Πρωί.Φεύγοντας. Μία τάση στην οποία η ανασκόπηση μας εκβιάζει να τολμήσουμε. Μία ευθεία γραμμή που παλεύει με το τον εσωτερικό μας προσανατολισμό. Μία πυξίδα που έχει χαλάσει και ψάχνει τα τέσσερα προσωπικά μας σημεία. Σούρουπο. Θέλεις να αποφασίσεις πού να πας και δεν ξέρεις.. Ο χρόνος τελειώνει και εσύ τρως μανιωδώς τα χείλη σου για το σημείο που τελικά θα διαλέξεις. Παίρνεις μια βαθιά ανάσα και αποφασίζεις για το κριτήριο της επιλογής σου. Κλείνεις τα μάτια, κάνεις μία, δύο, τρεις γρήγορες στροφές γύρω απ’τον εαυτό σου και σταματάς απότομα.Η στάση σου δείχνει ανάμεσα στο Βορρά και την Ανατολή. Διαλέγεις τελικά τη θάλασσα, μια μεγάλη επαναστάτρια στην γεωγραφική ακρίβεια και τους προσχεδιασμένους στόχους. Ο καιρός μάχεται και τα πελώρια κύματα θα σε σπρώξουν και θα σε οδηγήσουν σε ειρηνικά νερά, θαυμάζοντας την θεόσταλτη επιλογή του προορισμού σου…
—————————————————————————————————————————————————
Ένα μικρό ξωκλήσι μπορεί να αποτελέσει μία ευκαιρία κατάνυξης και αποτοξίνωσης από τα εγκόσμια. Ίσως βέβαια οι λέξεις κόσμος, κοσμικός, εγκόσμιος να είναι έννοιες πλέον εξειδικευμένες από κάποιους προκειμένου να μπορούμε να διαχωρίζουμε τη φύση από τους ανθρώπους, την ίδια την επαφή με τη φύση και τη θρησκεία με την πολιτική. Το παράδοξο είναι πως τα ξωκλήσια (και όχι τόσο οι εκκλησίες με την κοσμική τους έννοια) αποτελούν την πραγματική φύση του ανθρώπου, την βιολογική του προέλευση και την μεταγενέστερη στιγμιαία προσέλευση… Μία αποτοξίνωση που διαρκεί μόλις λίγες ώρες έως ότου τελειώσει ο εσπερινός και τα δεκαπέντε περίπου άτομα που σκέφτηκαν να επισκεφτούν αυτό το ξωκλήσι να επιστρέψουν ξανά στις κοσμικές τους συνήθειες. Η δόση του ναρκωτικού που σε αποτοξινώνει διαρκεί μόλις μία πρωτοχρονιά…
—————————————————————————————————————————————————
ΠΡΩΤΟΧΡΟΝΙΑ : Χρόνος – Ποίημα του Ζαχαρία Παπαντωνίου
Χρόνος
Κάτι φεύγει…Ψυχή μου, δεν τό’νοιωσες;
Κάτι φεύγει κι εμπρός μου περνάει,
ένα πνεύμα αλαφρύ κρυφοστέναχτο
θλιβερά με χαϊδεύει και πάει!
Σαν πνοές υστερνές ταξειδιάρικες
και σαν άστρου θαμπόφωτη δύσι
και σαν πόθων ωραίων σαβάνωμα
νοιώθω εμπρός μου- Ο χρόνος θα σβύση!
Στη γωνιά πώς ανάλαμψεν άξαφνα
η φωτιά και βραχνά τραγουδάει;
Τι χτυπάει το ρολόγι σα σήμαντρο,
Ποιος νεκρός από μπρος μου περνάει;
Θά’νε ο χρόνος νεκρός που κατέβηκε
μεσ’ στης λήθης τα βάθη και θά’νε
μυστική συνοδιά του κι αγέρινη
οι ελπίδες που αντάμα του πάνε.
Κάτι φεύγει… Ψυχή μου, δεν τό’νοιωσες;
Ο καιρός αρρωσταίνει και σβύνει.
Τρίζει πάλι και πάει προς το μνήμα του
το δαρμένο κορμί που σε κλείνει!



