Joseph’s Crossroad (Μέρος Πρώτο)

*Προτεινόμενο τραγούδι για ανάγνωση.

Περπατούσε φορώντας ένα γκρι  ριγέ παντελόνι με χαλαρή τσάκιση  γλείφοντας με μια ανάσα το  τσιμεντένιο πεζοδρόμιο. Φορούσε  ένα άσπρο πουκάμισο – επίσης  ριγέ – με τον γιακά να έχει ξεφύγει  απ’ το σίδερο, ανοιχτός, ελαφρώς  γελοίος. Φορούσε ένα ελβετικό  ρολόι Lanco-Fon, του το είχε  δώσει ο πατέρας του που κι  εκείνος το ‘χε πάρει με τη σειρά  του από τον πατέρα της γυναίκας  του, δώρο λίγο πριν το θάνατό του.

Περπατούσε χαζεύοντας τις χριστουγεννιάτικες βιτρίνες, τα χριστουγεννιάτικα δέντρα. Τον έκαναν να σταματήσει για λίγο καθώς περνούσαν από μπροστά του για να τοποθετηθούν λίγο αργότερα στη βιτρίνα με την εντυπωσιακή υπάλληλο που ήταν πλάτη και περίμενε.  Συνέχισε ξεκινώντας με το δεξί του πόδι, αριστερό, δεξί, αριστερό, κάπως ρυθμικά, φέρνοντας στο μυαλό του τα τέμπο του Fats Domino. Μια γυναίκα από τ’ αριστερά του τον προσπέρασε, τον χτύπησε με τη χάρτινη σακούλα, ένας κύριος απ’ τα δεξιά του τον προσπέρασε επίσης άτσαλα ”I’m sorry” του είπε -μάλλον ενοχλημένα- όλοι τον προσπερνούσαν γιατί απλά είχε σταματήσει. Ακόμα και μια παρέα νεαρούδια από τον απέναντι δρόμο γέλασαν μαζί του για το ακίνητο και σιωπηλό ενδιαφέρον του. Κοίταξε δεξιά τη θολή βιτρίνα μιας καφετέριας κι έχωσε το χέρι στη δεξιά τσέπη να ελέγξει τα χαρτονομίσματα. Μετρώντας τα τυφλά έβγαλε ένα άσπρο πανί και σκούπισε το πρόσωπό του αν και δεν ήταν ιδρωμένος. Για άλλη μια φορά (προσπάθησε προηγουμένως απ’ το σπίτι του) αποπειράθηκε να ισιώσει κάπως το γιακά του. Ίσιωσε το ρολόι του δίχως να κοιτάξει την ώρα κοιτώντας μόνο μπροστά, ξεφύσησε και τράβηξε την πόρτα απ’ το γυαλί προς τα εμπρός λερώνοντάς το.

