Feeds:
Posts
Comments

Λίγο οι υποχρεώσεις, λίγο το σύστημα με κατάφεραν τελικά να με κρατήσουν μακριά από πράγματα που μου προσφέρουν ευχαρίστηση!

Οι σκέψεις μπαινόβγαιναν συνέχεια στο μυαλό μου, ήθελα να γράψω, να εκφραστώ βρε παιδί μου, να μοιραστώ αυτό που σκέφτομαι μαζί σας, να διαβάσω επίσης και τις δικές σας σκέψεις, αλλά με το ζόρι κάθε φορά κάτι με απομάκρυνε από τον υπολογιστή.

Γι’αυτό δηλώνω την αδυναμία μου για λίγες ακόμα μέρες να συμμετέχω στο μπλογκ το δικό σας και το δικό μου μέχρι νεωτέρας!

Και κάτι που υποσχέθηκα στον εαυτό μου είναι πρώτα να ασχοληθώ με τις σκέψεις τις δικές σας και ύστερα έχουμε καιρό και για μένα.

Και όχι τίποτα άλλο αλλά, χάνω περισσότερα πράγματα όταν σκέφτομαι μόνο εγώ για μένα και κερδίζω περισσότερα πράγματα όταν διαβάζω εσάς για όλους εμάς.

Εις στο επανιδείν λίαν συντόμως!

25η Μαρτίου 2012. Η τραγελαφικότητα μιας καταπιεστικής κρατικοκρατούμενης παράδοσης σε πανελλήνια παράσταση. Η έλευση της δημοκρατίας στη χώρα δεν έφερε τα επιθυμητά αποτελέσματα μιας και παρατηρούμε πως επανέρχεται στην αφετηρία. Μέχρι τώρα είχαμε συνηθίσει την κρατική διαφθορά, την αστυνομική εξουσιαστική και ισχυροφοβούμενη βία, την καταπάτηση των δικαιωμάτων, την υποβάθμιση του ιδιωτικού και δημόσιου βίου. Κι όμως όταν οι εντάσεις και οι συγκρούσεις πολιτών με όργανα του κράτους βρίσκονταν σε συναγερμό, όλοι κλεινόμασταν σπίτι παρακολουθώντας τις ειδήσεις, λέγοντας πως θα περάσει και αυτό, είναι μια μειοψηφία, μια ομάδα τραμπούκων ή ένα πραγματικό μέρος της κοινωνίας που δεν έχει απλά τη δύναμη να υπερνικήσει το κρατικό σύστημα.

Ήρθε η ώρα όμως που οι αναμενόμενες κοινωνικές εκρήξεις σε κρίσιμες πολιτικές αποφάσεις, έδωσαν τη θέση τους στις απρόσμενες ξαφνικές αναταραχές, προκαλώντας στο πολιτικό σύστημα αμηχανία και αναποφασιστικότητα στα μέτρα που έπρεπε να λάβουν. Η κρίση έβγαλε τον κόσμο στο δρόμο. Όχι όμως όλο. Ο δρόμος είναι μακρύς ακόμα. Δυστυχώς όσο λιγοστεύουν οι ανάγκες μας, τόσο πιο εύκολα ο κόσμος θα αυξάνεται σε συγκεντρώσεις. Είναι η ιδιοτροπία μας τέτοια. Οι ταραχές λοιπόν αυτές έτυχε να πέσουν πάνω στην εθνική επέτειο της επανάστασης του 1821 και κυρίως…ενόψει εκλογών. Μία ακόμα αθηναϊκή ατμόσφαιρα με χημικά θα έδινε τα πράσινο φως για σκληρή κριτική των ξένων μέσων ενημέρωσης με στόχο τα μέτρα λιτότητας, την αδυναμία της χώρας για διατήρηση της τάξης, πολιτικής σταθερότητας κλπ. Τότε ήταν που το ελληνικό κράτος αποφάσισε να στραφεί σε παλαιότερες τακτικές. 7000 αστυνομικοί ήταν το πείραμα για την ολοκληρωτική-καθεστωτική δημοκρατία που βιώσαμε χθες. Στόχος ήταν πλέον όλοι. Κάθε πολίτης που κουβαλούσε μια τσάντα, ένα χαρτοφύλακα ή κάποιος που δεν ‘γέμιζε το μάτι’ των αστυνομικών.

Το ελληνικό κράτος αποφάσισε να καταπιέσει το εθνικό φρόνημα των Ελλήνων επιβάλλοντας σκληρά αστυνομικά μέτρα που έδωσαν στη μέρα έναν άλλο χαρακτήρα. Η παρέλαση της 25ης Μαρτίου κατέληξε χθες. Η επίδειξη δύναμης ήταν απαραίτητη για τη συμμόρφωση όλων των κοινωνικών στρωμάτων που ζητούν το αυτονόητο: δημοκρατία. Είχαν ανάγκη οι Έλληνες χθες να τηρήσουν αυτό που ένιωθαν. Κάποιοι σε μεγαλύτερο, κάποιο σε μικρότερο βαθμό. Ποια Ελλάδα όμως να τιμήσουν; Την Ελλάδα της αστυνομοκρατούμενης παρέλασης; Της παρέλασης ως πράξης; Την Ελλάδα ενός παρελθοντικού ιδεολογικού πατριωτισμού; Την ξενοφοβική Ελλάδα; Την Ελλάδα των περασμένων μεγαλείων; Τους Έλληνες των ηρώων του 1821; Ξέρετε για πόσα χρόνια μιλάμε πίσω; Περίπου 200! Και να σκεφτείτε πως κάποιοι ελπίζουν ακόμα στην ανάκτηση της Κωσταντινούπολης. Έτσι δεν έλεγε ο γέρων Παΐσιος;  Ή τελικά πρέπει να σκεφτούμε καλύτερα την Ελλάδα του Σεφέρη, του Ελύτη, του Καζαντζάκη, του Σπανουδάκη, του Κακλαμανάκη, της Πατουλίδου, του Θεοδωράκη, του Χατζηδάκη, και τόσων άλλων σύγχρονων που ενέπνευσαν μέσα από τη λογοτεχνία, τη μουσική, τον αθλητισμό και τη σύγχρονη ιστορία τον πολιτισμό μας; Εκεί έγκειται νομίζω το λάθος μας.

Η ηρωποίηση ανθρώπων σε υπερανθρώπους κατάφερε να οξύνει το ελληνικό αίσθημα μετατρέποντάς το σε ιμπεριαλιστικό και απατηλά υπερδύναμο. Η προσωποποίηση της ιστορίας βέβαια αποτελούσε πολλές φορές πρότυπο για τον κόσμο. Συμφωνώ. Σ’ αυτό που διαφωνώ δεν είναι στα πρότυπα αλλά στην ταύτιση προσώπων με λέξεις όπως, ήρωας, γενναίος, θεός, με ρήματα όπως κατατροπώνω, σφάζω, σαρώνω,αφανίζω. Το λάθος είναι πως με το να αποδίδουμε σε πρόσωπα λέξεις όπως αυτές, απαλλάσσουμε τους εαυτούς μας από τη δύναμη και την αποφασιστικότητα για αλλαγή των παρόντων συνθηκών. Μένουμε στα λόγια αποδίδοντας κάθε χρόνο τιμές σε ανθρώπους που συνηθίσαμε να τιμάμε, χωρίς ωστόσο να μπορούμε να δημιουργήσουμε παρόμοια φιλοσοφία και για το σήμερα.Τέτοιες τιμές τις θεωρώ περιττές. Τιμές που δεν έχουν πρακτικά αντίκρισμα στο σήμερα. Που οξύνουν το μίσος και διχάζουν λαούς.Γνωρίζουμε πολύ καλά πως η παρέλαση είναι ένα ζήτημα που ποτέ δεν βοήθησε τη νέα γενιά να σκεφτεί, να κατανοήσει, να παραδειγματιστεί. Το αστυνομοκρατούμενο καθεστώς που επιβάλει την παρέλαση άνευ πολιτών επιβλήθηκε για να τιμήσει -ποιος- ο διεφθαρμένος, ο πατριωτικάριος πολιτικός που με τη δύναμη, το χρήμα και την εξουσία, τον συμφέρει να μας υπενθυμίζει τι έγινε τότε με τους ”ξένους” και όχι τι γίνεται σήμερα με ”τους αντιπροσώπους της ελληνικής δημοκρατίας”..

 

Επιστροφή από το Επέκεινα. Τελευταία σελίδα. Εγώ.

