερωτοαπαντήσεις που ήταν γνωστές πριν καν ειπωθούν..

Συνεχίζεται…

Advertisements

7 thoughts on “Joseph’s Crossroad (Μέρος Δεύτερο)

  1. Άιναφετς September 18, 2013 / 4:08 pm

    Συνεχίζεται ε;
    Τότε άκουσε αυτό!

    😉

    • koufetarios September 21, 2013 / 6:16 pm

      Whatever SHE wants Άιναφετς…! Το λάτρεψα! Stay tuned χαχα..!

      Καλό βράδυ σου αγαπητή μάγισσα..!!

  2. katabran September 19, 2013 / 6:45 pm

    θα “πληρώσω” με τα ψιλά μου για τη συνέχεια…

    • koufetarios September 21, 2013 / 6:17 pm

      Ούτε καν μην ”πληρώσεις” ελευθέρα είσοδος!

  3. Υπατία η Αλεξανδρινή September 20, 2013 / 3:39 pm

    Περίμενα το δεύτερο μέρος για το διαβάσω όλο μαζί, αλλά… την πάτησα!
    Το “έχεις” το noir, έτσι;
    ΥΓ: Πολύ προσεγμένες οι μουσικές σου επιλογές!

    • koufetarios September 21, 2013 / 6:18 pm

      Μ’ αρέσει το noir όπως λες Υπατία τώρα αν μοιάζει κι όλας… χαρά μου! Αύριο η συνέχεια (κι απ’ ότι υποθέτω θα χει αρκετά μέρη ακόμα) 😀

  4. Antriana..Io November 16, 2013 / 11:23 am

    τώρα εγώ που κόλλησα με το τραγούδι πειράζει;; μου άρεσε και το σημείο που το τοποθέτησες στην ιστορία… μα τι ωραία αίσθηση!! 🙂

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s