Τέσσερα τραπέζια γεμάτα στο κέντρο, δύο στο πλάι συνωστισμένα από εφηβικές παρέες, το μπαρ  ήταν κι αυτό γεμάτο, μόνο δεξιά δίπλα απ’ την τουαλέτα μπροστά στη βιτρίνα μόλις έφευγε ένα, μάλλον χωρισμένο ζευγάρι, αμίλητο. Μπροστά ο ένας πίσω ο άλλος. Κάνει χώρο να περάσουν και κάθεται στην ζεσταμένη θέση που άφησε η κοπέλα πίσω της, δείγμα μακροσκελούς και αναλυτικής συζήτησης. Μπροστά του είχε μια κούπα τσάι σχεδόν άδεια. Μπόρεσε να δει μέσα της τους κόκκους απ΄ το τσάι που είχαν απομείνει, με εξαιρετικά μεγάλη δόση ζάχαρης. ‘Αχ το καημένο το κοριτσάκι.. Όση ζάχαρη κι αν ποτίσεις την πίκρα..’ σκέφτηκε και χαμογέλασε. Αντίθετα στην απέναντι θέση απλώνονταν δυο άδεια πιάτα, ένα κυρίως και ένα επιδόρπιου. Στο κυρίως πιάτο λίγη σάλτσα από μέλι είχε απομείνει και ξεραίνονταν σιγά σιγά ‘πάει ώρα που ικανοποίησε τη λαιμαργία του..’ Ένα πλάσμα οριακά στα 20 τον πλησίασε από πίσω με τα γνωστά παντοφλέ παπούτσια του, θέλοντας να κάνει γνωστή την παρουσία του. Ήταν μια ξανθιά αρωματισμένη θηλυκή φιγούρα που έσκυψε αμέσως μπροστά του επιδεικτικά με χορευτικές κινήσεις και μάζεψε τα πιάτα και το ποτήρι απ’ το τραπέζι. Φορούσε ένα καρό γαλάζιο, αεράτο φόρεμα που το κάλυπτε μια –συντηρητικά μάλλον άσπρη ποδιά. Το πρόσωπό της τον είχε πλησιάσει απειλητικά καθώς εκείνος την κοιτούσε έντονα περιμένοντας να ανταποκριθεί στις λάγνες υποβόσκουσες σκέψεις του. Αυτή του έκανε το χατίρι, τον κοίταξε μέσα στα μάτια σα να μπορούσε να τον διαβάσει ή ακόμα και να τον ψυχογραφήσει. Του χαμογέλασε οριακά, δίχως να κάνει εμφανή όμως την οδοντοστοιχία της. ‘Τι να σας φέρω;’ τον ρώτησε ξεχνώντας αστραπιαία τα δευτερόλεπτα του οπτικού παιχνιδιού (ήταν συνηθισμένη). ‘Ένα καφέ σκέτο φέρε μου γιατί όπως βλέπεις η ζάχαρη τελείωσε’ απάντησε μάλλον αποτυχημένα. ‘Χα.., ξεστόμισε σα να ήθελε να γελάσει με το στόμα ανοιχτό, περισσότερο σαν απόγνωση ακούστηκε. ‘Σκέτο λοιπόν..’ Ανασηκώνεται, τεντώνεται κοιτά ευθεία έξω από τη βιτρίνα δηλώνοντας την αδιαφορία της και γύρισε πλάτη πηγαίνοντας προς το μπαρ. Εκείνος δεν πτοήθηκε, χάζεψε για λίγο τις καμπύλες της, χαμογέλασε (γνώριζε πως εκείνη έχανε) και έβγαλε την ταμπακιέρα του να διαλέξει το τσιγάρο που θα κάπνιζε. Έβγαλε ένα διστακτικά, κοίταξε έξω τους περαστικούς που προσπερνούσαν ο ένας τον άλλο, χάζεψε παρακολουθώντας μια μητέρα να μαλώνει τη μικρή ξανθωπή κόρη της μιας και της είχε πέσει το παγωτό στο δρόμο βάζοντας αυτομάτως τα κλάματα. Μπόρεσε να δει μόνο την καμπουρωτή πλάτη της μητέρας, ήταν σκυμμένη πάνω απ’ το παιδί, του κουνούσε το δάχτυλο και του φώναζε μες τη μούρη σα να είχε κάνει έγκλημα, σα να την ξεφτίλισε. Το κοριτσάκι έκλαιγε και τα μάτια του συναντήθηκαν με τα δικά του. Εκείνος της έκανε μια γκριμάτσα με τη γλώσσα του, τέτοια που φαινόταν σα να είχε πρησμένα χείλη. Εκείνο σταμάτησε να κλαίει, η μητέρα χτυπώντας νευρικά το πόδι της στο πεζοδρόμιο με μανία εκνευρίστηκε ακόμα περισσότερο με την αναισθησία της μικρής, που όμως δεν ήταν έτσι. Γύρισε μπροστά το κεφάλι του κι ο καφές του είχε ήδη σερβιριστεί, το παιχνίδι με τη σερβιτόρα είχε τελειώσει προ πολλού. Άναψε το τσιγάρο κι έβγαλε με ψηλά το κεφάλι,  εκστασιασμένος, μια μεγάλη δόση καπνού απ’ την πρώτη κιόλας τζούρα. Ρουφούσε τη νικοτίνη, ήταν σκεπτικός, θυμήθηκε πριν μερικά χρόνια θα ‘ταν αρχές του ’50, που χόρευε αυτό τον αργό, ερωτικό rock ‘n’ roll χορό stroll τον λέγανε. Η αδρεναλίνη του στα ύψη, νεαρούδι, μια σειρά από ατίθασα αγόρια, έτοιμα να διαλέξουν το ταίρι τους απ’ την απέναντι θηλυκή σειρά για να χορέψουν και να αγγίξουν ότι δεν μπορούσαν στη σιωπή. Κοίταξε γύρω του, η πελατεία είχε αραιώσει ένιωσε την ανάγκη να ακούσει κάτι. Ήταν μια στιγμή που ο καφές και το τσιγάρο θα αποκτούσαν σάρκα και οστά στον οργανισμό του, σαν ιεροτελεστία. Πίσω του στο βάθος του καταστήματος είδε σε μια γωνία ένα jukebox μάρκας Seeburg. Ακούμπησε το δεξί του χέρι στο τραπέζι και σηκώθηκε με τη βοήθειά του αργά λυγίζοντας τον αγκώνα του. Έκανε στροφή και με κομψές κινήσεις περπάτησε προς αυτό.