 

Στο βάθος της ζωής μου ζητάω μία συνεχής και επαναλαμβανόμενη επιβεβαίωση των πράξεων μου. Αναζητώ εκείνους που με έκαναν να αγαπήσω και να αγαπηθώ. Εκείνους που τους έκανα κακό έτσι ώστε να μπορέσω να το επαναλάβω.. Να επαναλάβω το λάθος έτσι ώστε να γνωρίσω την ιδέα του λάθους μέσα από την πράξη και όχι από την σκέψη. Να αγαπήσω ξανά τις ανοησίες μου και όσους θεώρησα και χαρακτήρισα ανάξιους και χειρότερους από μένα. Να κερδίσω ξανά όσα η ζωή μου χάρισε και όσα μου πήρε. Γιατί αυτά που μου πήρε είναι περισσότερα και δεν ζητάω ούτε αντάλλαγμα, ούτε χρωστάω και συγνώμη. Θέλω μόνο να δω.. Να ψάξω και να δω τα ίδια πράγματα και να χαμογελάσω με όσα αισχρά έκανα και όσα καλά μπόρεσα να προσφέρω. Γιατί με μία δεύτερη ματιά κερδίζεις από κάτι μικρό και ασήμαντο, πολλά και μεγαλειώδη πράγματα. Πράγματα… Πόση γενική και αόριστη λέξη μέσα στο χάος των πράξεών μας… Αναζήτησα και δεν βρήκα τίποτα.. Ξεγελάστηκα.. Μου λείπει η επανάληψη, μου λείπει μία σκιαγραφημένη περίληψη της ζωής μου και των ανθρώπων που συμπεριέλαβα μέσα σ’ αυτή. Μία πλάνη ήταν.. Σαν μία τελευταία απραγματοποίητη ευχή ενός μελλοθάνατου που ετοιμάζεται επιτέλους να εκτίσει το χρέος του…

Αναρωτιέμαι επίσης αν στη δυστυχία του ενός χωράνε αγωνίες μεταφρασμένες σε μία οικουμενική και δεοντολογικά αποδεκτή ευτυχία των πολλών. Εάν δηλαδή σε μια διάσταση μπορώ να είμαι χαρούμενος και σε μία άλλη απόλυτα δυστυχισμένος. Η ζωή με έπιασε απ’ το χέρι και μου δίδαξε πως οι κακουχίες της ζωής με οδηγούν σε θετικά αποτελέσματα. Έτσι και τώρα… Επιστρέφω από μία επίκληση προς το σύμπαν και το θεό, αναζητώντας πραγματικά τα θέλω της ψυχής μου και ένα θέλω στο οποίο γυρεύω απαντήσεις και στοιχεία χειροπιαστά… Όλα ξεκινούν απ’ τον ορισμό της ευτυχίας… Πολλά πράγματα ήθελα στη ζωή μου και προσπάθησα να τα καταφέρω αλλά απέτυχα. Ο λόγος ήταν διότι αναζητούσα πάντα κάτι καλό. Κάτι το οποίο θα μου προσέφερε χαρά, δημιουργία, ζωντάνια και ικανοποίηση. Κι όμως η αναζήτηση μιας τέτοιας αλήθειας οδηγεί σε μια διαφορετική έκβαση από αυτή που θεωρούσα ως φυσική και αυτονόητη… Η φυσική αλήθεια κατάλαβα πως έρχεται σε σύγκρουση με τακτά φυσικά γεγονότα. Η φύση των γεγονότων αυτών πηγάζει απ’ την κίνηση και την πορεία που παίρνουν οι πράξεις μας, απ’ το βαθμό που τις υποστηρίζουμε, καθώς και από την διάρκεια που επιθυμούμε να τους δώσουμε. Άρα εκδηλώνοντας τον εσωτερικό μας κόσμο, απευθείας το σύνολο των καταστάσεων αυτών παίρνει την μορφή πράξης, η οποία πράξη καταγράφεται στην ιστορία του σύμπαντος ως ένα γεγονός. Γεγονός φυσικό, αφού οι πράξεις του –παράλογες ή μη- είναι αποδεκτές από το σύνολο του κόσμου άρα φυσικές. Όλη λοιπόν αυτή η θεωρία έρχεται σε σύγκρουση με την φυσική αλήθεια, μιας και η συγκεκριμένη θεωρείται υποκειμενική και μπορεί να πάρει την μορφή αφήγησης όπως ο καθένας μας ορίζει. Φυσική μεν, -αφού περιγράφονται πράξεις ανθρώπινες- όχι πάντα όμως αληθινή καθώς η αλήθεια η δική μου μπορεί να διαφέρει σε σχέση με την αλήθεια του άλλου, να υπάρξει διαφωνία, σύγκρουση κλπ. Το πρόβλημα το δικό μου ωστόσο έχει να κάνει με την απαρχή της ιδέας αυτής με την βάση δηλαδή της πυραμίδας. Για παράδειγμα αν μία συζήτηση δύο ανθρώπων αναφέρεται στην διαπίστωση μίας αλήθειας η οποία δεν καταλήγει σε μία κοινή αποδοχή και οδηγηθούν αυτοί οι δύο σε διαφωνία και σε ρήξη, κάτι τέτοιο θεωρείται ως ένα μικρό κομμάτι της πυραμίδας και ουσιαστικά αδιάφορο. Εγώ επικεντρώνομαι στην αληθειακότητα της αλήθειας ως πρωταρχικής και αυθεντικής ιδέας ώστε να μπορέσω στο τέλος να φτάσω σε ένα σημείο να μπορώ να υποστηρίζω τον ορισμό αυτό με μακροχρόνιες πράξεις στη ζωή μου που θα με κάνουν καλύτερο και όχι στάσιμο ή  αδιάφορο της γνώσης.

Ώρες ώρες απογοητεύομαι και σκέφτομαι παραδείγματα που επιβεβαιώνουν τη θεωρία αυτή… Μέχρι να φύγει η αγνότητα από πάνω μου κατάφερα να ζω αξιοπρεπώς, να ακολουθώ ρόλους και συμπεριφορές που θα με έκαναν αρεστό στον υπόλοιπο κόσμο, δίνοντας μου το δικαίωμα να μπορώ να συμμετέχω σε άτυπες συνεστιάσεις, σε βαρετές εκδηλώσεις και σε γνωριμίες τόσο ανθρώπινες που με έφτασαν σε ένα σημείο να νομίζω ότι μιλάω τη γλώσσα των ζώων. Κατάφερα να πλησιάσω το άλλο φύλο σύμφωνα πάντα με τους κανόνες που –φαντάζομαι πως- κάποιος από εκεί πάνω θα τους είχε θεσπίσει γράφοντας τους σίγουρα σε μια λερωμένη χαρτοπετσέτα γεμάτη σάλια και υπολείμματα κακών ρόλων και συμπεριφορών… Ζούσα μία αμιγώς ελεύθερη ζωή σύμφωνα με τους δικούς τους κανόνες. Ασκούσα ελεύθερα τα δικαιώματά μου αφού με στιγμάτισαν με τους αδίστακτους ρόλους που μοίραζαν καθημερινά σε πολλαπλές οντισιόν ενός κοινωνικού κουκλοθέατρου. Δούλευα υπό την καθοδήγηση και την αυστηρά ελεγχόμενη χειραγώγηση ανθρώπων με μυαλό ανθρώπινου ζώου. Κι όμως όλα αυτά αποτελούν ένα  εξειδικευμένο παράδειγμα φυσικής αλήθειας και όχι φυσικού γεγονότος… Ο λόγος; Φτάνει τα όρια της υπερβολής μιας υπεραπλουστευμένης αιτιολογίας… Ο λόγος αυτού του συμπεράσματος είναι διότι την δική μου ελευθερία στον εξωτερικό κόσμο δεν την έχω ορίσει έτσι… Η πραγμάτωση των φυσικών μου γεγονότων αποτελούν την επιβεβαίωση της δικής μου φυσικής αλήθειας. Κι αυτό ισχύει γιατί δεν αμφέβαλα ποτέ για τις πράξεις που αποφάσισα ή για τις πράξεις που αποφάσισα εγώ για άλλους ή ένα αγνοία μου. Πάντα ακολουθούσα πιστά, με το σίγουρο βήμα που απόρρεε απ’ την ιδεολογία μου, το δρόμο που θα με οδηγούσε στην ικανοποίηση και την προσωπική αυθεντική στάση της αλήθειας του κόσμου όπως τον βλέπω εγώ…

 
Άραγε έρχεται ένα τέλος που δηλώνει την μετάβαση της ψυχής στο Επέκεινα; Δηλώνει την εθελούσια επιστροφή της; Σκουπίζω τα μάτια μου και ευεπλπιστώ σε ένα αισιόδοξο πεπρωμένο που με κάνει να ελπίζω. Παλιά χαρτιά με σκέψεις είχαν παραμείνει στο ράφι για χρόνια, κι όμως στα δύο πρώτα μέρη είχα βάλει κι όλας φωτιά. Ξόρκιζα τους μαύρους ιδεατούς συλλογισμούς, αναμένοντας από το Είναι μου μία ένδειξη ανιχνευτικής τακτικής που θα προωθούσε τις σκέψεις μου σ’ αυτό το παρόν. Χωρίς να το καταλάβω ο διάλογος τελειώνει, δηλαδή ολοκληρώνεται, με ένα τέλος που του λείπει μια σελίδα… Κάτω από το βλέμμα της Μοίρας το σύμπαν επιδιώκει να δώσει φως μέχρι και στο τελευταίο μου κύταρρο, με μια σελίδα όμως που ακόμα λείπει.. Ναι, δεν είναι αυτή.. Καρδιοχτυπώ και περιμένω να την ανακαλύψω.. Ας μην είναι η συνέχεια μιας συζήτησης που οδηγεί σε σκοτεινές εσωτερικές αναταραχές του παρελθόντος.. Ας είναι μία Κάθαρση της ψυχής μου…
 
