Η ιστορία ενός Άλλου

Ήταν απόγευμα λίγο μετά τις 7. Ο ήλιος είχε ήδη αρχίσει να παραδίδει τις φλόγες του και να γέρνει πίσω από τα βουνά. Το ταξίδι του συνεχιζόταν αδιάκοπα στο πέρας των χρόνων.Στο δρόμο ο κόσμος περνούσε βιαστικά, αφηρημένα, αδιάκοπα. Οι εποχές δεν επέτρεπαν την διακοπή των εργασιών, ούτε την ολιγόλεπτη ψυχαγώγησή τους θαυμάζοντας το πιο οφθαλμοφανές επίτευγμα της φύσης. Το πλήθος προχωρούσε με γρήγορους ρυθμούς, είτε σκεπτικό  με τα χέρια στις τσέπες, είτε κρατώντας την πραμάτεια του έτοιμη για πούλημα ή απλά περπατούσε με απελπιστικά αργό βηματισμό, χωρίς κάποιο συγκεκριμένο πλάνο στο μυαλό του, με τα χέρια ξηρά και αφυδατωμένα, έχοντας ίσως αποτύχει στο σημερινό παιχνίδι της ζωής. Μόνο λίγο πιο κάτω μία ανθρώπινη σκιά βρισκόταν στο ίδιο σημείο για αρκετή ώρα, δίχως να αλλάζει στάση ή θέση, σα να ήταν υπάκουη από το σώμα που την αποτελούσε. Σα να την είχε διατάξει να παραμείνει κοιτώντας μόνο προς τον ήλιο. Ήταν ο Τζόσουα. Τον κοιτούσε λές και χάζευε ένα έργο τέχνης. Την ίδια στιγμή είχε τραβήξει τα βλέμματα των περαστικών οι οποίοι μουρμούριζαν λέξεις και μικρές προτάσεις καθώς τον προσπερνούσαν.Kρατούσε στο δεξί του χέρι μία φθαρμένη μαύρη θήκη κιθάρας. Ένα δυνατό μουρμουρητό από πίσω του τον έκανε να ξυπνήσει από τον περίεργο λήθαργο στον οποίο είχε πέσει και να προσγειωθεί σχετικά απότομα στην πραγματικότητα. Συνέχισε να περπατάει ανέμελα χωρίς να τον επηρεάζει ο μηχανικός ρυθμός των υπόλοιπων ανθρώπων που πρώτα τον κοιτούσαν όσο πιο διακριτικά γινόταν και ύστερα απομακρυνόντουσαν βιαστικά. Ο Τζόσουα χάζευε γύρω του. Δεν φαινόταν προβληματισμένος με την φορτισμένη ατμόσφαιρα που είχε πλακώσει την πόλη. Μόνο ο Λευκός Πύργος έστεκε περήφανος και αγέρωχος προστατεύοντας τους πολίτες της, με τα μάτια του να είναι καρφωμένα στον Θερμαϊκό. Ήταν ήδη πέντε μέρες εκεί, έμενε σε ένα κεντρικό ξενοδοχείο, μακριά από τις ταραχές που λάμβαναν χώρα εκείνη την εποχή. Ήταν πολυταξιδεμένος και ίσως η άνεσή του να δικαιολογείται από τη οικονομική ευχέρεια που είχε σε σύγκριση με το παρηκμασμένο τοπίο που διαπίστωνε γύρω του. Είχε αρχίσει να ανυσηχεί. Έπρεπε να βγάλει σε πέρας την αποστολή που του είχε ανατεθεί. Είχε ψάξει τον βασικό ιστό της πόλης αλλά πουθενά δεν βρήκε το πρόσωπο που αναζητούσε. Είχε περάσει ήδη μία ώρα κάνοντας βόλτα στην Αριστοτέλους πάνω από 5 φορές. Άρχισε να πιστεύει πως βρισκόταν σε λάθος σημείο. Διαπίστωνε μια διχόνοια μεταξύ ανθρώπων που βρίσκονταν κάτω από τον κυματισμό της ίδιας σημαίας. Εκείνο που τον έπεισε για την περίεργη κατάσταση –που εν μέρει ήταν ενήμερος- ήταν η αδιαφορία της αστικής τάξης σε βάρος φτωχών, κατατρεγμένων και πεινασμένων ψυχών που παρακαλούσαν για μια μπουκιά ψωμί, πουλώντας τα ενδύματά τους, τα υφαντά τους, τα παπούτσια τους, τα μουσικά τους όργανα και κάθε λογής περουσιακό στοιχείο προκειμένου να βγάλουν και απόψε την βραδιά. Άρα αυτό που έπρεπε να κάνει ήταν να σταματήσει να συννενοείται με τους νεοιδρυθέντες δυσλειτουργικούς μηχανισμούς του αυταρχικού κράτους και να αναζητήσει στην πηγή του προβλήματος το πρόσωπο που έψαχνε να βρεί. Προσπάθησε να ξεχωρίσει κάποια δύστυχη μορφή γύρω του η οποία θα μπορούσε να ξεχάσει για μια στιγμή τον αγώνα της καθημερινότητας και θα του έδινε μερικές πληροφορίες που σίγουρα είχε πολύ ανάγκη. Στο