black and white vintage vinyl jukebox 3897x2192 wallpaper_www.wallpaperhi.com_70

Στάθηκε αμήχανα μπροστά του και το κοίταξε προσεκτικά λυγίζοντας ελάχιστα το λαιμό του προς τα δεξιά. Πάτησε τα σωστά κουμπιά και παρακολούθησε τη διαδρομή της συσκευής προς το δισκάκι. Το κομμάτι που  επέλεξε ξεκίνησε να παίζει δυναμικά και μπροστά στο jukebox έκλεισε τα μάτια του κοιτώντας πάλι ψηλά, χτυπώντας ρυθμικά το αριστερό του πόδι με τα χέρια κρεμασμένα, παραδομένα. (Το τραγούδι ήταν του Buddy Guy – Sit and Cry). Η ατμόσφαιρα αμέσως ζεστάθηκε στο μαγαζί. Γι’ αυτόν δηλαδή. Ο κόσμος πίσω του εξακολουθούσε να μιλάει, ένα ζευγάρι στο τραπέζι δίπλα στην είσοδο πλήρωνε την κουνιστή σερβιτόρα, οι δυο υπάλληλοι πίσω από την μπάρα έφτιαχναν καφέ και μιλσέικ, τα μεγάλα τραπέζια ήταν πιασμένα από παιδιά γεμάτα ζωή με  ποτήρια όμως άδεια εδώ και ώρα (η σερβιτόρα παρακαλούσε να φύγουν) και αρκούνταν στο να σαχλαμαρίζουν. Το μπαρ είχε τη γνωστή εικόνα, πλάτες γυρισμένες, διαφορετικά σακάκια σκυμμένα, που έπιναν το ποτό τους και μετρούσαν τις τσέπες με τα ψηλά τους στον τελευταίο γύρο.