 
- Θα απομακρυνθώ απ’ τις σκέψεις και τις ιδέες που έχεις για μένα, δεν υπάρχει εξέλιξη σε μια προσπάθεια στήριξης η οποία από αναμενόμενη κατάντησε να θεωρείται θεία δίκη. Το μόνο που βλέπω γύρω μου είναι άσπρες σημαίες που κυματίζουν ζητώντας από μένα τον ίδιο να τις αρπάξω μία προς μία και να τις αλλάξω ιδιότητα. Από απλές σημαίες θα μεταλλαχτούν σε ισχυρά σύμβολα της επανάστασης, σαν λάβαρα που θα με συντροφεύουν στον κακοτράχαλο και σκληρό δρόμο του Γολγοθά που είμαι διατεθειμένος να τραβήξω. Ο διάβολος αναρωτιέται με τα πρωτοφανή συμπεράσματά σου καθώς ο πόνος και η θλίψη που νιώθω απορρέουν από θεϊκή παρέμβαση αλλά ο τρόπος διαχείρισης των παθών αυτών είναι εξ ολοκλήρου ευθύνη ανθρώπινη. Μάθε πως το καλό και το κακό μπορούν να χαρακτηριστούν και ως συνέπειες ενός καλού ή ενός κακού. Η λέξη και πράξη του κακού πηγάζει από ένα καλό ή από ένα κακό. Είναι μία αλυσίδα καταστάσεων και συμπεριφορών που ορίζουν πράξεις ανθρώπινες και που συνεχώς το μήκος της αλυσίδας αυξάνεται με άπειρη και ατελής απόδειξη. Οι δικές σου ενδείξεις δεν είναι αληθινές συνάνθρωπέ μου. Ο θάνατος ο δικός μου είναι απόδειξη της ίδιας μου της ζωής. Ζώντας και συνειδητοποιώντας την ύπαρξη της ζωής μου, είναι αναπόφευκτη η πορεία προς το θάνατο. Δεν γεννήθηκα με τη δική μου θέληση. Δεν μεγάλωνα, δεν σκεφτόμουνα, δεν ένιωθα με δική μου απαίτηση. Η υλική μου υπόσταση έκανε πράξεις τις ιδεατές αυτές πρακτικές. Ανήκω σ’ αυτόν τον κόσμο και μπορώ να οδηγήσω τον εαυτό μου, να πορευτώ όπως εγώ ακριβώς θέλω. Απαγόρευση, υποχρέωση, και ολόκληρη η έννοια της συμπεριφοράς μπορεί να ερμηνευθεί μόνο σε γενικά πλαίσια και όχι σε ειδικά. Δεν έχεις δηλαδή το δικαίωμα να με υποχρεώσεις  να πραγματώσω μια ιδέα, ένα σκοπό. Μπορείς να με συμβουλεύσεις με έναν αρνητικό ορισμό που θα έχει καταφατική μορφή. Πρακτικές συμπεριφορές ισχύουν μόνο σε ατομικό και εσωστρεφές επίπεδο και όχι μεταδοτικά από άνθρωπο σε άνθρωπο.
         
Μου έδωσες με τα δικά σου κατηγορώ μία αίσθηση επιθανάτιας αισιοδοξίας. Πως ακόμα και τώρα που ξεψυχώ υπάρχουν άνθρωποι που διαφωνούν με την ελευθερία των ιδεών και της γενικής, καθολικής ύπαρξης των πάντων. Ας χαρούμε που ο κόσμος δεν είναι ο ίδιος. Το καλό και το κακό συμφώνησαν στο να διαφωνούν. Ας διαφωνήσουμε λοιπόν… Οι δύο αυτές αλήθειες θα συνεχίσουν να υπάρχουν ακόμα και αν ένας μπασταρδεμένος διάβολος δεν είναι τριγύρω να μας παρακολουθεί…

                                          ΄΄  I did not wanted to live my life….

                                                nor did i even wanted to live for my death…

                                               strong it is indeed…life…

                                               strange to born for death…

                                                Let’s play dead before we die…΄΄

 
Είναι που όλα ήρθαν αργά στα χέρια μου… Ένας υποψήφιος μπάσταρδος ασπάζεται την ιδέα του θανάτου, κι εγώ, κρατώντας το σταχωμένο μου καλαντάρι, εισπνέω τις παλιές μου σκέψεις και τις διαχέω σε συνειδητό και ασυνείδητο. Προσπαθώ να θυμηθώ τους λόγους που οδήγησαν τις αισθήσεις μου στην αποτύπωση μιας ξεχασμένης τραγικότητας που κρύβει αλήθειες και ακαταλαβίστικες προβολές του είναι μου. Κι όμως η απάντηση στο διάλογο βλέπω ότι έρχεται με σφοδρότητα και χυμαρώδης θρασύτητα. Το ασυνείδητο δημιουργεί τον αποδέκτη και το συνειδητό προσπαθεί ακόμα να καταλάβει… 

-Ðεν δέχομαι καμία δικαιολογία σε όσα σκοπεύεις αυτή τη στιγμή να μυθοποιήσεις… Αυτό που ξέρω είναι πως ένας άνθρωπος έχει τη δύναμη να στέκεται πάντα στα πόδια του. Ο Θεός που πιάνεις στο στόμα σου πρέπει να γνωρίζεις πως είναι φιλεύσπλαχνος και ο πιο αυστηρός δίκαιος κριτής των πάντων. Δεν βλέπω λοιπόν το λόγο να μην υπάρχουν και άγγελοι – καθίκια. Το καλό και το κακό είναι η μόνη ολοκληρωμένη αλήθεια η οποία δεν χωράει οποιαδήποτε αμφιβολία. Στις υπαρξιακές μας αναζητήσεις η πρώτη διαπίστωση που κάνουμε είναι αυτή… Αλλά δεν είχες μάλλον το θάρρος να σώσεις τον ίδιο σου τον εαυτό… Δεν προσπάθησες καν. Εάν είχες αυτή τη στιγμή μία ικανότητα καθαγιασμένη και θεόσταλτη για να διορθώσεις βιωματικές συλλογικές καταστάσεις, δεν θα είχες τα κότσια ενώπιον του Θεού να παραδεχτείς κανένα λάθος που κόστισε πολλά, σε πολλές ζωές που έμειναν να κοιτάνε με κόκκινα τα μάτια τη ζωή τους να αλλάζει από τον εγωισμό και την αδιαλλαξία κάποιου… Ζήσε όπως θέλεις, άλλωστε γι’ αυτό ο Θεός μας έφερε στη γη. Έκανε ένα δώρο σε μας τους ίδιους. Οι ψυχές μας ζητούσαν μία υλική υπόσταση μέσα στην οποία θα βρίσκονταν εγκλωβισμένες και ένα περιβάλλον που θα τις έβαζε να σηκώσουν το σταυρό που αργότερα σήκωσε στις πλάτες του για όλους εμάς ο δικός μας Χριστός… Ναι, πιστεύω όσο κι αν σου φαίνεται περίεργο. Γιατί όταν ζεις τη μία κόλαση μετά την άλλη, αρχίζεις να θεωρείς πως σκοπός της δικής μου ζωής δεν είναι να κουβαλάω συνεχώς όλα τα δεινά του κόσμου… Απαιτούσα και απαιτώ να έχω το δικαίωμα να ζω με βάση τα δικά μου λάθη και οι συνέπειες να σκεπάσουν με σκοτάδι τη δική μου ζωή… Όταν φτάνεις λοιπόν στο σημείο να επικαλείσαι το θάνατο σημαίνει πως τον καλείς με το θρήνο και τον σπαραγμό που εκείνος θέλει να ακούσει… Μόλις είπες το συνθηματικό του… Και εκείνος έρχεται να εκπληρώσει την επιθυμία σου… Μέσα στην άρνηση αγαπητέ μου ανακάλυψες τι πραγματικά θέλεις…Κράτα το αυτό που σου λέω.
 