βάθος διέκρινε μία ευγενική θηλυκή φυσιογνωμία. Πουλούσε κουλούρια μαζί με άλλα τρία άτομα, πιθανώς οι γονείς της και ο αδερφός της. Αγόρασε ένα κουλούρι και διστακτικά επιστράτευσε το φτωχό ελληνικό του λεξιλόγιο για να τους απευθύνει το λόγο. <<Κάτι να ρωτήσω θέλω, μπορώ;>> είπε χαμηλόφωνα. Κανείς δεν του έδωσε σημασία , μόνο το κορίτσι τον κοίταξε στα κρυφά εξαιτίας ίσως της διαφορετικότητάς του. << Σας παρακαλώ να ρωτήσω θέλω>>. Ο άντρας τον κοιτάει επιθετικά στα μάτια και του λέει <<τΤι γυρεύεις εσύ εδώ; Από πού ξεφύτρωσες;>> Ο Τζόσουα κοιτάει απορημένος και προσπαθεί να καταλάβει. << Τι θέλεις ρε παληκάρι, δεν βλέπεις πως πρέπει να βγάλουμε το ψωμί μας; Άιντε τράβα το δρόμο σου…>>Συνεχίζει να κοιτάει συγχυσμένος αλλά μάλλον αρχίζε να καταλαβαίνει. <<Θέλω βοήθεια ψάχνω κάποιον.. Τη λένε Αριστέα Μιχαηλίδη.Ξέρετε;>> Ο άντρας αδιαφόρησε πλήρως και με μία χειρονομία του έδειξε το δρόμο για να φύγει. Το κορίτσι τράβηξε την μπλούζα του πατέρα της και του έκανε νόημα πως θέλει να του μιλήσει στ’αυτί. Ο πατέρας της έσκυψε και έγνεψε καταφατικά. Ο Τζόσουα κρεμιόταν από τα χείλη τους. << Την Αρίστενα εννοείς; Έφυγε, έφυγε.>> Εκείνος απάντησε απαιτητικά με μία έκφραση απελπισίας στο πρόσωπό του δίχως να μπορεί να αρθρώσει λέξεις. <<Έφυγε; Μα… Πού; Πού πάει..;>> Ο άντρας του μίλησε αμείλικτα επισημαίνοντας έτσι την αδιαφορία του .  << Πέθανε! Έφυγε δεν κατάλαβες; Μας είπαν πως ξεψύχησε στην Καβάλα τον Ιούνη του ‘33. Λυπάμαι φίλε…>> Ο Τζόσουα έμεινε με το στόμα ανοικτό. Συνεχιζε να τον κοιτάει προσπαθώντας να πείσει τον εαυτό του πως όλο αυτό που άκουγε ήταν ένα ψέμμα. Έσκυψε το κεφάλι συγκλονισμένος και παρέμεινε ακίνητος έτσι για ένα λεπτό. Έβαλε το χέρι στην τσέπη και έβγαλε μερικά ψιλά. Με το χέρι του έδειξε πως ήθελε άλλο ένα κουλούρι. Το κορίτσι ταραγμένο κι αυτό από τη στενοχώρια του αγνώστου του έδωσε το κουλούρι. Έφυγε σκυφτός, με αργά βήματα. Τα χέρια του κρέμονταν αφήνοντας το κουλούρι να πέσει κάτω. Είχε περπατήσει καμιά δεκαριά μέτρα προσπαθώντας να συνέλθει απ’το σοκ και ξαφνικά σταμάτησε. Πήγε στο απέναντι πεζοδρόμιο και κάθησε. Θυμήθηκε τη μάνα του που από την Αφρική είχε βρεθεί για δέκα χρόνια στην Κρήτη πίνοντας ρακές στα 15 της, ύστερα για δουλειά στη Θεσσαλονίκη και αργότερα εκδιώμενη έβαλε πλώρη για Αμερική.Λίγο μετά το κραχ του ’29 επέστρεψε στην Ελλάδα για να βρει εκείνους του Έλληνες που κάποτε την είχαν βοηθήσει. Δεν ήξερε όμως πως οι Έλληνες είχαν καταπιαστεί με το έργο της αποκατάστασης των προσφύγων από εκείνο το περιβόητο ανθρώπινο κύμα του 1922… Ο Τζόσουα έβγαλε μια καλοδιατηρημένη κιθάρα και άρχιζε να παίζει ένα τραγούδι άγνωστο στη γλώσσα και στους κύκλους της Θεσσαλονίκης…

΄΄ I’m so worried now

I’m worried now but I hope not to be worried long

Because I’m gonna pack my little old suitcase

By  gone this road I’ll be gone…΄΄

Advertisements

3 thoughts on “Η ιστορία ενός Άλλου

  1. NIKOS December 30, 2010 / 2:23 pm

    kali arxi…

  2. Allu Fun Marx December 31, 2010 / 3:43 pm

    Καλή χρονιά
    (Καλώς ήρθες στη Μπλογκοσλοβακία… Καλή αρχή και καλύτερη συνέχεια)

    • koufetarios December 31, 2010 / 5:31 pm

      Σ΄ευχαριστώ πολύ! Καλώς σε βρίσκω στη Μπλογκοσλοβακία κα σε καλωσορίζω στον Κουφετοχώρο μου..!

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s