Η μουσική τον είχε κυριεύσει, ήταν μέσα στο κεφάλι του που κι αυτό με τη σειρά του έδινε ρυθμό στα χέρια και στα πόδια του (΄΄Well, no one to call me sweet names, and my heart is filled with pain, οh, I only think of you, I sit and cry and sing the blues΄΄). Άνοιξε τα μάτια προς τη μέση του τραγουδιού κορεσμένος από συναίσθημα και τράβηξε προς το τραπέζι του. Η θέση του όμως δεν ήταν άδεια, κάποιος άλλος καθόταν εκεί, ή μάλλον κάποια άλλη. Καθώς πλησίασε αντιλήφθηκε πως οι αγκώνες της ακουμπούσαν στο τραπέζι, τα χέρια της είχαν καλύψει  τα μάτια της, μάλλον έκλαιγε. Αυτός σάστισε προς στιγμή  όταν συνειδητοποίησε τη σύμπτωση του Sit and Cry. Το τραγούδι αντηχούσε ελάχιστα πλέον στ’ αυτιά του. Στεκόταν σύξυλος προς στιγμήν ωστόσο ούτε καλός Σαμαρείτης θα το έπαιζε ούτε ξενέρωτος παρηγορητής. Όποια και να ήταν θα την αντιμετώπιζε στα ίσα υπενθυμίζοντας πόσο σκληρή είναι η πραγματικότητα και πως καλά θα κάνει να το ξεπεράσει (ήταν ένας τρόπος να επιστρέψει στη θέση του προσπαθώντας ίσως ξανά με τη σερβιτόρα για μια τελευταία φορά). Κάθισε απότομα απέναντί της χωρίς να μιλήσει, πήρε διακριτικά την ταμπακιέρα δίπλα από τον αγκώνα της και άναψε ένα τσιγάρο περιμένοντας για μια ενδεχόμενη αντίδραση, μια πιθανή γνωριμία που κατά βάθος – γιατί όχι – μπορεί και να επιθυμούσε.. (η σερβιτόρα ίσως ήταν μια ένδειξη της χαμηλών προσδοκιών του..)

Συνεχίζεται..

Advertisements

6 thoughts on “Joseph’s Crossroad (Μέρος Πρώτο)

  1. Άιναφετς September 15, 2013 / 9:01 pm

    Κατ’ αρχάς, είχα “φτιαχτεί” να το διαβάσω όλο και αυτό το “συνεχίζετα” δεν μου άρεσε καθόλου…δεν μου αρέσει να ζω τις ιστορίες που με συνεπαίρνουν σε συνέχειες! 😉
    Μου έκανε πολύ εντύπωση, πώς ένας νέος όπως εσύ, μπήκε στο πετσί μιας άλλης εποχής, με μουσικές και χορούς των παππούδων του… τρομερή εποχή και αυτή… και ίσως σκληρότερη απ’ τη δική μας!
    Περιμένω τη συνέχεια…

    ΑΦιλιά και καλή μας νύχτα πλέον! 🙂

  2. katabran September 16, 2013 / 8:22 am

    κάποτε, ο μοναδικός λόγος που αγόραζα κάποια έντυπα, ήταν για να διαβάσω τη συνέχεια διηγημάτων ή δοκιμίων που δημοσίευαν…

    συνέχισε λοιπόν!

    • koufetarios September 16, 2013 / 8:26 am

      Σ’ ευχαριστώ Katabran..! Οκ σύντομα λοιπόν 🙂

  3. koufetarios September 16, 2013 / 8:24 am

    Αγαπητή μάγισσα επειδή σε καταλαβαίνω απόλυτα το βραδάκι έχω σκοπό να γράψω τη συνέχεια και να τη δημοσιεύσω 😀 Εάν το έγραφα όλο και το αναρτούσα ίσως να κούραζε γι’ αυτό σκέφτηκα να το χωρίσω σε μέρη. Σίγουρα σκληρότερη εποχή, έχεις δίκο, σήμερα βέβαια φαντάζει μαγική..! Να είσαι καλά καλή μας εβδομάδα!!

  4. Joker September 16, 2013 / 3:59 pm

    jazz μουσική, ασπρόμαυρη εικόνα, σίγουρα εκείνη η εποχή αποτελεί αφορμή να γράφονται τέτοια παραστατικά κείμενα..μου ‘χε λείψει κάτι τέτοιο
    τα ξαναλέμε στη συνέχεια

    • koufetarios September 16, 2013 / 8:43 pm

      Σ’ ευχαριστώ που πέρασες φίλε μου Joker χαίρομαι που σου άρεσε.

      Καλό βράδυ σου εύχομαι..!!

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s