Μόλις αρνήθηκες τη ζωή σου. Δεν μετάνιωσες για ότι κι αν έκανες. Όχι βέβαια…  Απλά αποζητάς να ζήσεις ξανά ακόμα και αν ο διάβολος είναι ο μέντορας σου. Απαξιώνεις καθετί που ο Θεός σου έδωσε. Δηλαδή μου λες ότι αρνείσαι την υλική σου υπόσταση; Πόσο σκληρή και αμετάκλητη γεννήθηκε άραγε η ψυχή σου; Πόση δύναμη νομίζεις ότι έχεις χαρακτηρίζοντας τον εαυτό σου ένα μπάσταρδο υπηρέτη του διαβόλου;  Τόσο εύκολα νομίζεις ότι μπορείς να εκμεταλλευτείς το καλό που ο ίδιος ο Θεός μας δώρισε απλόχερα;  Γι’ αυτό υπάρχει και το κακό… Διαλέγεις το δρόμο που θέλεις και πορεύεσαι… Εσύ αρνήθηκες και το καλό… Και φαίνεται ξεκάθαρα. Εκμεταλλεύτηκες την γενναιοδωρία του Θεού και μοιρολογείσαι για το επόμενο βήμα που έρχεται στη ζωή σου. Ο θάνατος… Και όμως η άρνηση και το παρακάλι σου θυμίζουν ανθρώπους που δεν θέλουν να καταλάβουν την υποχρέωση που έχουν απέναντι στη ζωή.. Λειτουργώντας λοιπόν έτσι αρνείσαι την έννοια του θανάτου…Ξέρεις , ο θάνατος ήταν απόφαση του Θεού… Που ο ίδιος ο διάβολος αποδέχτηκε… Ούτε να κάνεις κακό  στον εαυτό σου δεν θες.. Το μόνο που κάνεις είναι να μοιράζεις προσκλήσεις στα μπάσταρδα… Ξέρεις κάτι; Ο Θεός δεν αδικεί κανέναν… Εκείνους που απαξιώνουν την ιδέα και την αξία της ζωής, εκείνους  τιμωρεί στο τέλος… Έχασα τόσα στη ζωή μου… Δεν νιώθω αδικημένος όμως. Όχι… Νομίζω πως στο τέλος ο Θεός δεν θα με αδικήσει… Και ας έρθει η δική μου η ώρα αυτή τη στιγμή. Ας ξεγελάσω λοιπόν τις επιθυμίες σου.. Και ας αναλάβει το βάρος των ευθυνών ένας άνθρωπος που αυτή τη στιγμή θα μπορούσε να είναι ευτυχισμένος.. Ας γίνω για μια φορά εγώ το μπάσταρδο που θα εκπληρώσει τις ανάγκες σου..
 
 
Γιατί ξέρεις… Νιώθω  ευλογημένος απ’ το Θεό… Επίσης αισθάνομαι απαλλαγμένος από τη ποινή του διαβόλου που εσύ ο ίδιος αποζητάς… Έτσι νιώθω, ένας άνθρωπος- σώμα και ψυχή-  χωρίς υπαρξιακές υποχρεώσεις… Θα αναλάβω την ευθύνη να μην σε δεχτεί ούτε ο ίδιος ο διάβολος στο τάγμα του… Και δεν χρειάζεται να του εξηγήσω… Είμαι σίγουρος πως κατάλαβε ότι αποπειράθηκες να τον κοροϊδέψεις… Να τον υπηρετείς μόνο και μόνο επειδή αρνείσαι  αυτό που  Θεός και διάβολος σου έδωσαν… Το δικαίωμα αλλά και την υποχρέωση της επιλογής…Έτσι σκέφτομαι εγώ να είμαι η τελική σου επιθυμία.. Μην σαστίζεις διαβάζοντάς το αυτό…Ναι καλά κατάλαβες…Δεν θα ανήκεις ούτε στο καλό, ούτε στο κακό…Θεός και διάβολος βρίσκονται σε συμφωνία τώρα… Θα θεωρείσαι μία χαώδης, σκοτεινή οντότητα που θα συναντήσει μπροστά της δύο μεγάλες κλειστές θύρες.. Και θα αναγκαστεί να ζει σε ένα κενό που θα παρακαλεί συνεχώς για συγχώρεση…Ναι εγώ θα είμαι αυτός που θα σου αφαιρέσει τη ζωή… Μόνο έτσι θα σιγουρευτώ ότι και οι δύο μεγαλόπρεπες θύρες θα είναι για μένα ανοιχτές. Και τότε θα έχω το δικαίωμα της επιλογής και για τις δύο μεγάλες αλήθειες. Του καλού και του κακού…Ας γίνω λοιπόν εγώ ο ένας και μοναδικός μπάσταρδός σου…
Σκισμένα χαρτιά, φαντασία που οργιάζει, ο φόβος του θανάτου και η θεία δίκη μιας νεότερης, πιο φρέσκιας καταθλιπτικής ηλικίας που με οδήγησε στην εύρεση σκέψεων, αποτυπωμένων σε σελίδες χρόνων που δεν συνάδουν με την επιφανειακή μου φύση. Σκέψεις που απροσδιόριστα βρέθηκαν μαζί για μια στιγμή, δημιουργώντας ένα εσωτερικό διάλογο, χωρισμένο σε 3 μέρη. Η εύρεση των μολυβιασμένων προτάσεων σκέφτηκα να πάρουν σάρκα και οστά σε ένα κόσμο που υπερβαίνει την πραγματικότητα της ύπαρξής μου. Σκέψεις που κινδυνεύουν να φτάσουν τα όρια της γελοιότητας. Κι όμως υπήρξαν, γι’ αυτό και τις καταθέτω.

¥πάρχει, ζει και αναπνέει ο διάβολος μέσα μου…Μου γελάει….Έχει εγκατασταθεί πλέον μόνιμα δίπλα στην καρδιά μου…Έχει λίγο χώρο…Μου το έχουν πει, αλήθεια….Δεν…Δεν ξέρω αν χτυπάει συνέχεια…Δεν γνωρίζω αν φοβάται και σταματάει μόνη της καμιά φορά…Με γαργαλάει βασανιστικά ο διάβολος. Ένα άγγιγμα του μού κόβει την ανάσα.. Νιώθω ότι κάθεται και την κοιτάει. Σα να βρίσκεται στο χέρι του η ζωή μου. Ανά πάσα στιγμή θα δώσει την εντολή. Ξέρεις σε ποιούς.. Στους μπάσταρδους τους αγγέλους του. Στους πουλημένους που ο ίδιος ο Θεός δεν εμπιστεύτηκε. Και τους έδιωξε…΄΄ Δεν είστε άξιοι να θεωρείστε ικανοί να με υπηρετήσετε. Φύγετε δεν σας θέλω. ΄΄ Ναι, έτσι τους είπε, αλήθεια… Σαν ένας στυγνός, αμείλικτος διευθυντής, σαν κάποιος εργοδότης. Δίνει την διαταγή του και δεν περιμένει απάντηση. Αυτό που θα πει, αυτό είναι τέλος… Δεν τον ενδιαφέρει αν ξεκληριστούν οικογένειες… Δεν τον ενδιαφέρει αν έχει υποσχεθεί ο δυστυχής εργαζόμενος στο παιδί του να το πάει στο λούνα παρκ μόλις πληρωθεί σύντομα…Κι αυτό γιατί θα πάρει τον μισθό έξι μηνών.. Που του χρωστάνε… Και με τη σειρά του κι αυτός χρωστάει αυτούς τους έξι μήνες.. Κι ας του μείνουν δυο δεκάρες. Το παιδί του θα το πάει στο λούνα παρκ…

Πού είχα μείνει; Α.. Ναι.. Στους μπάσταρδους.. Δεν τους λέω μπάσταρδους επειδή τους κατηγορώ για κάτι. Όχι… Ο ίδιος ο Θεός τους αρνήθηκε… Δεν είναι λοιπόν παιδιά κανενός Θεού.. Είναι μπάσταρδα… Εκείνα είναι που θα υπακούσουν στο διάβολο που έχω μέσα μου. Και νιώθω πως από στιγμή σε στιγμή θα πάνε να μου σβήσουν το καντήλι μου.. Μία μικρή φλόγα που μου κρατάει την καρδιά σε κίνηση και τα πνευμόνια μου ενεργά. Με λίγο σάλιο στο σάπιο δάχτυλο ενός μπάσταρδου.. Μπορεί να με σβήσει. Την ίδια στιγμή η καρδιά μου θα σταματήσει. Θα παγώσει… Θα προσπαθεί, όσο παράξενο και αν ακούγεται…Ναι, θα προσπαθεί να πάρει κι εκείνη αέρα.. Μακάρι να μπορούσε να φτάσει στα πνευμόνια μου.. Που και εκείνα αγκομαχούν.. Να νιώσει λίγο οξυγόνο. Μία εκπνοή είναι αρκετή για να μπορέσει η καρδιά να τονωθεί λίγο.. Αλλά ο καταραμένος ο διάβολος που ζει μέσα στα σωθικά μου τα ελέγχει όλα…Δεν πρόκειται να την αφήσει την καρδιά μου ελεύθερη. Μόλις εκείνη αργοσβήνει, θα την κρατήσει κοντά του. Θα παλέψει, ναι! Δεν θα το βάλει κάτω… Όλα τα όργανα σε εκείνη πλέον στηρίζονται. Αλλά ο διάβολος την σφίγγει τόσο πολύ….Ίσα που κουνιέται… Αν ήταν άνθρωπος δάκρυα φόβου και λύπης θα είχαν ήδη κυλήσει… Αλλά δεν μπορεί να ξεφύγει…

Στο επόμενο λεπτό η καρδιά δεν κινείται πια… Μέχρι και το τελευταίο δευτερόλεπτο φαίνεται να κοιτάει απελπισμένα τους πνεύμονες. Που μαζί μ’ αυτήν ξεψυχάνε κι εκείνοι…Συγνώμη τους λέει.. Και βρίσκονται τόσο κοντά… Όσο το σώμα μου θα πεθαίνει, τόσο θα χτυπιούνται οι πνεύμονες ζητώντας αέρα να ζήσουν. Αρχίζουν να πιστεύουν ότι θα ζήσουν και χωρίς την καρδιά. Εκείνη έχει μείνει πλέον να τους κοιτάει…Φαίνεται παραδομένη στα σιχαμένα, μαύρα χέρια του διαβόλου…Εισπνοή, εκπνοή…Η καρδιά μέχρι και την τελευταία στιγμή, προσπαθεί να αναπνεύσει όσο περισσότερο χτυπιούνται σαν ετοιμοθάνατα ζώα οι πνεύμονες. Αναγκάζονται όμως τώρα να αρνηθούν την είσοδο στο οξυγόνο.. Αρχίζουν να ελαττώνουν τον ρυθμό…Πάνω στην εισπνοή, μία απότομη κίνηση, τους απενεργοποιεί πλήρως… Και πεθαίνω. Παίρνοντας μαζί μου όλα όσα μου χάρισε ο Θεός και όσα από αυτά τα εκμεταλλεύτηκα και τον πρόδωσα… Και πού ξέρεις… Μπορεί στο τέλος να καταλήξω και εγώ ένας τελειωμένος μπάσταρδος…

-          Κατέβα

Έκλεισε απότομα το κινητό και περίμενε. Δεν ήξερε αν ήταν κοντά στο αυτοκίνητο, δεν έβλεπε. Λίγο η βροχή, λίγο οι υαλοκαθαριστήρες που την απομάκρυναν μάταια, δεν την βοηθούσε να καταλάβει. Για σιγουριά τον πήρε τηλέφωνο. Θέλησε ίσως να προετοιμάσει την ατμόσφαιρα της συζήτησης και τις διαθέσεις που θα τον καταπλάκωναν μόλις άνοιγε το στόμα της και αποφάσιζε να μετατρέψει την σκέψη σε λέξεις, τις λέξεις σε προτάσεις. Η βροχή έριχνε μικρές τσιμπιές στο παρμπρίζ του αυτοκινήτου χωρίς ωστόσο να καταφέρνει να το λυγίσει. Το μεγαθήριο μπροστά στην πιο ευρέως διαδεδομένη χημική ένωση του κόσμου. Ασύγκριτα μεγέθη. Όπως ασύγκριτη θα είναι και η επιχειρηματολογία της Στέλλας. Έχουν περάσει δύο λεπτά και ακόμα περιμένει. Είναι λίγο νευρική, κι αυτό έχει ως συνέπεια η αρχική νευρόσπαστη άνω-κάτω κίνηση του αριστερού της ποδιού να την οδηγήσει σε ένα εξωφρενικό χτύπημά του στο πατάκι του αυτοκινήτου. Τα αδυσώπητα χτυπήματα της στερούν μερικούς πόντους στο καλσόν. Δεν άκουγε όμως, ούτε είχε συναίσθηση των σπασμωδικών της κινήσεων. Ο ασταμάτητος ήχος της βροχής δεν την άφηνε να αφουγκραστεί την ένταση στο κορμί της. Χωρίς να σκεφτεί ότι κάτι δεν πάει καλά με την κινησιολογία της, ανοίγει την ταμπακιέρα και αρπάζει ένα τσιγάρο ξεσπώντας πάνω του. Ο κυρτός πλέον σωλήνας ανάβει και η στάχτη σκορπίζεται πάνω της, στο κάθισμα ανάμεσα στα πόδια της, στο χαλάκι, στο τιμόνι, παντού. Ο καπνός διαχέεται στον οργανισμό της αλλά η νικοτίνη δεν είναι σε θέση να βελτιώσει την σταδιακά αυξανόμενη ένταση του κορμιού της. Είναι εξάρτηση κυρίως ψυχολογική. Πριν προλάβει να αναρωτηθεί τον λόγο καθυστέρησής του, πετάει με αηδία το φίλτρο που μόλις είχε ρουφήξει. Ανασηκώνεται στο κάθισμα νιώθοντας τον ιδρώτα να ρέει στη μέση της με πορεία καθοδική. Κοιτάζεται στον καθρέφτη χωρίς να μπορεί να διακρίνει τους μαύρους κύκλους απ’ την χθεσινοβραδινή αγρυπνία. Κοιτάζει δεξιά, κοιτάζει αριστερά, δεν διακρίνει όμως καμία ανθρώπινη φιγούρα πέρα από αυτήν. Σα να ήθελε να νιώσει την παρηγοριά μιας παρουσίας σε απόσταση είκοσι μέτρων. Η βροχή, ο ήχος του χαμηλωμένου ραδιοφώνου και η ανάσα της διακόπτονται απότομα από τις αισθήσεις της. Ένας πόνος στο στομάχι την αναγκάζει να σφίξει την γροθιά της και να πιέσει το σημείο που αντιδρά με τρομακτική δύναμη. Σκύβει το κεφάλι, κλείνει δύο δευτερόλεπτα τα μάτια, ξορκίζοντας την αναπάντεχη ευαισθησία που την επισκέφτηκε μέσα στα μαύρα μεσάνυχτα. Ο πόνος απομακρύνεται, σηκώνει ξανά το κεφάλι, ενώ το πόδι συνεχίζει να βρίσκεται πρώτο στην παλμικό ρυθμό του οργανισμού της. Τα μαλλιά της δεν κατάφεραν να αποφύγουν τη ροή της βροχής όταν λίγη ώρα πριν ξεκίνησε να υγραίνει καθετί στο πέρασμά του. Εκείνη τα αγγίζει, τα φέρνει μπροστά στους ώμους, σκαρφίζοντας μία απατηλή αίσθηση ζεστασιάς και τρυφερότητας. Δαγκώνει τα χείλη της σκεφτόμενη την αργοπορία που την αναγκάζει να παρατείνει το χρονικό της ξέσπασμα. Ήδη η ενέργεια που ένιωθε όταν δημιούργησε τον υστερόχρονο συλλογισμό της, την οδηγεί με μαθηματική ακρίβεια σε συναισθηματική φθορά. Ξαφνικά το βλέμμα της εστιάζει μεταξύ της κολώνας της ΔΕΗ και του σκουπιδοτενεκέ. Ανάμεσά τους διακρίνει μία σκοτεινή, θολή φιγούρα που κατευθυνόταν προς το αυτοκίνητό της. Επιτέλους είχε έρθει. Το πόδι σταματάει, η ταμπακιέρα ανοίγει ξανά, τα μαλλιά τραβιούνται πάλι πίσω και η στάχτη συνεχίζει μέσα σε λίγα λεπτά πάλι να συμπληρώνει τα κενά που δεν πρόλαβε να καλύψει στην προηγούμενη τζούρα. Η πόρτα ανοίγει και βεβιασμένα εισέρχεται ο Παύλος. Η ψυχρή ατμόσφαιρα του εσώκλειστου χώρου γίνεται ακόμα πιο κρύα με το άνοιγμα και το κλείσιμο μόνο μιας πόρτας. Ο Παύλος τινάσσει σαν το σκυλί το νερό απ’ τα μαλλιά του, τους δίνει ένα πρόχειρο χτένισμα με τα δάχτυλά του και στη συνέχεια κοιτάει χωρίς δεύτερη σκέψη στα μάτια τη Στέλλα. Εκείνη σείεται ολόκληρη πια, χωρίς να μπορεί να κρύψει την αναστάτωσή της. Σε μια στιγμή υπεροψίας και αμηχανίας γυρίζει εκείνη και τον κοιτάζει…

-          Έρχομαι.

Ο Παύλος κοιτάει απ’ το παράθυρο για να εντοπίσει το ακριβές σημείο που στάθμευσε ακριβώς η Στέλλα. Βλέπει ακριβώς κάτω από το σπίτι του ένα Ford Fiesta σκούρο μπλε να έχει σταματήσει, με τα αλάρμ να αναβοσβήνουν ρυθμικά. Κοιτάζεται στον ολόσωμο καθρέφτη, σκουπίζει τα μάτια του, ελέγχει μήπως είναι ακόμα κόκκινα και περιμένει να ξεθυμάνουν. Χωρίς να ξεχνάει τις καθημερινές του συνήθειες περιποιείται με τα δάκτυλα τα μαλλιά του, προσπαθώντας να επωμιστεί μια στιγμή ανάπαυλας και ψυχικής προετοιμασίας. ΄΄΄Κινητό, λεφτά, κλειδιά, τσιγάρα΄΄. Τα είχε όλα μαζί του ήταν έτοιμος να φύγει. Απενεργοποιεί τον υπολογιστή, και κατευθύνεται προς την έξοδο. Σταματάει όμως απότομα γιατί κάτι ένιωθε πως είχε ξεχάσει. Μα φυσικά… Επιστρέφει πίσω, ανοίγει το συρτάρι του γραφείου και χώνει απρόσεκτα στην τσέπη του ένα μικρό δώρο πιθανόν για εκείνη. Πάει μέχρι την κουζίνα, βάζει ένα ποτήρι νερό και πίνει ένα ντεπόν. Το κεφάλι του κόντευε να σπάσει εκείνη τη μέρα. Ένα βάρος στο στήθος δεν τον άφηνε να επαναφέρει την ισορροπία στο εσωτερικό του. Μία στιγμή ανασφάλειας ήταν αρκετή για να κοιταχτεί ξανά στον καθρέφτη και να βεβαιωθεί πως τα μάτια του δεν ήταν υγρά πλέον, παρόλο που πονούσαν λίγο. Κλειδώνει, κατεβαίνει κάτω και λίγο πριν ανοίξει την πόρτα της εξόδου κοντοστέκεται. Παίρνει μια βαθιά ανάσα, σκάει ένα ατυχές μάλλον χαμόγελο και συνεχίζει…

-          Ήθελα να στα πω από κοντά γιατί κόντεψα να σκάσω, μα το θεό.

Εκείνη αδιαφορώντας, του απάντησε βραχνιασμένα και χαμηλόφωνα.:

-          Πες μου, τι έγινε δηλαδή;

-          Ήταν λέει απασχολημένος συνέχεια.. Έπαιρνα και ξανάπαιρνα αλλά τίποτα.. Μην στα πολυλογώ κάποια στιγμή που επικοινωνήσαμε κατάφερα να το πάω το θέμα εκεί που ήθελα.

-          Και τι είπατε;, απάντησε η Στέλλα επιθετικά.

-          Με πλήγωσε. Δεν μπορείς να φανταστείς. Δεν το περίμενα, τι να σου πω τώρα. Του ζήτησα χρήματα, μου είχε πει πως μπορούσε. Αλλά μάταια.. Σε μία τέτοια δύσκολη στιγμή με απέφυγε ο μοναδικός άνθρωπος που ήξερα ότι μπορούσε να με βοηθήσει. Με πλήγωσε, το καταλαβαίνεις;

Η Στέλλα προσποιείται και κοιτάει μπροστά της, αρνούμενη να συμμεριστεί τον πόνο του. Ακίνητη σαν άγαλμα, με έντονους μορφασμούς, νιώθει σκέψεις να της καταλύουν το μυαλό. Σκέψεις που σε διαφορετική περίπτωση θα είχαν μία εντελώς διαφορετική προσέγγιση. Ξαφνικά στρέφει το κεφάλι της, το σώμα της, την προσοχή της παράλληλα σε αυτόν, δημιουργώντας την εντύπωση ότι αυτός ο άνθρωπος είχε διαλέξει στρατόπεδο, δίχως τη σύμφωνη γνώμη του συνομιλητή της. Με οργή βρασμένη και γλώσσα καυτή, αφήνει τις σκέψεις της να πάρουν σάρκα και οστά.

-          Είσαι ένας ανεύθυνος, το ξέρεις; Έχεις συνειδητοποιήσει τι ακριβώς έχει συμβεί; Καλά να πάθεις! Στην έφερε για τα καλά λοιπόν! Ξέρεις κάτι όμως; Χέστηκα! Δεν με ενδιαφέρει καθόλου! Η αδράνειά σου μας οδήγησε σε αυτό το αποτέλεσμα! Συγχαρητήρια λοιπόν! Μην περιμένεις να ακούσεις καλή κουβέντα από μένα γι’ αυτό, δεν πρόκειται να σε παρηγορήσω. Γιατί μάλλον είμαι μόνη μου σ’ αυτό αγαπητέ μου!

Ο Παύλος έχει μείνει άναυδος. Κι αυτός με τη σειρά του στρέφει το κεφάλι του μπροστά, κοιτάζοντας ένα θολό τζάμι που μαίνεται απ’ τη βροχή. Η διαφορά με τη Στέλλα είναι ότι αυτός τώρα βλέπει. Μπορεί να μην διακρίνει τι υπάρχει πέρα απ’ αυτόν ανάμεσα στις εκατοντάδες χιλιάδες σταγόνες βροχής, αλλά μπορεί και παρακολουθεί με τις εικόνες του μυαλού του όσα είχε δει και μόλις ακούσει λίγα δευτερόλεπτα πριν. Έβλεπε σε γρήγορη κίνηση τις κουβέντες του καλύτερού του φίλου σε εικονικές πράξεις. Πρώτη πράξη, δεύτερη πράξη.. Δεν θα άντεχε και μία τρίτη. Θα ξεπερνούσε κατά πολύ τις δυνάμεις του. Πρώτη ταπείνωση, δεύτερη ταπείνωση.. Ήταν η πρώτη φορά στη ζωή του που είχε δεχτεί την απόρριψη και την εμπάθεια μέσα σε λίγες ώρες. Ένας άνθρωπος καλοσυνάτος, έντιμος ευχάριστος, απαλλαγμένος από νοοτροπίες και πάθη του παρελθόντος. Τα δύο αυτά χτυπήματα στα πιο ευαίσθητα σημεία του ψυχικού του κόσμου, δεν μπορούν να συγκριθούν με μία μαχαιριά με μία σφαίρα, με τίποτα. Η Στέλλα συνέχιζε να ανοιγοκλείνει το στόμα της βγάζοντας ήχους, αλλά το μόνο που άκουγε ο Παύλος ήταν ο ανατριχιαστικός ήχος όταν τα δόντια της εφάπτονταν καθώς μιλούσε. Από κει και πέρα όμως δεν άκουγε τίποτε άλλο. Σιωπή. Ήταν ήδη αρκετά όσα πρόλαβε να κρατήσει μέσα του, οπότε ήταν περιττή οποιαδήποτε άλλη αναφορά στο περιστατικό του. Η Στέλλα είχε γουρλώσει τα χαρακτηριστικά πράσινα μάτια της, ανάσανε με τέτοιο ρυθμό περισσότερο απ’ όσο μπορούσε να αντέξει η καρδιά της, πληγωμένη, φοβισμένη και αψυχολόγητη σύμφωνα με το μυαλό του Παύλου. Δεν μπορούσε πραγματικά να καταλάβει τον λόγο που αντιδρούσε με αυτό τον τρόπο. Το μοναδικό άτομο που περίμενε να του συμπαρασταθεί ή να του προφέρει λέξεις γλυκές, ανάλατες και παροτρυντικές ήταν αυτή.. Κι όμως στην παρθενική του απόρριψη ήρθε κι έδεσε το ξέσπασμα της Στέλλας πάνω του. Η Στέλλα εξακολουθούσε να εκτοξεύει λέξεις που χτυπάνε σαν ηλεκτρικό ρεύμα χιλιάδων βολτ αστραπιαία στην καρδιά του, χωρίς να μπορεί να κλείσει τον διακόπτη. Κουβέντες οι οποίες ίσως να διαρκούσαν για μερικά λεπτά, θα τον σημάδευαν για όλη του τη ζωή. Η τάση ήταν τόσο υψηλή που τα σημάδια μέσα του θα ήταν, δυστυχώς γι’ αυτόν ανεξίτηλα.

Η Στέλλα αδειάζει τις σκέψεις της, σταματάει να μιλάει και ο Παύλος εξακολουθεί να μην ακούει πλέον τίποτα. Εδώ και ώρα έχει καταφέρει να απομακρύνει τις λέξεις ως νοήματα, αλλά εκείνες δεν σταμάτησαν να βρίσκουν τον τρόπο να τρυπώνουν μέσα του και να του προκαλούν πόνο.

-          Δεν έχεις τίποτα να πεις; Η Στέλλα περιμένει να ακούσει μία ορθή απάντηση ύστερα από το λεκτικό της παραλήρημα. Έτσι κατάφερες να μας βοηθήσεις; Ξέρεις, δεν είμαι μόνη μου εδώ. Περίμενα ότι θα είχες φροντίσει γι’ αυτό. Ξέρεις τι νιώθω; Ότι δεν μπορώ να στηριχτώ πάνω σου πια. Ήταν ένα καλό μάθημα αυτό που έπαθες.

Ο Παύλος εξακολουθεί να πονάει. Μέσα του ουρλιάζει, φωνάζει, βρίζει, κατηγορεί την Στέλλα, τον φίλο του, τον εαυτό του, την ώρα και τη στιγμή που γεννήθηκε, τα πάντα. Έξω από αυτόν επικρατεί μια σιωπή υπό τις άναρχες ηχητικές συνοδείες της βροχής.

-          Δεν έχεις κάτι να πεις; Μίλα μου!

Εκείνος αποφασίζει να μην αφήσει τον εαυτό του να γίνει φερέφωνο του εσωτερικού του κόσμου.

-          Δεν έχω τίποτα να σου πω. Τι να σου πω δηλαδή;

-          Ποια είναι η γνώμη σου πάνω σ’ αυτά που σου λέω; Άδικο έχω; Ο τόνος της φωνής της Στέλλας έχει χαμηλώσει και το ύφος της έχει ήδη αλλάξει λίγο μορφή.

-          Δεν έχω τίποτα να σου πω. Πλέον κοιτάζονται στα μάτια, τα σώματά τους ευθυγραμμίζονται πλήρως, ωστόσο έχουν παγώσει με τέτοιο τρόπο λες και ένας τοίχος βρίσκεται ανάμεσά τους με δύο τρύπες στο κέντρο, ώστε να μπορούν να διακρίνουν αμυδρά ο ένας τον άλλο.

-          Ξέρεις το λάθος δεν είναι δικό μου, συνέχισε να της λέει. Ξέρεις ότι δικά μου λεφτά δεν έχω. Ο μόνος άνθρωπος που εμπιστευόμουν ήταν αυτός. Βασίστηκα σ’ αυτόν, μου είπε θα με βοηθήσει. Τι άλλο μπορούσα να κάνω;

-          Να σου γίνει μάθημα αυτό θέλω.. Θα τα πούμε αύριο το πρωί. Αυτή τη στιγμή θέλω να πάω να ξεκουραστώ..

Ο Παύλος ανοίγει την πόρτα να βγει έξω περιμένοντας μία αντίδραση που τελικά την πετυχαίνει.

-          Που πας; Η Στέλλα αρχίζει αμέσως να νιώθει πάλι μόνη, δεν ήθελε να επανέλθει στην προηγούμενη νευρωτική κατάσταση. Είχε μιλήσει, είχε ξεσπάσει και είχε ηρεμήσει. Δεν γνώριζε όμως τον αντίκτυπο όσων μόλις πριν είχε κυριολεκτικά αφοδεύσει. Ο Παύλος διακόπτει την έξοδό του, ωστόσο το δεξί του πόδι ήταν ήδη εκτεθειμένο στις πεισματικές σταγόνες που δεν έλεγαν να κοπάσουν. Η πόρτα ήταν μισάνοιχτη, το ένα του χέρι κρατούσε το χερούλι και το άλλο το είχε αρπάξει η Στέλλα επιβλητικά με στοργική διάθεση και με διαφορετικές αυτή τη φορά προθέσεις.

-          Τι θέλεις;, της απάντησε ο Παύλος δίχως ίχνος εμπαιγμού ή επιθετικότητας.

-          Κάτσε λίγο.. Αύριο είναι μία δύσκολη μέρα και για τους δύο.. Η φωνή της έχει αποκατασταθεί, η Στέλλα επανήλθε στην Στέλλα των τριάμισι ήδη χρόνων σχέσης, όπως ακριβώς την γνώριζε εκείνος.

-          Δεν μπορώ.. Περίμενα κάτι διαφορετικό ίσως από σένα σήμερα. Μία τέτοια μέρα έπρεπε να ήμασταν μαζί. Και συ επέλεξες να μην είσαι. Δεν μπορώ να συνεχίσω να είμαι στοργικός μαζί σου, απ’ τη στιγμή που διάλεξες εσύ να μην είσαι μαζί μου απόψε. Ειδικά απόψε.. Σ’ αγαπάω. Αλλά τώρα θέλω να μείνω μόνος μου. Αύριο το πρωί θα σε έχω συγχωρέσει, αλλά όχι απόψε. Καληνύχτα Στέλλα.

Ο Παύλος ανασηκώνει το βρεγμένο δεξί του πόδι, που εδώ και ώρα είχε παγώσει και βγαίνει από το αυτοκίνητο. Η Στέλλα αποφάσισε να μην τον δεσμεύσει άλλο. Πρώτη φορά τον έβλεπε έτσι. Φοβήθηκε τη χροιά της φωνής του. Ήταν βαριά σαν σίδερο και βραχνή σαν σκουριασμένη. Τον άφησε να φύγει, χωρίς να έχει καταλάβει ακριβώς το λόγο. Η βροχή σαν μουσική συνοδεία ταινίας δυναμώνει καλύπτοντας πια κάθε πιθανό κενό που επέτρεπε μία κακοδουλεμένη και απρόσεκτη ορατότητα. Δεν τον βλέπει να απομακρύνεται. Κάνει μια γρήγορη επισκόπηση αλλά δεν τον εντοπίζει πουθενά. Σα να εξαφανίστηκε από προσώπου γης. Σαν ξυπνητήρι το πόδι της ξεκίνησε πάλι να τρεμοπαίζει, η ταμπακιέρα μέσα σε λίγα λεπτά είχε ελαφρύνει σε λίγα μόλις γραμμάρια και οι στάχτες έπεφταν με μανία στο σώμα του αυτοκινήτου σε ρυθμό σχεδόν ευθυγραμμισμένο με το ρυθμό της βροχής..

Η επόμενη μέρα είχε φτάσει. Η Στέλλα με την καλύτερή της φίλη και τον Παύλο συναντώνται έξω από την κλινική. Μέσα σε λίγα λεπτά η νοσηλεύτρια ειδοποιεί τον Παύλο πως η Στέλλα ήταν έτοιμη για εισαγωγή και πως θα έπρεπε να περιμένει με την άλλη κοπέλα απ’ έξω. Στον χώρο επικρατούσε χαμός. Μωρά κλαίγανε ασταμάτητα, γυναίκες βογκούσαν απ’ τους πόνους, η αίθουσα αναμονής ήταν γεμάτη από κόσμο. Το ασανσέρ απέναντί τους ανοιγόκλεινε συνεχώς, μαζεύοντας στον περιορισμένο χώρο παραπάνω επισκέπτες απ’ όσους ίσως θα μπορούσε να χωρέσει. Οι μυρωδιά από τις ανθοδέσμες δημιουργούσαν ένα κλίμα ευχάριστο και συγκινητικό για τον περισσότερο κόσμο που είχε συγκεντρωθεί εκεί. Για τον Παύλο ήταν μάλλον ένας πένθιμος συμβολισμός. Η μυρωδιά ενός τέλους, μιας νέας μουδιασμένης αρχής χωρίς χειροκροτήματα, αναφιλητά και ευχαριστίες. Είσοδος, έξοδος. Αυτή ήταν η διαδρομή που περίμεναν ότι θα έκαναν και έτσι έγινε άλλωστε. Μέσα σε δέκα λεπτά η διαδικασία είχε τελειώσει. Η νοσηλεύτρια φωνάζει τον Παύλο ενημερώνοντάς τον πως όλα είχαν κυλήσει ομαλά. Η άμβλωση είχε ολοκληρωθεί. Μετά από λίγη ώρα μπόρεσαν και οι δύο να την επισκεφτούν, ήταν ήδη ξύπνια. Ο Παύλος της έπιασε στοργικά το χέρι περιμένοντας να λάβει μία ανάλογη αντίδραση. Την έλαβε. Η Στέλλα του χαμογέλασε.

-          Δεν ξέρω γιατί αλλά δεν νιώθω τύψεις. Νομίζω πως τελικά ήταν πολύ ώριμη η απόφαση που πήραμε. Δεν γινόταν αλλιώς.. Η Στέλλα ήταν ήρεμη.

Εκείνος γεμάτος κατανόηση της έγνεψε στοργικά. Δύο ώρες της κρατούσε το χέρι μεταφέροντας όση αγάπη και συναίσθημα μπορούσε να συσσωρεύσει σ’ αυτό.

Η Στέλλα επωμίστηκε το μεγαλύτερο μέρος των εξόδων. Σε αντίθεση με τον Παύλο εκείνη εργαζόταν. Ο Παύλος πάλευε με το σύστημα καθημερινά. Με όση αξιοπρέπεια του είχε μείνει, σχεδόν αφυδατωμένος, προσπαθούσε να διεκδικήσει μία θέση εργασίας για να μπορεί να ανταπεξέλθει στις καθημερινές του ανάγκες. Πόσο μάλλον σε περιπτώσεις όπως αυτή που του έτυχε. Ακόμα περισσότερο, σε περιπτώσεις όπως αυτές που θέλεις να κρατήσεις μία ζωή που ήδη είχε αρχίσει να δημιουργείται.

Ο Παύλος πονούσε ακόμα από την χθεσινή βραδιά. Δεν είχε καταφέρει να αποβάλλει από μέσα του τις ανασφάλειες που μέσα σε λίγα λεπτά είχαν ειπωθεί σε κοινή θέα. Τον σταυρό που κουβαλούσε μέσα του τόσα χρόνια, ήρθε το αγαπημένο του πρόσωπο να του τις επιβεβαιώσει. Κατανοώντας όμως την περιπλοκότητα της κατάστασης είχε αρχίσει ήδη να μετατρέπει τον πόνο αυτό σε οργανικό, ώστε κάποια μέρα να μπορέσει να τον αποβάλλει..

Η Στέλλα καθόταν αφημένη στο κάθισμα του συνοδηγού, έτοιμη να επιστρέψει σπίτι για να ξεκουραστεί, ενώ η φίλη της ήταν αυτή που θα αναλάμβανε καθήκοντα θεραπευτικά αυτή τη φορά. Ο Παύλος εξίσου ταλαιπωρημένος κι αυτός, προσπάθησε να μην κάνει εμφανή τη θλίψη του.

-          Θα τα πούμε μετά;

Ο ήλιος έπεφτε πάνω στα μάτια της Στέλλας αναγκάζοντάς την σε άτακτο συνοφρύωμα. Ο Παύλος στάθηκε στο παράθυρο, έσκυψε και της φίλησε τα ταλαιπωρημένα, σκασμένα της χείλη. Η Στέλλα δεν του απάντησε. Έβγαλε το χέρι της απ’ το παράθυρο χαϊδεύοντάς του το μάγουλο, σαν τότε που βρέθηκαν μαζί για πρώτη φορά. Ο Παύλος μεμιάς ένιωσε οι πληγές που είχαν ανοίξει χθες να επουλώνονται σιγά σιγά.

-          Τι είναι; Ρώτησε περίεργος χωρίς να έχει λάβει ακόμα καμία απάντηση στην προηγούμενη ερώτησή του.

-          Συγνώμη. Σε αδίκησα. Έχω περισσότερες τύψεις για όσα σου είπα χθες παρά για όσα έγιναν σήμερα.. Αλλά κατάλαβέ με..

-          Μην ζητάς συγνώμη. Είναι η πρώτη μέρα μετά από καιρό που νιώθω πιο ώριμος από ποτέ. Από αυτά που μου είπες, απ’ όσα ζήσαμε το τελευταίο διάστημα. ΄Ώριμος που κατάφερα να δω πράγματα που με γυμνό μάτι δεν μπορούσα. Την δύναμη που έχει ο συνάνθρωπός μας την ύστατη στιγμή απελπισίας και ανάγκης. Είδα πολλά μέσα από τον πόνο. Και τώρα ξέρω πως είναι. Εσύ ήσουν σε δυσκολότερη θέση από μένα και τώρα γνωρίζεις καλύτερα πως είναι. Κι αυτό είναι μάθημα Στέλλα μου. Τίποτα δεν πέφτει κάτω χωρίς να κάνει θόρυβο. Και τώρα ξέρω κι εγώ. Και οι δύο βιώσαμε τον πόνο, τις τύψεις και την απόρριψη. Την απόρριψη Στέλλα. Κι όσο κι αν πονάμε τώρα, σ’ ευχαριστώ.

Η Στέλλα έδειχνε να καταλαβαίνει ακριβώς τι ήθελε να πει. Δεν το έδειξε όμως. Γιατί ντρεπόταν. Μιας και κατάλαβε πως τις κρισιμότερες στιγμές ενότητας και αλληλεγγύης τον πρόδωσε. Τα συναισθήματα όμως σε τέτοιες καταστάσεις είναι απρόβλεπτα. Έρχονται και παρέρχονται. Δεν άφηνε όμως τον εαυτό της να δει όλα όσα είχε κάνει για εκείνη, μέχρι και τη στιγμή που έφυγαν από την κλινική. ΄΄Κατηγορούσα το Θεό γιατί δεν είχα να φορέσω παπούτσια μέχρι τη στιγμή που είδα κάποιον να προσεύχεται χωρίς πόδια.΄΄. Έτσι φαίνεται να σκέφτηκε η Στέλλα όταν ξύπνησε από τη νάρκωση στο δωμάτιο. Στο διπλανό κρεβάτι ήταν ξαπλωμένη μία κοπέλα, μικροσκοπική αλλά όχι πολύ μικρή ηλικιακά. Είχε καλύψει το πρόσωπό της με τα λαδωμένα μαλλιά της, είχε μαζέψει το σώμα της σε στάση εμβρύου και ήταν μισοσκεπασμένη. Η Στέλλα απόρησε για την ιδιαίτερη πόζα που είχε σχηματίσει μιας και οι υπόλοιπες κοπέλες του θαλάμου είτε κοιτούσαν το ταβάνι σκεπτικές και προβληματισμένες, είτε μιλούσαν με τους επισκέπτες που τις παρηγορούσαν. ΄΄ Ένας θάλαμος με κοινή μοίρα΄΄, διαπίστωσε με θλίψη. Καθώς την περιεργαζόταν εξονυχιστικά, ένα κινητό τηλέφωνο χτύπησε κάτω από τα σεντόνια του κρεβατιού της διπλανής κοπέλας. Ο ενοχλητικός ήχος σφύριζε στα αυτιά όλων, μέχρι που η Στέλλα με όσες δυνάμεις είχε καταφέρει να συγκεντρώσει της είπε:

-          Συγνώμη το τηλέφωνό σου χτυπάει.

-          Δεν με ενδιαφέρει δεν θέλω να το σηκώσω, φαίνεται να είπε κάτω από τις τρίχες που είχαν κολλήσει στο πρόσωπό της.

-          Μα, μπορεί να είναι κάποιος δικός σου άνθρωπος, σήκωσέ το σε παρακαλώ.

Με αργές κινήσεις, καταναγκαστικά το βρίσκει και απαντάει.

-          Πού είσαι; Ναι, στην κλινική είμαι.. Γιατί δεν ήρθες ρε γαμώτο, γιατί να είσαι τόσο απάνθρωπος τελικά; Δεν με ενδιαφέρει, εγώ σε ήθελα εδώ και συ με πούλησες! Δεν τα θέλω τα λεφτά σου, θα στα στείλω πίσω! Δεν θέλω καμία σχέση μαζί σου το καταλαβαίνεις; Καμία! Λίγη στοργή και αγάπη ήθελα, όχι τα λεφτά σου!

Η κοπέλα κλείνει το κινητό και ξεσπάει σε κλάματα. Μία κυρία από το διπλανό κρεβάτι σπεύδει να την ηρεμήσει. Ο θάλαμος είχε ξαφνικά παγώσει, έχοντας όλοι την επιθυμία να εξαφανιστούν από κει με ένα ανοιγόκλειμα των ματιών αν ήταν δυνατό. Η Στέλλα είχε συγκλονιστεί. Ακουμπάει απότομα το κεφάλι της στο μαξιλάρι στρέφει το σώμα της στο πλάι και δάκρυα πλημμυρίζουν το δέρμα της. Μόλις είχε συνειδητοποιήσει τι είχε συμβεί χθες το βράδυ. Η υπολογίσιμη δύναμη που θα την κρατούσε ψύχραιμη δεν ήταν ο ίδιος της ο εαυτός αλλά το άλλο της μισό, όπως χαρακτηριστικά έλεγε. Ναι δεν είχε βρει τα χρήματα που θα τον καθιστούσαν προστάτη και δυνατό σε μια κρίσιμη στιγμή της σχέσης τους. Κι όχι μόνο αυτό αλλά εκείνος μόλις είχε βιώσει και την απόρριψη ενός κοντινού του ανθρώπου. Και αμέσως μετά ήρθε η στιγμιαία απόρριψη απ’ το άτομο που ίσως να ζητούσε κατανόηση, στοργή και αγάπη, όπως άλλωστε προσπαθούσε να δώσει σ’ αυτήν όλο αυτόν τον καιρό. Εκείνη όμως , δικαιολογημένα ίσως, δεν μπορούσε να σκέφτεται μόνο εκείνον, είχε λάβει εδώ και ενάμισι μήνα την πιο κρίσιμη απόφαση της ζωής της. Γι’ αυτό και κατάλαβε ακριβώς τα λόγια του. Γιατί τώρα ήξερε να διακρίνει και να μπορεί να ιεραρχεί με μεγαλύτερη ωριμότητα την θέληση, την προσπάθεια, την αγάπη..

Το αμάξι απομακρυνόταν απ’ το σπίτι του Παύλου. Εκείνος σκούπισε το ιδρωμένο του μέτωπο. Ίσως ήταν ιδρωμένο, ίσως όμως και να ήταν μία έκφραση ανακούφισης μιας απόφασης που ποτέ δεν ήταν σύμφωνη με τα λεγόμενά τους, αλλά αναγκαία.  Ίσως ήταν μία εκδήλωση αποβολής του πόνου που ένιωθε από χθες βράδυ. Ίσως απλά να ήταν τελικά ιδρωμένος..

Η Στέλλα είχε κλείσει τα μάτια αφήνοντας τον αέρα να πέφτει με δύναμη στο πρόσωπό της. Ένα δάκρυ προσπάθησε να γεννηθεί, αλλά ο αέρας είχε τη δύναμη να το εξατμίσει μέσα σε δευτερόλεπτα. Γεννήθηκε χωρίς να καταφέρει να εξυπηρετήσει το σκοπό του. Όπως ακριβώς μία ανθρώπινη ζωή..

Follow

Get every new post delivered to your Inbox.